Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

το παράδειγμα


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1393a23–1394a18

Η πρώτη από τις κοινές αποδείξεις για όλα τα είδη των ρητορικών λόγων: το παράδειγμα
Ο Αριστοτέλης, μετά τους ειδικούς , εξέτασε τους τόπους που είναι κοινοί (βλ. σχετικά και ΑΡΙΣΤ Ρητ 1358a36–1359a29) και στα τρία είδη του ρητορικού λόγου. Και συνεχίζει:
Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Μας μένει λοιπόν να μιλήσουμε για τις αποδείξεις που είναι κοινές σε όλα τα είδη των ρητορικών λόγων, αφού έχουμε ήδη ολοκληρώσει τον λόγο μας για τις ειδικές αποδείξεις. Οι κοινές αποδείξεις είναι δύο ειδών: (25) παράδειγμα και ενθύμημα γιατί η γνώμη είναι μέρος ενθυμήματος. Ας μιλήσουμε λοιπόν πρώτα για το παράδειγμα γιατί το παράδειγμα μοιάζει με επαγωγή, και η επαγωγή είναι μια αρχή.
Παραδειγμάτων υπάρχουν δύο είδη: Ένα είδος παραδείγματος είναι να λέμε πράγματα που έγιναν στο παρελθόν, και ένα άλλο είδος είναι να τα πλάθουμε εμείς οι ίδιοι· (30) το δεύτερο αυτό είδος υποδιαιρείται σε παραβολή και σε λόγους, όπως είναι π.χ. οι Αισώπειοι και οι Λιβυκοί.
Όταν λέω «να λέμε πράγματα που έγιναν στο παρελθόν» εννοώ κάτι τέτοιο: να λέμε ότι πρέπει να κάνουμε πολεμικές προετοιμασίες εναντίον του βασιλιά των Περσών και να μη τον αφήσουμε να υποδουλώσει την Αίγυπτο· γιατί και ο Δαρείος παλιότερα [1393b] δεν πέρασε στην Ελλάδα, παρά αφού πρώτα κυρίεψε την Αίγυπτο, αφού όμως την κυρίεψε, πέρασε πια ύστερα στην Ελλάδα. Το ίδιο και ο Ξέρξης δεν εκστράτευσε εναντίον της Ελλάδας παρά μόνο αφού πρώτα κυρίεψε την Αίγυπτο, αφού όμως την κυρίεψε, πέρασε πια ύστερα στην Ελλάδα. Και αυτός, επομένως, αν κυριέψει την Αίγυπτο, θα περάσει στην Ελλάδα, και γιαυτό πρέπει να εμποδιστεί.
Παραβολή είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε ο Σωκράτης· αν, επί παραδείγματι, κάποιος έλεγε ότι οι άρχοντες δεν πρέπει να εκλέγονται με κλήρο· (5) γιατί θα ήταν το ίδιο σαν να διαλέγαμε με κλήρο τους αθλητές: δεν θα διαλέγαμε αυτούς που είναι σε θέση να αγωνιστούν, αλλά αυτούς που θα αναδείκνυε η κλήρωση; ή αν αυτόν που πρόκειται να κυβερνήσει το πλοίο τον διαλέγαμε μεταξύ των ναυτών με κλήρο: θα αναδεικνύαμε στη θέση αυτή αυτόν που θα είχε την εύνοια του κλήρου και όχι αυτόν που έχει τις ανάλογες γνώσεις;
Λόγοςείναι, π.χ., αυτά που είπε ο Στησίχορος για τον Φάλαρη και ο Αίσωπος για να υπερασπιστεί τον δημαγωγό: (10) Όταν κάποτε οι Ιμεραίοι εξέλεξαν στρατηγό τους με απόλυτη εξουσία τον Φάλαρη και σκόπευαν να του δώσουν και σωματοφυλακή, ο Στησίχορος τους είπε πολλά· ανάμεσα σ' αυτά και έναν λόγο: πως κάποτε ένα άλογο είχε ολόδικό του ένα λιβάδι, ώσπου ήρθε ένα ελάφι που άρχισε να του χαλάει τη βοσκή· θέλοντας λοιπόν να τιμωρήσει το ελάφι (15) ρώτησε έναν άνθρωπο αν θα μπορούσε να το βοηθήσει να τιμωρήσει το ελάφι· ο άνθρωπος απάντησε πως θα μπορούσε, με τον όρο όμως να περάσει χαλινάρι στο άλογο και ο ίδιος να ανεβεί επάνω του κρατώντας στα χέρια του ακόντια· το άλογο συμφώνησε, όταν όμως ο άνθρωπος ανέβηκε επάνω του, το άλογο αντί να τιμωρήσει το ελάφι, έγινε το ίδιο δούλος του ανθρώπου. «Έτσι κι εσείς τώρα», τους είπε, «προσέξτε μήπως, ενώ θέλετε να τιμωρήσετε τους εχθρούς σας, (20) πάθετε στο τέλος ό,τι και το άλογο. Γιατί το χαλινάρι το έχετε ήδη βάλει στο λαιμό σας από τη στιγμή που εκλέξατε στρατηγό με απόλυτη εξουσία· αν όμως του δώσετε και σωματοφύλακες και τον αφήσετε να σας καβαλικέψει, θα γίνετε, μια για πάντα, δούλοι πια του Φάλαρη». Ο Αίσωπος πάλι, μιλώντας στη Σάμο υπέρ ενός δημαγωγού σε δίκη που θα έκρινε τη ζωή του, είπε πως ήταν μια φορά μια αλεπού που ήθελε να περάσει ένα ποτάμι, την παρέσυρε όμως το ποτάμι και έτσι βρέθηκε αποκλεισμένη σε μια τρύπα ανάμεσα σε κάτι βράχια· (25) μη μπορώντας να βγει από εκεί καταβασανιζόταν για κάμποσο χρόνο· κοντά στα άλλα ήρθαν κι έπεσαν επάνω της και πλήθος τσιμπούρια· ένας σκαντζόχοιρος που τριγυρνούσε εκεί την είδε και την καταλυπήθηκε· τη ρώτησε λοιπόν αν θα ήθελε να της βγάλει τα τσιμπούρια από πάνω της, εκείνη όμως δεν τον άφηνε· κι όταν εκείνος τη ρώτησε γιατί, η αλεπού απάντησε: «γιατί αυτά ήπιαν ό,τι ήταν να πιουν και τώρα πια ρουφούν λίγο μόνο αίμα· αν λοιπόν τα διώξεις από πάνω μου, (30) θα 'ρθουν άλλα, πεινασμένα, και θα μου πιουν ό,τι αίμα μού έχει απομείνει». «Έτσι τώρα κι εσάς, Σαμιώτες, ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί πια να σας κάνει κανένα κακό· αυτός είναι πια πλούσιος· αν όμως τον θανατώσετε, [1394a] θα 'ρθουν άλλοι και, καθώς θα είναι φτωχοί, θα σας ρημάξουν: θα σας κλέψουν ό,τι σας έχει απομείνει».
Οι λόγοι ταιριάζουν στις δημηγορίες· έχουν μάλιστα τούτο το καλό, ότι ενώ το να βρει κανείς παρόμοια γεγονότα του παρελθόντος είναι δύσκολο, με τους λόγους το πράγμα είναι ευκολότερο: τους λόγους πρέπει κανείς να τους πλάσει, με τον ίδιο τρόπο που κάνει παραβολές ― με την προϋπόθεση, φυσικά, (5) ότι είναι σε θέση να διακρίνει την ομοιότητα, πράγμα που καταντάει ευκολότερο με την εξάσκηση στη φιλοσοφία. Μπορεί λοιπόν να είναι ευκολότερο να οργανώσει κανείς την επιχειρηματολογία του με τη βοήθεια των λόγων, για τους συμβουλευτικούς, όμως, λόγους η παραπομπή σε ιστορικά πράγματα είναι χρησιμότερη· γιατί τις περισσότερες φορές τα πράγματα που πρόκειται να γίνουν στο μέλλον μοιάζουν με αυτά που έχουν ήδη γίνει στο παρελθόν.
Αν ο ρήτορας δεν διαθέτει ενθυμήματα, θα πρέπει να χρησιμοποιεί ως αποδεικτικό υλικό παραδείγματα· (10) γιατί η πειθώ εξασφαλίζεται τότε μέσω αυτών· αν όμως διαθέτει ενθυμήματα, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιεί τα παραδείγματα ως μαρτυρίες, σαν έναν επίλογο στα ενθυμήματα· γιατί αν προηγούνται, το πράγμα μοιάζει με επαγωγή, η επαγωγή όμως δεν ταιριάζει στους ρητορικούς λόγους παρά μόνο σε κάτι λίγες περιπτώσεις· αν, αντίθετα, έπονται, μοιάζουν με μαρτυρίες, και ο μάρτυρας είναι σε κάθε περίπτωση πειστικός· γιαυτό, αν ο ρήτορας αρχίσει με αυτά, (15) είναι υποχρεωμένος να πει πολλά παραδείγματα, ενώ αν τα χρησιμοποιήσει στο τέλος, και ένα μόνο είναι αρκετό· γιατί ο αξιόπιστος μάρτυρας, και ένας να είναι, είναι χρήσιμος.
Ολοκληρώθηκε έτσι ο λόγος μας για τα διάφορα είδη παραδειγμάτων, καθώς και για το πώς και πότε πρέπει αυτά να χρησιμοποιούνται

ΠΥΓΗ
ΠΥΛΗ

Ο χαρακτήρας των ανθρώπων ευγενικής καταγωγής


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1390b14–1390b31

Ο χαρακτήρας των ανθρώπων ευγενικής καταγωγής
Από το σημείο αυτό ο Αριστοτέλης εξετάζει πώς συντελούν στη διαμόρφωση του ἤθους των ανθρώπων τα αγαθά που προέρχονται από την τύχη (όπως η ευγενική καταγωγή, που εξετάζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο πλούτος και η ισχύς).
 Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Ας μιλήσουμε στη συνέχεια για τα αγαθά που οφείλονται στην τύχη, (15) για εκείνα από αυτά που συντελούν επίσης στο να διαμορφωθεί με έναν ορισμένο τρόπο ο χαρακτήρας των ανθρώπων. Λέγοντας «χαρακτήρας που προσιδιάζει στην ευγένεια καταγωγής» εννοούμε ότι ο κάτοχός της επιδιώκει ακόμη περισσότερες τιμές γιατί όλοι οι άνθρωποι, όταν έχουν ένα αγαθό, συνηθίζουν να επιδιώκουν την αύξησή του ― και «ευγένεια καταγωγής» θα πει «τιμημένοι πρόγονοι».Η ευγένεια, επίσης, της καταγωγής τους τούς κάνει να περιφρονούν ακόμη και αυτούς που είναι όμοιοι με τους δικούς τους προγόνους, (20) γιατί τα ίδια πράγματα, όταν ανήκουν σε χρόνο απομακρυσμένο στο παρελθόν, είναι σε μεγαλύτερη τιμή από τα κοντινά, και είναι πιο εύκολο να παινευτεί κανείς γι' αυτά. Με τη λέξη ευγενής γίνεται αναφορά στην αρετή της γενιάς, ενώ με τη λέξη γενναίος η αναφορά γίνεται στο ότι δεν υπάρχει στο μεταξύ εκφυλισμός από την αρχική φύση ― κάτι που τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει στα άτομα ευγενικής καταγωγής, δεδομένου ότι οι περισσότεροί τους είναι άτομα άνευ αξίας· συμβαίνει, πράγματι, (25) και στις γενιές των ανθρώπων ό,τι συμβαίνει με τη σοδειά των προϊόντων της γης: μερικές φορές, αν η γενιά είναι καλή, γεννιούνται για ένα διάστημα έξοχοι άνδρες, ύστερα όμως παρατηρείται μια οπισθοχωρητική πορεία. Οι πολύ προικισμένες οικογένειες εκφυλίζονται σε μορφές παραφροσύνης, (30) όπως έγινε π.χ. με τα παιδιά του Αλκιβιάδη και του Διονύσιου του πρώτου· οι μετρημένες, από την άλλη, οικογένειες καταντούν σε άνοια και σε νωθρότητα, όπως έγινε π.χ. με τα παιδιά του Κίμωνα, του Περικλή και του Σωκράτη.
ΠΥΓΗ
ΠΥΛΗ

Ο χαρακτήρας των ανθρώπων της ώριμης ηλικίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1389b13–1390b13

(ΑΡΙΣΤ Ρητ 1388b31–1390b13: Τα ἤθη που προσιδιάζουν στους ανθρώπους κάθε ηλικιακής ομάδας) Ο χαρακτήρας των ηλικιωμένων – Ο χαρακτήρας των ανθρώπων της ώριμης ηλικίας
ΠΥΓΗ
ΠΥΛΗ

Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Τέτοιος λοιπόν είναι ο χαρακτήρας των νέων. Οι ηλικιωμένοι, από την άλλη, αυτοί δηλαδή που έχουν περάσει την ηλικία της ωριμότητας, έχουν τα περισσότερα σχεδόν από τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους αντίθετα με τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων. (15) Καθώς, πράγματι, έχουν ζήσει πολλά χρόνια, καθώς ―επομένως― έχουν πέσει περισσότερες φορές θύματα απάτης και έχουν σφάλει περισσότερες φορές, τέλος καθώς τα περισσότερα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά, όχι μόνο δεν βεβαιώνουν οτιδήποτε με σιγουριά, αλλά και ό,τι βεβαιώνουν, το βεβαιώνουν με πολύ λιγότερη από την απαιτούμενη σιγουριά. Και πάντοτε «νομίζουν», ποτέ δεν «ξέρουν», και σε περίπτωση αμφιβολιών προσθέτουν πάντοτε ένα «ίσως» ή ένα «μπορεί»: (20) οι εκφράσεις τους είναι πάντοτε αυτού του τύπου και για τίποτε δεν εκφράζονται δίχως επιφυλάξεις. Τους διακρίνει, επίσης, μια «κακοήθεια» ― γιατί είναι, βέβαια, «κακοήθεια» να δίνεις σε όλα τη χειρότερη ερμηνεία. Λόγω της δυσπιστίας που τους διακρίνει είναι και καχύποπτοι ― δύσπιστοι, βέβαια, είναι λόγω της πείρας που απέκτησαν. Για τους λόγους αυτούς ούτε αγαπούν ούτε μισούν σφοδρά, αλλά ―ακολουθώντας τη συμβουλή του Βίαντα― αγαπούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να μισήσουν και μισούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να αγαπήσουν. (25) Είναι επίσης μικρόψυχοι, γιατί η ζωή τούς έχει ταπεινώσει: δεν ζητούν για τον εαυτό τους τίποτε το μεγάλο, τίποτε το έξω από τα συνήθη, παρά μόνο ό,τι είναι απαραίτητο για τη ζωή. Είναι επίσης φιλοχρήματοι και τσιγκούνηδες, πρώτον γιατί η περιουσία είναι ένα από τα απαραίτητα για τη ζωή πράγματα, και δεύτερον γιατί από την πείρα τους γνωρίζουν ότι είναι δύσκολο πράγμα η απόκτηση περιουσίας και ότι είναι εύκολο το χάσιμό της. (30) Είναι επίσης δειλοί και φοβούνται κάθε είδους κακό εκ των προτέρων· ο λόγος είναι ότι η γενικότερη κατάστασή τους είναι αντίθετη με την κατάσταση των νέων: οι ηλικιωμένοι είναι κρύοι παγωμένοι, ενώ οι νέοι είναι θερμοί· τα γηρατειά, επομένως, είναι που άνοιξαν το δρόμο για τη δειλία· γιατί ο φόβος είναι ένα είδος παγώματος. Δείχνουν επίσης υπερβολική αγάπη για τη ζωή (ιδίως στις τελευταίες τους μέρες)· γιατί η επιθυμία αναφέρεται πάντοτε σ' αυτό που δεν έχουμε και γιατί αυτό που επιθυμούμε είναι κατά κύριο λόγο αυτό που μας λείπει. (35) Είναι, επίσης, φίλαυτοι περισσότερο από ό,τι πρέπει ― είναι και αυτό ένα είδος μικροψυχίας. Ζουν, περισσότερο από ό,τι πρέπει, για το συμφέρο τους παρά για το ωραίο ― ακριβώς γιατί είναι φίλαυτοι· [1390a] γιατί το συμφέρον είναι καλό για το επιμέρους άτομο, ενώ το ωραίο είναι ένα απόλυτο αγαθό. Και είναι μάλλον αναίσχυντοι παρά ντροπαλοί· γιατί καθώς δεν νοιάζονται για το ωραίο στον βαθμό που νοιάζονται για το συμφέρον, αδιαφορούν για την εντύπωση που δημιουργούν στους άλλους για το άτομό τους. Λόγω της πείρας τους από τη ζωή, περιμένουν πάντοτε το χειρότερο (γιατί τα περισσότερα από τα πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι και τόσο καλά (5) ― τις πιο πολλές φορές η έκβασή τους είναι προς το χειρότερο) ― μαζί όμως και λόγω της δειλίας τους. Ζουν πιο πολύ με τη μνήμη παρά με την ελπίδα· γιατί η ζωή που τους μένει να ζήσουν είναι λίγη, ενώ αυτή που πέρασε είναι πολλή, και βέβαια η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με τα περασμένα· εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αιτία της φλυαρίας τους· (10) δεν σταματούν, πράγματι, να μιλούν για τα παλιά γιατί η ανάμνηση τους προκαλεί ευχαρίστηση. Τα ξεσπάσματα του θυμού τους είναι βίαια, όμως ασθενικά. Από τις επιθυμίες άλλες έχουν πια λείψει τελείως και άλλες είναι αδύναμες, με αποτέλεσμα οι ηλικιωμένοι είτε να μην έχουν επιθυμίες είτε να μη μπορούν να ενεργήσουν κατά τις επιθυμίες τους παρά μόνο για κέρδος· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας μοιάζουν μετριοπαθείς και νηφάλιοι· (15) γιατί από τη μια οι επιθυμίες τους έχουν χάσει την έντασή τους και από την άλλη είναι δούλοι του κέρδους. Τη ζωή τους τη ρυθμίζει πιο πολύ ο υπολογισμός παρά οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ ο ηθικός χαρακτήρας με την αρετή. Οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό, όχι με τη διάθεσή τους να προσβάλουν. Οίκτο αισθάνονται και οι γέροι, όχι όμως για τους ίδιους λόγους με τους νέους: οι νέοι αισθάνονται οίκτο από αγάπη για τον άνθρωπο, (20) οι γέροι από αδυναμία· γιατί οι γέροι πιστεύουν πως η πιθανότητα να πάθουν όλα τα κακά βρίσκεται κοντά τους ― αυτό δεν λέγαμε πως είναι το να αισθάνεται κανείς οίκτο; Γιαυτό και είναι μεμψίμοιροι και δεν τους αρέσουν ούτε οι αστεϊσμοί ούτε τα γέλια γιατί το να είναι κανείς μεμψίμοιρος είναι το αντίθετο του να του αρέσουν τα γέλια.
Αυτά είναι λοιπόν τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων και των ηλικιωμένων. (25) Αποτέλεσμα: Δεδομένου ότι όλοι οι άνθρωποι ακούν ευχαρίστως λόγους που αντιστοιχούν στον δικό τους χαρακτήρα, λόγους που τον αποδίδουν με απόλυτη ακρίβεια, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούν οι ρήτορες να προσδίδουν με τον λόγο τους αυτού του είδους την εικόνα και στον ίδιο τον εαυτό τους και στα λόγια τους.
Είναι φανερό ότι οι άνθρωποι της ώριμης ηλικίας θα βρίσκονται, από την πλευρά του χαρακτήρα τους, ανάμεσα στις δύο άλλες κατηγορίες, απομακρύνοντας ό,τι είναι υπερβολικό στην καθεμιά τους. (30) Άρα: ούτε υπερβολικά θαρραλέοι είναι (γιατί αυτό καταντάει αποκοτιά) ούτε υπερβολικά δειλοί, αλλά κρατούν μια σωστή στάση ανάμεσα στις δύο αυτές ιδιότητες· δεν δείχνουν εμπιστοσύνη σε όλους ούτε δυσπιστούν σε όλους, αλλά κρίνουν μάλλον με κριτήριο τα ίδια τα πράγματα· δεν ρυθμίζουν τη ζωή τους με βάση μόνο το ωραίο ούτε με βάση μόνο το συμφέρον, [1390b] αλλά με βάση και τα δύο αυτά· δεν ζουν ούτε φειδωλά ούτε σπάταλα, αλλά ακολουθώντας το σωστό μέτρο· ίδια είναι η στάση τους και απέναντι στις παρορμήσεις και τις επιθυμίες· συνδυάζουν τη φρόνηση με το θάρρος και το θάρρος με τη φρόνηση ― στους νέους και στους γέρους οι ιδιότητες αυτές παρουσιάζονται χωρισμένες: (5) οι νέοι είναι θαρραλέοι και ασυγκράτητοι, οι γέροι συγκρατημένοι και δειλοί. Γενικά, όλες τις ωφέλιμες ιδιότητες που η νεανική και η γεροντική ηλικία τις έχουν μοιρασμένες μεταξύ τους, αυτές οι άνθρωποι της ώριμης ηλικίας τις έχουν ενωμένες στο πρόσωπό τους· σε όσες, πάλι, εκείνοι παρουσιάζουν υπερβολή ή έλλειψη, αυτοί τις έχουν στο σωστό μέτρο: σ' αυτό που ταιριάζει στους ανθρώπους. Η ακμή του ανθρώπινου σώματος τοποθετείται (10) από τα τριάντα ως τα τριανταπέντε χρόνια, ενώ της ψυχής γύρω στα σαρανταεννιά χρόνια.
Για τη νεανική λοιπόν ηλικία, για τη γεροντική και για την ώριμη, για το είδος του χαρακτήρα που προσιδιάζει στην καθεμιά τους, ας θεωρηθούν αρκετά αυτά που είπαμε.

Ο χαρακτήρας των νέων

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1388b31–1389b12

(ΑΡΙΣΤ Ρητ 1388b31–1390b13: Τα ἤθη που προσιδιάζουν στους ανθρώπους κάθε ηλικιακής ομάδας) Ο χαρακτήρας των νέων
Επιθυμώντας να προσφέρει στους ρήτορες τις γνώσεις που τους είναι απαραίτητες για την επίκληση και διέγερση των συναισθημάτων του ακροατηρίου τους, μετά την αναλυτική έκθεση καθενός από τα πάθη(βλ. σχετικά ΑΡΙΣΤ Ρητ 1380b35–1382a19), ο Αριστοτέλης εξετάζει στο σημείο αυτό τα ἤθη που προσιδιάζουν στους ανθρώπους κάθε ηλικιακής ομάδας.


Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Ύστερα από αυτά ας πραγματευθούμε τώρα το θέμα «Τι λογής είναι οι άνθρωποι από πλευράς χαρακτήρα ενσχέσει με τα πάθη, τις έξεις, την ηλικία και τις τύχες της ζωής». Πάθη ονομάζω την οργή, την επιθυμία και τα παρόμοια (έχουμε ήδη μιλήσει γι' αυτά), ενώ έξεις ονομάζω τις αρετές και τις κακίες (κάναμε και γι' αυτές λόγο, (35) κάνοντας επίσης αναφορά στα πράγματα που το κάθε επιμέρους άτομο επιλέγει και προτιμάει, καθώς και σ' αυτά που πράττει). Οι ηλικίες είναι η νεανική, η ώριμη και η γεροντική. Τύχες της ζωής ονομάζω την ευγενική καταγωγή, τον πλούτο, την ισχύ στις διάφορες μορφές της, καθώς και τα αντίθετά τους ― γενικά τις καλές και τις κακές τύχες.
Οι νέοι λοιπόν ―για να μιλήσουμε για τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους― έχουν έντονες επιθυμίες και είναι άξιοι να κάνουν αυτά που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες που σχετίζονται με το σώμα (5) κυνηγούν κατά κύριο λόγο την ερωτική, και δεν έχουν τη δύναμη να ελέγξουν τον εαυτό τους ενσχέσει με αυτήν. Αλλάζουν εύκολα επιθυμίες και τις χορταίνουν γρήγορα: οι επιθυμίες τους είναι σφοδρές, ξεθυμαίνουν όμως γρήγορα γιατί η όρεξή τους για κάτι είναι έντονη, διαρκεί όμως λίγο, όπως ακριβώς η δίψα και η πείνα ―κάθε λίγο και λιγάκι― των αρρώστων. Παραφέρονται εύκολα, είναι ευέξαπτοι και ρέπουν στο να αφήνονται να παρασυρθούν από το θυμό τους. (10) Δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στις παρορμήσεις τους· γιατί η αγάπη τους για την τιμή τούς κάνει να μη μπορούν να ανεχθούν την περιφρόνηση, αλλά αγανακτούν όταν πιστεύουν ότι αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές, πιο πολύ όμως αγαπούν τη νίκη· γιατί οι νέοι θέλουν να υπερέχουν, και η νίκη είναι μια περίπτωση υπεροχής. Η αγάπη τους για τα δύο αυτά είναι μεγαλύτερη από την αγάπη τους για το χρήμα: η αγάπη τους για το χρήμα είναι πολύ μικρή, επειδή δεν έχουν ακόμη δοκιμάσει στέρηση και φτώχεια, (15) όπως λέει και ο λόγος του Πιττακού για τον Αμφιάραο. Ο χαρακτήρας τους είναι τέτοιος που να μη βλέπουν την κακή όψη των πραγμάτων, αλλά την καλή· ο λόγος είναι ότι τα μάτια τους δεν έχουν ακόμη δει πολλές κακίες. Είναι, επίσης, ευκολόπιστοι, γιατί δεν ήταν πολλές ως τώρα οι φορές που έπεσαν θύματα απάτης. Αντιμετωπίζουν, επίσης, τη ζωή με αισιοδοξία· γιατί όπως αυτοί που έχουν πιει πολύ κρασί, έτσι ακριβώς και οι νέοι έχουν μέσα τους, από την ίδια τους τη φύση, μια θέρμη ― την ίδια, βέβαια, στιγμή και γιατί δεν έχουν ακόμη γνωρίσει πολλές αποτυχίες. (20) Ζουν κυρίως με την ελπίδα· ο λόγος είναι ότι η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με το παρελθόν, και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό· στην αρχή, πράγματι, της ζωής του δεν έχει κανείς να θυμάται τίποτε, έχει όμως περιθώριο να ελπίζει τα πάντα. Για τον λόγο αυτό είναι και ευεξαπάτητοι, (25) επειδή εύκολα δημιουργούν μέσα τους ελπίδες. Έχουν, επίσης, θάρρος ― περισσότερο αυτοί από τους άλλους· ο λόγος είναι ότι παραφέρονται εύκολα και είναι γεμάτοι από ελπίδες· η πρώτη από τις ιδιότητες αυτές τους κάνει να μη φοβούνται, ενώ η δεύτερη τους κάνει θαρραλέους: κανένας δεν αισθάνεται φόβο όσο κατέχεται από οργή, και η ελπίδα για κάτι καλό δίνει στον άνθρωπο θάρρος. Είναι, επίσης, συνεσταλμένοι και ντροπαλοί: έχοντας ανατραφεί αποκλειστικά με βάση τους καθιερωμένους κανόνες του κοινωνικού τους περιβάλλοντος δεν φαντάζονται ακόμη ότι υπάρχουν και άλλα όμορφα πράγματα. (30) Είναι, επίσης, μεγαλόψυχοι· γιατί η ζωή δεν τους ταπείνωσε ακόμη, ούτε και δοκίμασαν τη δύναμη της ανάγκης, και το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων είναι μεγαλοψυχία ― αυτό πάλι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που είναι γεμάτος μέσα του από ελπίδες. Προτιμούν, επίσης, να κάνουν όμορφα μάλλον πράγματα παρά πράγματα που τους συμφέρουν· ο λόγος είναι ότι τη ζωή τους τη ρυθμίζουν πιο πολύ οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα παρά ο υπολογισμός: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ η αρετή με το ωραίο. (35) Αγαπούν, επίσης, τους φίλους τους και τους συντρόφους τους περισσότερο [1389b] από ό,τι αυτοί που βρίσκονται σε άλλες ηλικίες, για τον λόγο ότι είναι μια ευχαρίστηση γι' αυτούς να ζουν συντροφιά με άλλους, αλλά και γιατί δεν υπάρχει ακόμη τίποτε που να το κρίνουν με βάση το συμφέρον ― άρα ούτε και τους φίλους τους. Όλα τους τα σφάλματα έχουν την αρχή τους στην υπερβολή και στη σφοδρότητά τους ― κατά παράβαση, βέβαια, του λόγου του Χίλωνα· πραγματικά, ό,τι κάνουν, το κάνουν σε υπερβολικό βαθμό: αγαπούν σε υπερβολικό βαθμό, (5) μισούν σε υπερβολικό βαθμό, το ίδιο και όλα τα άλλα. Πιστεύουν ότι τα ξέρουν όλα, και είναι βέβαιοι για όλα πεισματικά αυτό είναι και η αιτία που ό,τι κάνουν το κάνουν σε βαθμό υπερβολικό. Και οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να προσβάλουν, όχι με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό. Αισθάνονται, επίσης, εύκολα οίκτο, για τον λόγο ότι θεωρούν όλους τους ανθρώπους καλούς ή καλύτερους από αυτό που πράγματι είναι: μετρώντας τους πλησίον τους με μέτρο τη δική τους α–κακία (10) καταλήγουν να θεωρήσουν πως ό,τι παθαίνει ο άλλος, το παθαίνει δίχως να το αξίζει. Τους αρέσουν επίσης τα γέλια και οι χαρές, γιαυτό και είναι πειραχτήρια· γιατί ο αστεϊσμός είναι μια εξευγενισμένη μορφή προσβολής.

ΠΥΓΗ
ΠΥΛΗ http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?t=57&m=1

ανάγκη διδασκαλίας της μουσικής

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΑΡΙΣΤ Πολ 1339a11–1340b19

(ΑΡΙΣΤ Πολ 1337a33–1340b19: Η αγωγή που διαμορφώνει ελεύθερους πολίτες) Ειδικότερα για την ανάγκη διδασκαλίας της μουσικήςΜτφρ. Π. Λεκατσάς. [1939] χ.χ. Αριστοτέλης. Πολιτικά. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.
Περί δε της μουσικής ωρισμένα μεν προβλήματα και πρότερον διετυπώσαμεν, καλόν όμως είναι και τώρα επανελθόντες εις αυτά να τα επαναφέρωμεν εις το μέσον, ίνα καταστούν τρόπον τινα προανάκρουσμα των λόγων, τους οποίους θα ηδύνατο τις να είπη περί αυτής. Διότι ούτε ποίαν (15) δύναμιν έχει αύτη δύναται τις να διακριβώση, ούτε διά ποίον σκοπόν πρέπει αύτη να εκμανθάνεται, εάν δηλαδή εκμανθάνεται διά να χρησιμεύση ως παιδιά ή ανάπαυσις, ως χρησιμεύουν ο ύπνος και ο πότος, (διότι και ταύτα δεν υπάγονται μεν εις τας σοβαράς ασχολίας, είναι όμως ευχάριστα και καταπαύουν τας μερίμνας, ως λέγει ο Ευριπίδης, διό και την μουσικήν μεταξύ των παιδιών τάσσουν και (20) μεταχειρίζονται πάντα ταύτα προς τον αυτόν σκοπόν, ύπνον και μέθην και μουσικήν, μεταξύ δε τούτων και την όρχησιν θέτουν· ή μήπως πρέπει μάλλον να παραδεχθώμεν, ότι η μουσική είναι προς αρετήν συντελεστική (ως δυναμένη, καθ' ον ακριβώς τρόπον και η γυμναστική διαπλάσσει το σώμα κατά τίνα ποιότητα, και η μουσική να διαπλάση κατά τίνα ποιότητα το ήθος, εθίζουσα τούτο εις την ευγενή τέρψιν); (25) ή μήπως χρησιμεύη προς ευχάριστον διαβίωσιν και προς επίτευξιν φρονήσεως; (διότι κατόπιν των δύο προειρημένων δύναται και τούτο να τεθή ως τρίτος σκοπός). Αλλ' ότι μεν η εκπαίδευσις των νέων δεν πρέπει να έχη ως σκοπόν την παιδιάν, είναι αναμφισβήτητον· διότι δεν εκμανθάνουν παίζοντες, αλλά μετά δυσχερείας τινος πάσα μάθησις αποκτάται· άλλ' όμως ουδέ ως τελικός σκοπός διά τους παίδας και τους άγοντας ανώριμον ηλικίαν δέον να τίθεται (30) το πώς θα διάγουν τον καιρόν των· διότι εις ουδέν ατελές ον προσήκει τελικός σκοπός. Ίσως όμως θα ηδύνατο τις να νομίση ότι η σπουδή των παίδων (εις την μουσικήν) γίνεται, όπως αύτη χρησιμεύση εις τούτους ως παιδιά, όταν πλέον θα αποβούν άνδρες εις πλήρη ωριμότητα. Αλλ' εάν η άποψις αύτη είναι ορθή, διά τίνα λόγον παρίσταται ανάγκη αυτοί οι ίδιοι να εκμανθάνουν την μουσικήν, και να την κάμνουν όπως και οι των Περσών και (35) των Μήδων βασιλείς, να απολαμβάνουν τουτέστι την ευχαρίστησιν εκ της μαθήσεως άλλων κατ' επάγγελμα την μουσικήν ασκούντων; Καθόσον μάλιστα κατ' ανάγκην πολύ καλύτερον ησκημένοι είναι εκείνοι, οίτινες μετέρχονται την τέχνην ταύτην ως επάγγελμα ή οι επιμελούμενοι της μουσικής επί τόσον ολίγον χρόνον, όσος αρκεί διά να την μάθουν μόνον. Εάν δε πρέπει να κοπιάζουν επί μακρόν εις τα τοιαύτα οι ίδιοι, (40) τότε ομοίως απαραίτητον είναι να διατρίψουν περί την σπουδήν της μαγειρικής· αλλά τούτο είναι άτυπον. Εις την αυτήν δε απορίαν εμβάλλει και το ζήτημα: εάν δύναται η μουσική να καθιστά βελτίονα τα ήθη· διότι εάν αληθεύη τούτο, τότε προς τι πρέπει αυτοί οι ίδιοι να εκμανθάνουν μουσικήν [1339b] και να μη ακροώνται ταύτης παρ' άλλων εκτελουμένης, ούτως ώστε και ευγενή τέρψιν να απολαμβάνουν και δοκίμως (περί των μουσικών έργων) να αποφαίνωνται, ως οι Λάκωνες; Διότι εκείνοι, μολονότι δεν εκμανθάνουν οι ίδιοι μουσικήν, όμως δύνανται, ως διαθρυλείται, να εκτιμούν ορθώς και τας καλάς και τας κακάς μελωδίας. Το αυτό δε τεκμήριον ισχύει και (5) περί της γνώμης εάν η μουσική πρέπει να χρησιμοποιήται προς αγαθήν διαβίωσιν και προς βίον εις ελευθέρους προσήκοντα· προς τι δηλαδή να την εκμανθάνουν οι ίδιοι και να μη απολαύουν αυτής εκτελουμένης παρ' άλλων: Και δυνάμεθα εν προκειμένω να αποβλέψωμεν και προς την κρατούσαν περί των θεών δοξασίαν· ο Ζευς δηλαδή δεν άδει ούτε κιθαρίζει ο ίδιος, κατά τους ποιητάς. Αλλά και τους ασκούντας το επάγγελμα τούτο καλούμεν βαναύσους (10) και το έργον των ανάξιον δι' άνδρα όστις δεν είναι μεθυσμένος ή δεν το πράττει παιδιάς χάριν.
Αλλ' ίσως περί ταύτα βραδύτερον ασχοληθώμεν· η πρώτη δε έρευνα ημών απέβλεπεν εις την διακρίβωσιν του εάν πρέπει ή όχι να τάξωμεν την μουσικήν εις την παιδείαν και τι εκ των τριών αμφισβητηθέντων επιτυγχάνει ― παιδείαν ή παιδιάν ή ευχάριστον απασχόλησιν. Ευλόγως δε εις πάντα ταύτα κατατάσσεται και (15) πάντων τούτων φαίνεται ότι μετέχει. Διότι και η παιδιά χάριν της αναπαύσεως υπάρχει, η δε ανάπαυσις κατ' ανάγκην πρέπει να είναι ευχάριστος (καθ' όσον θεραπεύει ούτως ειπείν την εκ των μόχθων λύπην), και η άνετος αφ' ετέρου διατριβή πρέπει όχι μόνον το αγαθόν να ενέχη αλλά και την ηδονήν, (διότι το ευδαιμονείν εξ αμφοτέρων τούτων υπάρχει)· (20) η δε μουσική, κατά κοινήν πάντων ημών ομολογίαν, είναι εκ των ηδίστων πραγμάτων, είτε διά του οργάνου είτε και εν συνοδεία μελωδίας εκτελείται (και αυτός μάλιστα ο Μουσαίος είπεν ότι ήδιστον είναι διά τους ανθρώπους το άδειν· διό και εις τας συναναστροφάς και όταν θέλουν να περάσουν ευχαρίστως τον καιρόν των, ευλόγως παραλαμβάνουν αυτήν οι άνθρωποι, ως δυναμένην να ευφραίνη)· συνεπώς και εκ του γεγονότος τούτου θα ηδύνατο να καταλήξη τις εις το συμπέρασμα ότι πρέπει και (25) εις την μουσικήν να εκπαιδεύωνται οι νεώτεροι. Διότι όσα εκ των ευχαρίστων είναι αβλαβή, ου μόνον προς τον τελικόν σκοπόν είναι ευάρμοστα, αλλά και προς την ανάπαυσιν. Επειδή δε εις μεν τον τελικόν σκοπόν ολιγάκις φθάνουν οι άνθρωποι, πολλάκις όμως αναπαύονται και κάμνουν χρήσιν των παιδιών όχι εις τον απώτερον σκοπόν αποβλέποντες τόσον, (30) όσον εις την εξ αυτών ευχαρίστησιν, χρήσιμος δύναται να αποβή εις αυτούς η μουσική αναπαύουσα αυτούς κατά τα διαλείμματα διά των εξ αυτής ευχαριστήσεων. Συμβαίνει δε συνήθως οι άνθρωποι να θεωρούν αυτάς ταύτας τας παιδιάς ως τελικόν σκοπόν· διότι έχει ίσως επίσης και ο τελικός σκοπός ηδονήν τίνα, αλλ' όχι οιανδήποτε ηδονήν· επιζητούντες όμως ταύτην, εκλαμβάνουν εκείνην ως ταύτην, καθ' όσον ομοιάζουν κατά τίνα τρόπον (35) αι τελικαί ενέργειαι των πράξεων. Και τούτο διότι ουδενός ο τελικός σκοπός επιδιώκεται χάριν μέλλοντος αποτελέσματος, ομοίως δε και αι τοιαύται των ηδονών δεν επιδιώκονται χάριν περαιτέρω τινος σκοπού, αλλ' ένεκεν των προγεγεννημένων, οίον πόνων και λύπης. Θα ηδύνατο τις λοιπόν να συμπεράνη ότι ούτος είναι ο λόγος δι' ον οι άνθρωποι επιζητούν την ευδαιμονίαν (40) διά των ηδονών τούτων· αλλά διά την περίπτωσιν της ανάγκης του μετέχειν της μουσικής, δεν υπάρχει μόνος ο λόγος ούτος, αλλά και ο λόγος ότι είναι χρήσιμος, ως φαίνεται, διά τας ώρας της αναπαύσεως. Εν τούτοις πρέπει να εξετάσωμεν μήπως [1340a] τούτο μεν συμβαίνει κατά σύμπτωσιν, η δε φύσις αυτής είναι μείζονος τιμής αξία ή όσην η ειρημένη χρεία αυτής απαιτεί, και συνεπώς μήπως πρέπει να μετέχωμεν της κοινής απ' αυτής ηδονής, ης πάντες έχουν αίσθησιν (διότι η μουσική εν τη φύσει αυτής έχει την ηδονήν ην προξενεί, διό και εις πάσας τας ηλικίας (5) και πάντας τους χαρακτήρας η χρήσις αυτής είναι προσφιλής), αλλά και να παρατηρούμεν μήπως δύναται κατά τι να συντελέση εις την διαμόρφωσιν του ήθους και της ψυχής. Τούτο δε θα καθίστατο φανερόν, εάν απεδεικνύετο ότι οι χαρακτήρες διαμορφούνται ποιοτικώς υπό την επίδρασίν της. Αλλ' όμως ότι συντελείται ποια τις τοιαύτη διαμόρφωσις και διά πολλών μεν άλλων καθίσταται φανερόν, ούχ ήκιστα δε και διά των μελών (10) του Ολύμπου· διότι ταύτα ομολογουμένως πληρούν τας ψυχάς ενθουσιασμού, ο δε ενθουσιασμός είναι πάθος τι του ήθους της ψυχής. Επί πλέον δε οιοσδήποτε ήθελεν ακροασθή της μιμητικής μουσικής περιέρχεται εις αντίστοιχον ψυχικήν κατάστασιν, και <άνευ των λόγων>, απλώς διά του ψιλού ρυθμού και μέλους αυτών. Επειδή δε έχει συμβή να είναι η μουσική έν εκ των ευχαρίστων πραγμάτων, (15) η δε αρετή έγκειται εις το χαίρειν και αγαπάν και μισείν ορθώς, είναι φανερόν ότι υπέρ παν άλλο δέον να συνηθίζη τις εις το ορθώς κρίνειν και εις το χαίρειν εις τα κόσμια ήθη και τας καλάς πράξεις. Παραλλήλως δε προς τα αληθινά φυσικά πάθη ενυπάρχουν εις τας ρυθμικάς και μελωδικάς συνθέσεις ομοιώματα οργής (20) και πραότητος, έτι δε ανδρείας και σωφροσύνης και πάντων των αντιθέτων προς ταύτα, ως και των άλλων ηθικών κατάστασεων (είναι δε φανερόν εκ των πραγμάτων, καθ' όσον μεταβάλλεται αντιστοίχως το θυμικόν μας κατά την ακρόασιν των τοιούτων)· ο εθισμός όμως εκ των ομοίων εις το λυπείσθαι και χαίρειν προσεγγίζει την αντίστοιχον εν τη πραγματικότητι κατάστασιν, (25) (καθ' όσον λ.χ. εάν τις χαίρη θεωρών την εικόνα τινός όχι δι' άλλην αιτίαν, αλλά διά την μορφήν αυτήν ταύτην, είναι φανερόν ότι κατ' ανάγκην θα χαίρη και ενώπιον της όψεως αυτού τούτου του προσώπου, ου την εικόνα βλέπει)· συμβαίνει δε ουδέν εκ των συναισθημάτων χαράς ή λύπης των παραγομένων εκ των άλλων αισθήσεων, ως της (30) αφής ή της γεύσεως, να έχη παράλληλον ομοίωμα χρήσιμον προς την μόρφωσιν των ηθών (εξαιρέσει των εν ακινησία εις την όρασιν υποκειμένων, καθ' όσον ταύτα είναι τύποι παριστώντες χαρακτήρας, αλλά ταύτα περιλαμβάνουν την κατάστασιν ολίγων στιγμών, αφ' ετέρου δε πάντες οι θεώμενοι δεν έχουν την αυτήν εκ τούτων εντύπωσιν· επί πλέον δε δεν είναι ταύτα κυρίως ειπείν χαρακτήρων ομοιώματα, αλλά μάλλον σύμβολα αυτών οι διαγραφόμενοι τύποι και τα χρώματα, εξεικονίζοντα την σωματικήν κατάστασιν οία είναι (35) εν τη εκδηλώσει των παθών· αλλ' όμως, εφ' όσον ενδιαφέρει και η θεωρία τούτων, πρέπει όχι τα του Παύσωνος έργανα θεωρούν οι νέοι, αλλά τα του Πολυγνώτου, και ει τίνος άλλου ζωγράφου ή αγαλματοποιού τα έργα έχουν ιδεαλιστικόν χαρακτήρα)· ενώ αι μελωδίαι είναι αύται καθ' αυτάς απομιμήσεις ηθών, και τούτο είναι φανερόν (40) εξ αυτής της φύσεως των αρμονιών, αίτινες τοσούτον διακρίνονται αλλήλων, ώστε διάφορα πάθη να εξεγείρωνται εκ της ακροάσεως αυτών και να μη διατίθενται οι ακούοντες προς εκάστην εξ αυτών κατά τον ίδιον τρόπον, αλλ' επί το λυπηρότερον [1340b] και καταθλιπτικώτερον προς μερικάς, ως προς την μ ι ξ ο λ υ δ ι σ τ ί καλουμένην, προς άλλας δε μετά τίνος εκλύσεως της διανοητικής ενεργείας, ως συμβαίνει προς τας ηδυπαθείς, μέσην δε ψυχικήν διάθεσιν και μεγάλην γαλήνην να αισθάνωνται προς άλλας, πράγμα όπερ, φαίνεται, κατορθώνει μόνη των αρμονιών η δωριστί, (5) ενώ η φρυγιστί πληροί ενθουσιασμού και εκστάσεως· και ταύτα μεν ορθώς αποφαίνονται οι περί το είδος τούτο της παιδείας φιλοσοφήσαντες, διότι λαμβάνουν την απόδειξιν των λόγων εξ αυτών των πραγμάτων. Τον αυτόν δε χαρακτήρα έχουν και οι ρυθμοί· άλλοι δηλαδή είναι βραδείς και γαλήνιοι, άλλοι δε χαρακτηρίζονται υπό ευκινησίας, εκ τούτων δε άλλοι (10) φορτικωτέρας έχουν τας κινήσεις, άλλοι δε ελευθεριωτέρας. Εκ τούτων λοιπόν είναι φανερόν ότι δύναται η μουσική να παρασκευάζη ποιόν τι το ήθος της ψυχής, εάν δε κατορθώνη τούτο, είναι φανερόν ότι πρέπει να προσάγηται και να εκπαιδεύωνται εν αυτή οι νέοι. Αρμόζει δε και εις την φύσιν της τοιαύτης ηλικίας η (15) διδασκαλία της μουσικής· διότι οι νέοι ένεκεν της ηλικίας ουδέν εστερημένον ευχαριστήσεως υπομένουν εκόντες, η δε μουσική είναι εξ αυτής της φύσεώς της εκ των πραγμάτων άτινα ενέχουν την ευχαρίστησιν. Και φαίνεται ότι υπάρχει μεταξύ ημών και των αρμονιών και των ρυθμών συγγένεια τις· διό και πολλοί εκ των σοφών ισχυρίζονται ότι η ψυχή είναι αρμονία τις ή ότι περιέχει αρμονίαν.
ΠΥΓΗ
ΠΥΛΗhttp://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?t=52&m=1

Τα τρία είδη του ρητορικού λόγου

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1358a36–1359a29

Τα τρία είδη του ρητορικού λόγου
Όπως φανερώνει και ο τίτλος, στα τρία βιβλία του έργου αυτού ο Αριστοτέλης περιγράφει τη ρητορική τέχνη, τα είδη και τα μέσα της. Ο φιλόσοφος όρισε τη ρητορική ως τέχνη της πειθούς, ταξινόμησε τους τρόπους πειθούς (επίκληση στη λογική, στο συναίσθημα και στο ήθος του ομιλητή) και πρόσθεσε ότι ο ρήτορας μεταχειρίζεται τους ρητορικούς συλλογισμούς, τα ἐνθυμήματα , και τα παραδείγματα . Καθώς, όμως, τα περισσότερα ἐνθυμήματα στηρίζονται σε ειδικούς τόπους , δηλαδή σε προκείμενες προτάσεις που προσιδιάζουν σε έναν συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, ο φιλόσοφος θεώρησε στο σημείο αυτό αναγκαίο να καθορίσει τα είδη της ρητορικής, ώστε να είναι σε θέση ο ρήτορας να χρησιμοποιεί τους κατάλληλους κάθε φορά τόπους .Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Τρία είδη ρητορικής υπάρχουν· γιατί τόσων ειδών είναι και οι ακροατές των λόγων. Τρία είναι τα συστατικά στοιχεία ενός λόγου: ο ομιλητής, [1358b] το θέμα για το οποίο μιλάει και, τέλος, αυτός στον οποίο απευθύνεται· αυτός, δηλαδή ο ακροατής, είναι και ο τελικός στόχος του λόγου. Ο ακροατής δεν μπορεί παρά να είναι ή ένας απλός θεατής ή κριτής, κριτής μάλιστα είτε πραγμάτων που έχουν γίνει είτε πραγμάτων που πρόκειται να γίνουν. Για πράγματα που πρόκειται να γίνουν κρίνει π.χ. το μέλος της εκκλησίας του δήμου· (5) γι' αυτά που έχουν ήδη γίνει κρίνει π.χ. ο δικαστής· ο απλός θεατής κρίνει τη δεινότητα του ρήτορα. Υποχρεωτικά, επομένως, τα είδη των ρητορικών λόγων είναι τρία: ο συμβουλευτικός, ο δικανικός και ο επιδεικτικός.
Η συμβουλή είναι ή προτροπή ή αποτροπή· το ένα από αυτά τα δύο δεν κάνουν, πράγματι, (10) πάντοτε και αυτοί που συμβουλεύουν σε ιδιωτικό επίπεδο και αυτοί που μιλούν δημόσια στον λαό; Στη δίκη έχουμε ή κατηγορία ή απολογία· πραγματικά, οι διάδικοι παίζουν υποχρεωτικά ή τον έναν ή τον άλλον από τους δύο αυτούς ρόλους. Στον επιδεικτικό, τέλος, λόγο έχουμε ή έπαινο ή ψόγο.
Ο καθένας τους έχει και τον δικό του χρόνο: ο συμβουλευτικός ρήτορας τον μέλλοντα (15) (γιατί, είτε προτρέπει είτε αποτρέπει, δίνει συμβουλές για πράγματα που πρόκειται να συμβούν), ο δικανικός ρήτορας τον παρελθοντικό χρόνο (γιατί, είτε κατηγορεί είτε απολογείται, ο λόγος του είναι για πράγματα που έχουν ήδη γίνει), ο επιδεικτικός ρήτορας κατά κύριο λόγο τον ενεστώτα (γιατί ο έπαινος ή ο ψόγος όλων τους αναφέρεται σε σύγχρονα γεγονότα), δεν είναι όμως λίγοι και αυτοί που χρησιμοποιούν επίσης τον παρελθοντικό χρόνο (20) ―όταν υπενθυμίζουν πράγματα που έγιναν― ή τον μέλλοντα ― όταν προδιαγράφουν πράγματα που πρόκειται να γίνουν.
Το καθένα από τα είδη αυτά έχει και έναν ιδιαίτερο τελικό στόχο, και καθώς τα είδη είναι τρία, τρεις είναι και οι τελικοί στόχοι. Στόχος του συμβουλευτικού ρήτορα είναι το ωφέλιμο και το βλαβερό (γιατί όποιος προτρέπει, συστήνει αυτό που συστήνει με την ιδέα ότι είναι καλύτερο, και όταν αποτρέπει, αποτρέπει από κάτι που κατά τη γνώμη του είναι χειρότερο)· τους άλλους στόχους τους χρησιμοποιεί συμπληρωματικά: (25) το δίκαιο ή το άδικο, το όμορφο ή το άσχημο. Των δικανικών ρητόρων ο στόχος είναι το δίκαιο και το άδικο, και αυτοί όμως δίπλα σ' αυτόν χρησιμοποιούν συμπληρωματικά και τους άλλους στόχους. Αυτοί, τέλος, που επαινούν ή ψέγουν έχουν για στόχο τους το όμορφο και το άσχημο, και αυτοί όμως συσχετίζουν αυτόν τον στόχο και με τους άλλους στόχους.
Η απόδειξη ότι ο στόχος του καθενός είναι αυτός που είπαμε είναι (30) ότι μερικές φορές ούτε που νοιάζεται ο ρήτορας να συζητήσει τα άλλα αυτά σημεία. Επί παραδείγματι ο δικανικός ρήτορας μπορεί να μην αμφισβητήσει καθόλου ότι η πράξη έγινε ή ότι προκάλεσε ζημία, δεν πρόκειται όμως ποτέ να παραδεχτεί ενοχή για άδικη πράξη· αν το έκανε, δεν θα χρειαζόταν καν να γίνει δίκη. Το ίδιο και οι συμβουλευτικοί ρήτορες: για όλα τα άλλα μπορεί συχνά και να αδιαφορούν, ότι όμως δεν συμβουλεύουν χρήσιμα πράγματα (35) ή ότι αποτρέπουν από χρήσιμα πράγματα, αυτό δεν θα το δέχονταν ποτέ· συχνά δεν νοιάζονται καθόλου να αποδείξουν ότι είναι άδικο να υποδουλώνεις γειτονικούς λαούς και αυτούς που δεν σου έχουν κάνει κανένα κακό. Παρόμοια και αυτοί που επαινούν ή ψέγουν δεν εξετάζουν καθόλου αν η πράξη του τάδε ήταν ωφέλιμη γι' αυτόν ή βλαβερή· [1359a] ίσα ίσα πολλές φορές θεωρούν άξιο επαίνου το ότι, αδιαφορώντας για το προσωπικό του συμφέρον, έκανε κάτι που ήταν όμορφο· επαινούν π.χ. τον Αχιλλέα που πρόστρεξε στον φίλο του τον Πάτροκλο, μολονότι ήξερε ότι ήταν μοιραίο τότε γι' αυτόν να πεθάνει, ενώ μπορούσε να μείνει ζωντανός: (5) για τον Αχιλλέα ο θάνατος αυτού του είδους ήταν πιο ωραίος· το συμφέρον του, βέβαια, ήταν να μείνει στη ζωή.
Από αυτά που είπαμε έγινε φανερό ότι ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει, πρώτα πρώτα, έτοιμες τις προκείμενες προτάσεις του πάνω στα τρία αυτά σημεία. Τα τεκμήρια, τα πιθανά και οι ενδείξεις είναι οι προκείμενες προτάσεις του ρήτορα. Γενικά ο συλλογισμός βασίζεται σε προκείμενες προτάσεις, και το ενθύμημα (10) είναι ένας συλλογισμός που τον αποτελούν προκείμενες σαν αυτές που είπαμε.
Με δεδομένο τώρα ότι δεν μπορεί ούτε να έχουν γίνει στο παρελθόν ούτε να γίνουν στο μέλλον τα αδύνατα πράγματα αλλά μόνο τα δυνατά· με δεδομένο επίσης ότι αυτά που δεν έγιναν ή δεν πρόκειται να γίνουν δεν είναι δυνατό τα πρώτα να έχουν γίνει στο παρελθόν και τα δεύτερα να γίνουν στο μέλλον, υποχρεωτικά και ο συμβουλευτικός και ο δικανικός (15) και ο επιδεικτικός ρήτορας πρέπει να έχουν έτοιμες προκείμενες προτάσεις σχετικές με το δυνατό και το αδύνατο: το πράγμα μπορεί να έγινε ή δεν μπορεί να έγινε; μπορεί να γίνει ή δεν μπορεί να γίνει; Επίσης: Δεδομένου ότι όλοι οι ρήτορες, είτε επαινούν είτε ψέγουν, είτε προτρέπουν είτε αποτρέπουν, είτε κατηγορούν είτε απολογούνται, όχι μόνο προσπαθούν να αποδείξουν αυτά που είπαμε, (20) αλλά και ότι το καλό ή το κακό, το όμορφο ή το άσχημο, το δίκαιο ή το άδικο είναι μεγάλο ή μικρό ―είτε αντιμετωπίζοντας τα πράγματα καθεαυτά είτε συγκρίνοντάς τα μεταξύ τους―, είναι φανερό ότι θα πρέπει να έχουν προκείμενες προτάσεις και για το μέγεθος ή τη μικρότητα, για το μεγαλύτερο ή το μικρότερο ― φυσικά, και από τη γενική άποψη αλλά και για την κάθε επιμέρους περίπτωση· (25) π.χ. ποιο καλό, ποια άδικη ή ποια δίκαιη πράξη είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη ― το ίδιο και για τις υπόλοιπες περιπτώσεις.
Είπαμε λοιπόν ό,τι είχαμε να πούμε για τα θέματα για τα οποία ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει έτοιμες προκείμενες προτάσεις. Στη συνέχεια πρέπει να μιλήσουμε ξεχωριστά για το καθένα είδος ρητορικού λόγου· με τι δηλαδή ασχολούνται οι συμβουλευτικοί λόγοι, με τι οι επιδεικτικοί και, τρίτον, με τι οι λόγοι των δικαστηρίων.

ΠΥΓΗ ΠΥΛΗ

Η εὐδαιμονία είναι ο σκοπός του ατόμου και της πολιτείας – Πώς εξασφαλίζεται αυτή

Αριστο 17

Προτομή στο Λούβρο

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1360b4–1362a14

Η εὐδαιμονία είναι ο σκοπός του ατόμου και της πολιτείας – Πώς εξασφαλίζεται αυτή
Ο Αριστοτέλης εξέθεσε διεξοδικά τα θέματα για τα οποία διαβουλεύονται συνήθως οι πολίτες. Ο ρήτορας που θα προτρέψει ή θα αποτρέψει τους συμπολίτες του εκφωνώντας έναν συμβουλευτικό λόγο οφείλει να έχει γνώσεις για τα ζητήματα αυτά και να έχει προετοιμάσει τις προκείμενες προτάσεις πάνω στις οποίες θα στηρίξει τους συλλογισμούς του.

Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Οι άνθρωποι ―ο καθένας ως άτομο αλλά και όλοι μαζί ως κοινότητα― έχουν, σχεδόν όλοι τους, κάποιον σκοπό, (5) που θέλοντας να τον πραγματοποιήσουν επιλέγουν ή αποφεύγουν ορισμένα πράγματα. Για να το πούμε με δυο λόγια, ο σκοπός αυτός είναι η ευδαιμονία και τα μέρη της. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν ―έτσι, για να δώσουμε ένα παράδειγμα― να δώσουμε έναν γενικό ορισμό της ευδαιμονίας και των συστατικών της μερών· (10) γιατί όλες οι προτροπές και όλες οι αποτροπές έχουν να κάνουν με την ευδαιμονία και με ό,τι συμβάλλει σ' αυτήν ή εναντιώνεται σ' αυτήν. Γιατί από τη μια πρέπει να κάνουμε καθετί που πραγματώνει την ευδαιμονία ή κάποιο από τα μέρη της, ή καθετί που την αυξάνει, και από την άλλη να μην κάνουμε καθετί που την καταστρέφει, την παρεμποδίζει ή επιφέρει το αντίθετό της.
Ας δεχτούμε λοιπόν ότι η ευδαιμονία είναι η συνδυασμένη με την αρετή ευτυχία, ή η αυτάρκεια στη ζωή, (15) ή η πιο ευχάριστη, συνδυασμένη με ασφάλεια, ζωή, ή η αφθονία κτημάτων και προσωπικού συνδυασμένη με την ικανότητα να τα προστατεύει και να τα χρησιμοποιεί: όλοι σχεδόν οι άνθρωποι συμφωνούν ότι η ευδαιμονία είναι ένα ή περισσότερα από αυτά τα πράγματα.
Αν λοιπόν η ευδαιμονία είναι κάτι τέτοιο, δεν μπορεί παρά μέρη της να είναι (20) η ευγένεια της καταγωγής, ο μεγάλος αριθμός φίλων, οι καλοί φίλοι, ο πλούτος, τα καλά παιδιά, τα πολλά παιδιά, τα καλά γηρατειά· επίσης τα σωματικά χαρίσματα (π.χ. υγεία, ομορφιά, δύναμη, παράστημα, αθλητικές επιδόσεις), το καλό όνομα, οι τιμές, η καλή τύχη, η αρετή [ή και τα μέρη της: φρόνηση, ανδρεία, δικαιοσύνη, εγκράτεια]. Πραγματικά, τότε μόνο θα μπορούσε κανείς να είναι απολύτως αυτάρκης, (25) αν διέθετε και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά αγαθά ― άλλα, βέβαια, πέρα από αυτά δεν υπάρχουν. «Εσωτερικά» αγαθά είναι όσα σχετίζονται με την ψυχή και το σώμα, ενώ «εξωτερικά» είναι η ευγένεια της καταγωγής, οι φίλοι, ο πλούτος, οι τιμές. Επιπλέον, θεωρούμε ότι καλό είναι να διαθέτει κανείς ικανότητες που του εξασφαλίζουν δύναμη, καθώς και καλή τύχη· γιατί τότε η ζωή είναι πράγματι απολύτως ασφαλής. (30) Ας δώσουμε λοιπόν τώρα με τον ίδιο τρόποτον ορισμό του καθενός από αυτά.
Ευγένεια καταγωγής στην περίπτωση ενός λαού ή μιας πόλης είναι οι πολίτες να είναι αυτόχθονες ή από πολύ παλιά εγκαταστημένοι σ' αυτόν τον τόπο· ακόμη οι πρώτοι ηγεμόνες τους να ήταν διακεκριμένοι άνδρες, από τους οποίους να γεννήθηκαν επίσης πολλοί διάσημοι για αξιοζήλευτα πράγματα άνδρες. Σε ένα άτομο η ευγένεια ξεκινάει είτε από την πλευρά του πατέρα είτε από την πλευρά της μητέρας, (35) και πρέπει να υπάρχει γνησιότητα και από τις δύο πλευρές· επίσης, όπως στην περίπτωση της πόλης, οι παλαιότεροι πρόγονοι να είχαν διακριθεί στην αρετή, στον πλούτο ή σε κάτι άλλο από αυτά που τιμούν οι άνθρωποι, και ακόμη να προήλθαν από την ίδια γενιά πολλά επιφανή άτομα, άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι.
Η ευτεκνία και η πολυτεκνία είναι ολοφάνερα πράγματα. Για την πόλη έχουν το νόημα [1361a] μιας νεολαίας πολυάριθμης και καλής ― καλής σε ό,τι αφορά στα σωματικά προσόντα, π.χ. στο παράστημα, στην ομορφιά, στη δύναμη, στις αθλητικές επιδόσεις· ψυχικές αρετές του νέου είναι η εγκράτεια και η ανδρεία. Στο επίπεδο των ατόμων ευτεκνία και πολυτεκνία είναι να έχει κανείς πολλά αυτού του είδους δικά του παιδιά, (5) αγόρια και κορίτσια. Για τα κορίτσια σωματικές αρετές είναι η ομορφιά και το παράστημα· ψυχικές αρετές είναι η εγκράτεια και η φιλεργία, δίχως δουλικότητα. Και στα δύο επίπεδα, των ατόμων και της πόλης, πρέπει να επιδιώκεται να υπάρχει η καθεμιά από τις ιδιότητες αυτές και στους άντρες και στις γυναίκες· γιατί όπου, (10) στη Λακεδαίμονα π.χ., τα πράγματα τα σχετικά με τις γυναίκες είναι κατώτερης στάθμης, οι άνθρωποι αυτοί ευδαιμονούν μόνο κατά το ήμισυ.
Στοιχεία πλούτου είναι τα πολλά χρήματα, τα πολλά ακίνητα, η κατοχή καλλιεργήσιμων εκτάσεων αξιοσημείωτων από την πλευρά του αριθμού, του μεγέθους και της ομορφιάς τους· επίσης η κατοχή δούλων και κοπαδιών αξιοσημείωτων από την πλευρά του αριθμού και της ομορφιάς τους (15) ― και όλα αυτά να ανήκουν προσωπικά στο συγκεκριμένο άτομο, να είναι ασφαλή, να τα μεταχειρίζεται με τρόπο που ταιριάζει σε έναν ελεύθερο άνθρωπο και να είναι χρήσιμα. Χρήσιμα είναι κυρίως αυτά που αποδίδουν καρπούς, ενώ ταιριαστά σε έναν ελεύθερο άνθρωπο είναι αυτά που του προσφέρουν απόλαυση. Με το «αποδίδουν καρπούς» θέλω να πω: φέρνουν εισόδημα, ενώ με το «προσφέρουν απόλαυση» εννοώ αυτά από τα οποία τίποτε το αξιόλογο δεν έχει να κερδίσει κανείς πέρα από τη χρήση τους. Η ασφάλεια ορίζεται (20) ως η κατοχή της περιουσίας σε τέτοιο τόπο και με τέτοιον τρόπο ώστε η χρήση της να είναι στα χέρια μόνο του κατόχου της. Όταν, πάλι, λέω «η περιουσία να ανήκει προσωπικά στο συγκεκριμένο άτομο», εννοώ ο κάτοχός της να έχει το δικαίωμα να την απαλλοτριώσει· με την «απαλλοτρίωση» εννοώ να χαρίσει την περιουσία του ή να την πουλήσει. Γενικά ο πλούτος συνίσταται πιο πολύ στη χρήση παρά στην κατοχή· γιατί πλούτος είναι η πραγμάτωση των δυνατοτήτων που προσφέρουν αυτού του είδους τα αγαθά, δηλαδή η χρήση τους.
(25) Το καλό όνομα συνίσταται στο να θεωρείται το άτομο αξιόλογο από όλους, ή το να έχει αυτό που όλοι οι άνθρωποι ή οι περισσότεροι ή οι καλοί ή οι φρόνιμοι επιθυμούν να έχουν.
Οι τιμές που δέχεται κανείς είναι σημάδι του καλού ονόματος που έχει ότι κάνει το καλό. Τιμώνται κατά κύριο λόγο ―δικαίως― αυτοί που έχουν ήδη κάνει το καλό· τιμάται, ωστόσο, και αυτός που έχει τη δυνατότητα να το κάνει. (30) Λέγοντας «κάνω το καλό» αναφερόμαστε είτε στην προσωπική ασφάλεια και σε όσα διασφαλίζουν τη ζωή, είτε στον πλούτο, είτε σε κάποιο άλλο αγαθό, που η απόκτησή του δεν είναι εύκολη ή εν γένει ή σ' έναν συγκεκριμένο τόπο ή σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή· πολλοί, πράγματι, κερδίζουν τιμές για ασήμαντες ευεργεσίες, η αιτία όμως είναι ο τόπος και η περίσταση. Επιμέρους εκδηλώσεις τιμής είναι οι θυσίες, οι έμμετρες ή πεζές αναμνηστικές επιγραφές, (35) τα προνόμια, οι παραχωρήσεις γης, οι πρωτοκαθεδρίες, οι δημόσιες ταφές, τα αγάλματα, η δημόσια σίτιση, οι βαρβαρικές συνήθειες όπως η προσκύνηση, η παραχώρηση θέσης, η παραχώρηση προτεραιότητας· τέλος τα δώρα που θεωρούνται πολύτιμα και τιμητικά στην κάθε επιμέρους κοινωνία. Πραγματικά, το δώρο είναι μια παροχή και την ίδια στιγμή σημάδι τιμής· αυτός είναι και ο λόγος που τα επιθυμούν και οι φίλοι των χρημάτων και οι φίλοι των τιμών· [1361b]γιατί έχει μέσα του και για τους δύο αυτό που ο καθένας τους επιθυμεί: είναι ένα απόκτημα ―κάτι που το επιθυμούν οι φιλοχρήματοι― και μια τιμή ― κάτι που το επιθυμούν οι φίλοι των τιμών.
Σωματικό χάρισμα είναι η υγεία, με το νόημα να μπορεί κανείς, δίχως να αρρωσταίνει, να χρησιμοποιεί το σώμα του· γιατί πολλοί είναι υγιείς με τον τρόπο που λένε πως ήταν ο Ηρόδικος, (5) που όμως κανείς δεν θα τους καλοτύχιζε για την υγεία τους, αφού ήταν απαραίτητος όρος η αποχή από όλες ή από τις περισσότερες ανθρώπινες απολαύσεις. Η ομορφιά είναι κάτι το διαφορετικό από ηλικία σε ηλικία: Η ομορφιά του νέου συνίσταται στο να έχει το σώμα του ικανό για όλους τους κόπους, τόσο για τους κόπους των αγώνων δρόμου όσο και για τους κόπους των αθλημάτων που απαιτούν δύναμη και ορμή, και ακόμη να προσφέρει στα μάτια των άλλων την απόλαυση ενός ευχάριστου θεάματος (10) (γι' αυτό και οι αθλητές του πένταθλου είναι πολύ όμορφοι, επειδή είναι από τη φύση τους εφοδιασμένοι με δύναμη και ταχύτητα). Η ομορφιά του ώριμου άντρα συνίσταται στην αντοχή στις κακουχίες του πολέμου και μαζί στο να θεωρείται ευχάριστος στην όψη, εμπνέοντας όμως συγχρόνως και φόβο. Η ομορφιά του γέρου συνίσταται στην ικανότητά του να αντέχει στους απαραίτητους κόπους δίχως να προκαλεί λύπες και στενοχώριες στον εαυτό του και στους άλλους, όντας απαλλαγμένος από καθετί δυσάρεστο που συνοδεύει τα γηρατειά. (15) Σωματική δύναμη είναι το να μπορεί κανείς να μετακινεί κάτι όπως θέλει: υποχρεωτικά το μετακινεί ή τραβώντας το ή σπρώχνοντάς το ή σηκώνοντάς το ψηλά ή πιέζοντάς το ή σφίγγοντάς το· επομένως σωματικά δυνατός είναι αυτός που μπορεί να κάνει ή όλα αυτά ή μερικά από αυτά. Εξαιρετικό παράστημα θα πει να ξεπερνάει κανείς τους πολλούς στο ύψος, στον όγκο και στο φάρδος, σε τέτοιο όμως βαθμό (20) ώστε οι κινήσεις του σώματος να μη γίνονται βραδύτερες από την υπερβολή αυτών των χαρακτηριστικών. Η ικανότητα του σώματος για αθλητικές επιδόσεις είναι ένας συνδυασμός μεγέθους και δύναμης (ο ταχύς είναι, στην πραγματικότητα, δυνατός): αυτός που μπορεί να εξακοντίζει με έναν ορισμένο τρόπο τα σκέλη του, να τα κουνάει γρήγορα και με μεγάλους διασκελισμούς, είναι καλός στο τρέξιμο· αυτός που μπορεί να σφίγγει και να συγκρατεί, είναι καλός στην πάλη· (25) αυτός που μπορεί να απωθεί με χτυπήματα, είναι καλός στην πυγμαχία· αυτός που μπορεί να κάνει και τα δύο αυτά, είναι καλός στο παγκράτιο, ενώ αυτός που μπορεί να τα κάνει όλα, είναι καλός στο πένταθλο. Καλά γηρατειά είναι αυτά που έρχονται με αργό ρυθμό, δίχως λύπες και στενοχώριες· δεν έχει πράγματι καλά γεράματα ούτε αυτός που γερνάει γρήγορα ούτε αυτός που γερνάει μεν σιγά σιγά, με λύπες όμως και με στενοχώριες. Το πράγμα εξαρτάται, επίσης, από τα σωματικά χαρίσματα και από την καλή τύχη· γιατί αν δεν είναι κανείς απαλλαγμένος από αρρώστιες (30) και αν δεν είναι σωματικά δυνατός, δεν γίνεται να μην υποφέρει· και, πάλι, δίχως καλή τύχη δεν θα μπορέσει να ζήσει για πολλά χρόνια χωρίς τα βάσανα των γηρατειών. Πέρα όμως από την υγεία και τη σωματική δύναμη υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο που οδηγεί στη μακροβιότητα· πολλοί, πράγματι, είναι μακρόβιοι και δίχως να έχουν τα σωματικά αυτά χαρίσματα, η λεπτομερειακή όμως συζήτηση αυτού του θέματος δεν έχει αυτή τη στιγμή κανένα νόημα.
(35) Η πολυφιλία και η χρηστοφιλία εύκολα γίνονται αντιληπτές, αν ορισθεί ο φίλος: Φίλος είναι το πρόσωπο που εργάζεται για να εξασφαλίσει σε κάποιον άλλον ό,τι θεωρεί πως είναι καλό γι' αυτόν. Όποιος λοιπόν έχει πολλούς ανθρώπους που δείχνουν τέτοια διάθεση απέναντί του, αυτός είναι πολύφιλος· αν αυτοί είναι και χρηστοί άνθρωποι, τότε είναι χρηστόφιλος.
Καλή τύχη είναι να αποκτά κανείς [1362a] και να έχει ή όλα ή τα πιο πολλά ή τα σημαντικότερα από τα αγαθά που οφείλονται στην τύχη. Η τύχη είναι αιτία μερικών αγαθών που μπορούν να παράγονται και από τις τέχνες, και πολλών όμως άλλων που δεν έχουν καμία σχέση με τις τέχνες, όπως π.χ. αυτών που η αρχή τους βρίσκεται στη φύση (δεν αποκλείεται, ωστόσο, η τύχη να είναι και αντίθετη προς τη φύση): αιτία της υγείας είναι η τέχνη, (5) της ομορφιάς και του παραστήματος η φύση. Γενικά στην τύχη οφείλονται τα αγαθά που προκαλούν τον φθόνο. Η τύχη είναι επίσης η αιτία αγαθών που είναι πέρα από κάθε λογική προσδοκία, όπως π.χ. όταν όλα τα αδέρφια είναι άσχημα και μόνο ένα είναι όμορφο, ή οι άλλοι δεν είδαν τον θησαυρό, ενώ αυτός τον βρήκε, ή αν το βέλος πέτυχε τον διπλανό του και όχι αυτόν, (10) ή αν κάποιος που σύχναζε σε ορισμένο μέρος ήταν ο μόνος που δεν πήγε εκεί, ενώ αυτοί που πήγαν εκεί για πρώτη φορά, βρήκαν τον θάνατο: όλα αυτά μοιάζουν να είναι παραδείγματα καλής τύχης.
Όσο για την αρετή, επειδή αυτή είναι ο στενότερα δεμένος με τις διάφορες μορφές επαίνου τόπος, θα δώσουμε τον ορισμό της, όταν θα μιλήσουμε για τον έπαινο.
ΠΥΓΗ ΠΥΛΗ

ΑΓΑΠΗ -ΕΧΘΡΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο Αριστοτέλης στον Αγιο Δημήτριο Χρυσάφων Λακωνίας
Ο Αριστοτέλης στον Αγιο Δημήτριο Χρυσάφων Λακωνίας

(ΑΡΙΣΤ Ρητ 1380b35–1383b10: Λόγος περὶ παθῶν) Αγάπη και έχθρα
Στο δεύτερο βιβλίο ο Αριστοτέλης προσπαθεί να εφοδιάσει τους ρήτορες με τα εργαλεία πειθούς που απευθύνονται στο θυμικό του ακροατηρίου τους. Ο ρήτορας οφείλει να γνωρίζει πώς θα διεγείρει ή θα κατευνάσει στην ψυχή των ακροατών του τα λεγόμενα πάθη (ως πάθη θεωρεί ο φιλόσοφος όσα προκαλούν μεταβολές στην ψυχική, σωματική και νοητική κατάσταση των ανθρώπων και συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια). Μετά την οργή και την πραότητα εξετάζονται η φιλία και το μῖσος .Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Ας πούμε τώρα ποιους αγαπούν οι άνθρωποι και θέλουν να τους έχουν φίλους τους και ποιους μισούν, καθώς και για ποιον λόγο ― αφού όμως πρώτα δώσουμε τον ορισμό της φιλίας και της αγάπης. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω γι' αυτόν καθετί που το θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· [1381a] κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος. Φίλος είναι το πρόσωπο που αγαπά με τον τρόπο που είπαμε και αγαπιέται με τον ίδιο τρόπο: όσοι πιστεύουν ότι η σχέση τους είναι αυτού του είδους, θεωρούν ότι είναι φίλοι. Με όλα αυτά να τα έχουμε δεχτεί, καταλήγουμε πια ―υποχρεωτικά― στο ότι φίλος είναι αυτός που χαίρεται με τα καλά και λυπάται με τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στον φίλο του (5) ― και αυτό όχι για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για χάρη εκείνου. Αλήθεια, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη χαίρεται όταν πραγματοποιούνται όλα όσα επιθυμεί και να μη λυπάται όταν του συμβαίνουν τα αντίθετα· αυτό θα πει ότι σημάδι αυτού που επιθυμούμε είναι, κάθε φορά, οι λύπες και οι χαρές μας. Φίλοι γίνονται επίσης αυτοί που ό,τι θεωρεί καλό ο ένας, το θεωρεί καλό και ο άλλος· και ό,τι θεωρεί κακό ο ένας, το θεωρεί κακό και ο άλλος. Επίσης αυτοί που έχουν τους ίδιους φίλους και τους ίδιους εχθρούς· ο λόγος είναι ότι αναγκαστικά οι άνθρωποι αυτοί έχουν τις ίδιες επιθυμίες, (10) και φυσικά όποιος επιθυμεί για τον άλλο αυτά που επιθυμεί για τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί παρά να είναι φίλος αυτού του ανθρώπου. Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς από τους οποίους έχουν ευεργετηθεί, ή οι ίδιοι ή αυτοί για τους οποίους οι ίδιοι ενδιαφέρονται, και αν το καλό που τους έγινε ήταν μεγάλο, ή έγινε με προθυμία, ή κάτω από ορισμένες συνθήκες, και πάντως αποκλειστικά για χάρη τους ― και αυτούς όμως για τους οποίους πιστεύουν πως έχουν τη θέληση να τους ευεργετήσουν. Φίλους τους κάνουν επίσης οι άνθρωποι τους φίλους των φίλων τους, καθώς και αυτούς που αγαπούν όσους αγαπούν και οι ίδιοι· (15) επίσης όσους έχουν κερδίσει την αγάπη εκείνων που έχουν κερδίσει τη δική τους αγάπη. Με τον ίδιο τρόπο: φίλους τους κάνουν αυτούς που έχουν γίνει μισητοί σ' αυτούς στους οποίους έγιναν μισητοί και οι ίδιοι, αυτούς που μισούν όσους μισούν και οι ίδιοι, τέλος αυτούς που μισούνται από αυτούς που μισούν οι ίδιοι: είναι φανερό ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι καλά είναι τα ίδια ακριβώς που θεωρούν καλά και οι ίδιοι, και έτσι επιθυμούν αυτά που είναι καλά για τους ίδιους· αυτό δεν ήταν το κύριο γνώρισμα του φίλου; Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που έχουν τη θέληση και τη δύναμη να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους άλλους, είτε σε χρήμα είτε για να τους σώσουν· (20) αυτός είναι ο λόγος που τιμούν τους γενναιόδωρους, τους ανδρείους και τους δίκαιους (δίκαιους θεωρούν οι άνθρωποι αυτούς που δεν ζουν σε βάρος άλλων· τέτοιοι είναι όσοι κερδίζουν τη ζωή τους από τη δουλειά τους· αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η περίπτωση των γεωργών και, από όλους τους άλλους, η περίπτωση αυτών που ασκούν χειρωνακτικά επαγγέλματα). Αυτούς, επίσης, που μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους ― γιατί αυτοί δεν μπορούν να είναι άδικοι. Για τον ίδιο λόγο και αυτούς που δεν ανακατεύονται στις ξένες υποθέσεις. (25) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς με τους οποίους επιθυμούμε να γίνουμε φίλοι (αν δείχνουν καθαρά ότι το επιθυμούν και αυτοί)· τέτοιοι είναι οι ενάρετοι άνθρωποι και αυτοί που έχουνκαλό όνομα ― είτε ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, είτε ανάμεσα στους πιο διαλεχτούς, είτε ανάμεσα σε αυτούς που θαυμάζουμε, είτε ανάμεσα σε αυτούς που μας θαυμάζουν. Επίσης αυτούς που είναι μια ευχαρίστηση να περνάς παρέα τη μέρα σου μαζί τους· (30) τέτοιοι είναι οι βολικοί άνθρωποι, αυτοί που δεν ζητούν να ελέγχουν τα σφάλματα των άλλων, αυτοί που δεν τα βάζουν με όλους και δεν τσακώνονται με όλους (όσοι τα κάνουν όλα αυτά είναι άνθρωποι εριστικοί, και οι εριστικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν επιθυμίες αντίθετες με τις δικές μας)· τέτοιοι είναι επίσης οι άνθρωποι που ξέρουν να πειράζουν, αλλά και να δέχονται το πείραγμα: και των δύο αυτών κατηγοριών τα άτομα στοχεύουν στο ίδιο πράγμα, αφού έχουν τη δύναμη και να δέχονται το πείραγμα και να πειράζουν τους άλλους με χάρη. (35) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς που επαινούν τις καλές μας ιδιότητες, ιδίως εκείνες που φοβούμαστε πως δεν τις έχουμε. [1381b] Όπως και αυτούς που έχουν καθαρή εξωτερική εμφάνιση, καθαρά ρούχα, καθαρό γενικά τρόπο ζωής. Αυτούς, επίσης, που δεν σπεύδουν να κάνουν τα σφάλματά μας ή τις ευεργεσίες που μας έχουν κάνει αφορμή για να μας ψέξουν: και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που τους αρέσει να ελέγχουν και να επικρίνουν τους άλλους. Αγαπούν, επίσης, οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που δεν μνησικακούν και δεν φυλάγουν μέσα τους παράπονα για το κακό που τους έχει γίνει, (5) αλλά έχουν εύκολη τη συμφιλίωση: όπως τους βλέπουν να συμπεριφέρονται στους άλλους, ίδιοι, λένε, θα είναι και σ' αυτούς. Επίσης αυτούς που δεν κακολογούν ούτε καταγράφουν τις ελλείψεις ―των αλλωνών ή των φίλων τους― αλλά μόνο τα καλά τους: έτσι κάνουν οι καλοί άνθρωποι. Επίσης αυτούς που δεν αντιμιλούν στον θυμωμένο ή στον σοβαρά απασχολημένο με κάτι: (10) όσοι δεν συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο είναι άνθρωποι εριστικοί. Επίσης αυτούς που τους δείχνουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αισθήματα σεβασμού και ευλάβειας· που τους θαυμάζουν, λ.χ., ή τους θεωρούν καλούς ανθρώπους και ευχαριστιούνται μαζί τους και μάλιστα όταν τους δείχνουν τέτοια αισθήματα για πράγματα για τα οποία οι ίδιοι επιθυμούν να τους θαυμάζουν οι άλλοι ή να τους θεωρούν καλούς ή ευχάριστους ανθρώπους. (15) Κάνουν επίσης φίλους τους αυτούς που τους μοιάζουν και έχουν τις ίδιες με αυτούς ασχολίες ― φτάνει να μη γίνονται ενοχλητικοί στους ίδιους και να μη κερδίζουν με τον ίδιο τρόπο τη ζωή τους γιατί τότε γίνεται αυτό που λέμε «ο κανατάς μισεί τον κανατά». Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τις ίδιες επιθυμίες ― με τον όρο, βέβαια, ότι μπορούν να τις ικανοποιήσουν και οι δύο· αλλιώς θα συμβεί ό,τι και στην προηγούμενη περίπτωση. Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τέτοιου είδους σχέσεις, ώστε να μη ντρέπονται να κάνουν μπροστά τους πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα (20) ― με τον όρο, φυσικά, ότι η διαγωγή αυτή δεν οφείλεται σε περιφρόνηση. Επίσης αυτούς μπροστά στους οποίους ντρέπονται να κάνουν πράγματα που είναι πράγματι κακά. Αυτούς επίσης με τους οποίους έχουν τη φιλοδοξία να αναμετριούνται, ή αυτούς των οποίων θέλουν να προκαλούν τη ζηλοτυπία, όχι όμως τον φθόνο: όλους αυτούς ή τους αγαπούν ή θέλουν να τους έχουν φίλους τους. Επίσης αυτούς που οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν να πετύχουν κάτι καλό ― φτάνει να μη προκύψουν για τους ίδιους κακά μεγαλύτερα από το καλό που θα κερδίσουν εκείνοι. Επίσης αυτούς που όποιον αγαπούν, (25) τον αγαπούν το ίδιο παρόντα ή απόντα· να γιατί όλοι αγαπούν και θέλουν φίλους τους αυτούς που δείχνουν τέτοιου είδους αισθήματα απέναντι σε πρόσωπα που έχουν πια πεθάνει. Γενικά αυτούς που αγαπούν πάρα πολύ τους φίλους τους και δεν τους εγκαταλείπουν στις δύσκολες στιγμές τους· ο λόγος είναι ότι από όλους τους καλούς οι άνθρωποι αγαπούν πολύ περισσότερο αυτούς που είναι καλοί φίλοι. Επίσης αυτούς που δεν υποκρίνονται μπροστά τους· τέτοιοι είναι οι άνθρωποι που δεν διστάζουν να τους μιλούν και για τα ελαττώματά τους· (30) το είπαμε πιο πριν: μπροστά στους φίλους μας δεν ντρεπόμαστε να κάνουμε πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα· αν λοιπόν αυτός που ντρέπεται δεν είναι φίλος, θα πρέπει λογικά να είναι φίλος αυτός που δεν ντρέπεται. Επίσης αυτούς που δεν μας προκαλούν κανέναν φόβο, αλλ', ίσα ίσα, ένα αίσθημα ασφάλειας· ποιος, αλήθεια, αγαπάει και θέλει για φίλο του έναν άνθρωπο που του προκαλεί φόβο;
Είδη φιλίας: η φιλία των συντρόφων, η φιλία των μελών μιας οικογένειας, η φιλία των συγγενών, και άλλα παρόμοια.
(35) Τη φιλία τη γεννάει το να κάνει κανείς μια χάρη, το να την κάνει δίχως να του τη ζητήσουν, και αφού την κάνει να μη την κοινολογήσει· γιατί τότε φαίνεται ότι έγινε για τον φίλο και όχι για κάποιον άλλο λόγο.
[1382a] Όσο για την έχθρα και το μίσος, είναι φανερό ότι μπορούμε να τα αναλύσουμε ως αντίθετα προς όσα είπαμε. Την έχθρα τη γεννούν η οργή, η κακεντρεχής εναντίωση στη θέλησή μας, η διαβολή. Η οργή γεννιέται από πράγματα που στρέφονται προσωπικά εναντίον μας, ενώ μίσος υπάρχει και όταν τα πράγματα δεν στρέφονται προσωπικά εναντίον μας: μόλις σχηματίσουμε τη γνώμη πως ένας άνθρωπος έχει τον τάδε χαρακτήρα, (5) τον μισούμε. Έπειτα η οργή στρέφεται εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, του τάδε ή του τάδε, π.χ. εναντίον του Καλλία ή εναντίον του Σωκράτη, ενώ το μίσος το αισθανόμαστε και για κατηγορίες ανθρώπων: όλοι μας μισούμε τους κλέφτες ή τους συκοφάντες. Την οργή τη θεραπεύει ο χρόνος, ενώ το μίσος δεν έχει γιατρειά. Η οργή επιθυμεί να προξενήσει προσωρινή στενοχώρια, ενώ το μίσος μόνιμη βλάβη: ο θυμωμένος θέλει να γίνει αντιληπτός από τον άλλον, ενώ αυτός που μισεί δεν δίνει καμιά σημασία σ' αυτό. (10) Τα οδυνηρά πράγματα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, ενώ τα μέγιστα κακά (η αδικία, ας πούμε, ή η παραφροσύνη) ελάχιστα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις· πραγματικά, η παρουσία της κακίας δεν προκαλεί καμία λύπη. Η οργή συνοδεύεται από λύπη, το μίσος όχι: όλοι το ξέρουμε πως ο θυμωμένος είναι στενοχωρημένος, ενώ δεν είναι εκείνος που μισεί. Εκτός αυτού, ο θυμωμένος μπορεί κάποτε, ύστερα από πολλά, να νιώσει συμπόνια γι' αυτόν με τον οποίο ήταν θυμωμένος· ο άλλος σε καμιά περίπτωση· (15) ο θυμωμένος ένα μόνο θέλει: να υποφέρει με τη σειρά του και αυτός με τον οποίο ο ίδιος είναι θυμωμένος, ενώ αυτός που μισεί επιθυμεί να πάψει να υπάρχει ο άλλος.
Είναι λοιπόν ―από αυτά που είπαμε― φανερό ότι είναι δυνατό από τη μια να αποδείξει ο ρήτορας ότι τα τάδε άτομα είναι πράγματι εχθροί μεταξύ τους ή φίλοι, και αν δεν είναι, να τους παρουσιάσει ως εχθρούς ή φίλους, και αν οι ίδιοι ισχυρίζονται πως είναι, να ανατρέψει τους ισχυρισμούς τους, και από την άλλη, σ' αυτούς που από θυμό ή έχθρα παίρνουν αντίπαλη θέση, να αναγάγει την αντίπαλη θέση τους σε όποιον από τους δύο λόγους προτιμήσει.

ΦΟΒΟΣ -ΘΑΡΡΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ


Aristotle Altemps Inv8575.jpg

Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Τι είδους πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι, ποιους φοβούνται και ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν φοβούνται, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι ο φόβος είναι εκείνη η λύπη ή ταραχή που γεννιέται από το ότι έχουμε ζωντανή μέσα μας την παρουσία ενός επικείμενου κακού, που έχει τη δύναμη να προκαλέσει καταστροφή ή λύπη. Δεν φοβούνται, πράγματι, όλα τα κακά οι άνθρωποι (κανείς π.χ. δεν φοβάται το ενδεχόμενο να γίνει άδικος ή βραδύνους), αλλά μόνο αυτά που έχουν την ιδιότητα να μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες λύπες ή καταστροφές ― και αυτά μόνο (25) αν φαίνονται ότι δεν είναι μακρινά, αλλά κοντινά, τόσο που να είναι επικείμενα. Πραγματικά, τα πολύ μακρινά οι άνθρωποι δεν τα φοβούνται: όλοι ξέρουν ότι θα πεθάνουν, επειδή όμως αυτό δεν είναι κάτι κοντινό, τους αφήνει τελείως αδιάφορους. Αν λοιπόν αυτό είναι ο φόβος, τότε πράγματα που προκαλούν φόβο δεν μπορεί παρά να είναι όσα φαίνεται να έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές ή βλάβες που επιφέρουν μεγάλη λύπη. (30) Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και τα σημάδια που προαναγγέλλουν τέτοιου είδους πράγματα προκαλούν και αυτά φόβο· γιατί το πράγμα που προκαλεί τον φόβο μοιάζει πολύ κοντινό ― αυτό δεν είναι ο κίνδυνος, να έρχονται δηλαδή κοντά μας τα πράγματα που μας προκαλούν φόβο; Τέτοια είναι η έχθρα και η οργή αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό (ότι το θέλουν είναι φανερό, άρα βρίσκονται πολύ κοντά στο να το κάνουν). Είναι επίσης η άδικη πρόθεση, αν συνοδεύεται από δύναμη γιατί ο άδικος είναι άδικος εξαιτίας μιας προτίμησης και τάσης του. [1382b] Αλλά και η αρετή, όταν δέχεται προσβολές ― με τον όρο, βέβαια, ότι έχει δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι ένα πρόσωπο που η αρετή του δέχεται προσβολές έχει πάντοτε την τάση να αντιδράσει ― τώρα έχει και τη δύναμη. Επίσης ο φόβος αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό· γιατί ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε έτοιμο και αυτό να δράσει. Και καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον κακοί παρά καλοί, (5) δέσμιοι του κέρδους και δειλοί στους κινδύνους, η εξάρτηση από κάποιον άλλον είναι συνήθως κάτι που προκαλεί φόβο· αποτέλεσμα: αυτοί που έκαναν κάτι κακό φοβούνται ότι οι συνεργοί τους σ' αυτό ή θα τους καταδώσουν ή θα τους εγκαταλείψουν. Επίσης αυτοί που μπορούν να διαπράξουν αδικία προκαλούν φόβο σ' αυτούς που υπόκεινται σε αδικίες γιατί συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Προκαλούν επίσης φόβο οι άνθρωποι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν πως έχουν αδικηθεί: (10) οι άνθρωποι αυτοί καραδοκούν πάντοτε να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Φόβο όμως προκαλούν, επίσης, και αυτοί που έχουν διαπράξει μια αδικία ―αν έχουν δύναμη―, επειδή φοβούνται τα αντίποινα ― δεν το δεχτήκαμε ήδη ως κάτι που προκαλεί φόβο; Φόβο, επίσης, προκαλούν ο ένας στον άλλον όσοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα ― στην περίπτωση, φυσικά, που δεν είναι δυνατό να τα έχουν συγχρόνως και οι δύο γιατί με αυτού του είδους τους ανταγωνιστές οι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιάλειπτη μάχη. Φοβούνται, επίσης, οι άνθρωποι όσους προκαλούν φόβο σε άτομα που είναι πιο δυνατά από αυτούς: (15) από τη στιγμή που μπορούν να βλάψουν άτομα πιο δυνατά από αυτούς, μπορούν, φυσικά, να βλάψουν και αυτούς ακόμη περισσότερο. Όσους, επίσης, φοβούνται οι πιο δυνατοί από αυτούς ― για τον ίδιο λόγο. Αυτούς, επίσης, που εξουθένωσαν άτομα πιο δυνατά από αυτούς. Αλλά και όσους επιτίθενται σε άτομα πιο αδύναμα από αυτούς· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ή είναι ήδη από τώρα επικίνδυνοι ή θα γίνουν επικίνδυνοι μόλις αυξηθεί η δύναμή τους. Μεταξύ, επίσης, αυτών που έχουν αδικηθεί από τους ίδιους και είναι εχθροί ή αντίπαλοί τους οι άνθρωποι φοβούνται πιο πολύ όχι τους οξύθυμους και αυτούς που έχουν το θάρρος να πουν ανοιχτά τις σκέψεις τους, (20) αλλά τους μαλακούς, αυτούς που κρύβουν τις σκέψεις τους, τους ύπουλους· γιατί με τους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να είσαι βέβαιος αν είναι κοντά η στιγμή που θα δράσουν και, επομένως, ποτέ δεν είναι φανερό ότι αυτό είναι κάτι το απομακρυσμένο.
Όλα τα πράγματα που προκαλούν φόβο γίνονται ακόμη πιο φοβερά όταν οφείλονται σε σφάλματα που δεν επιδέχονται επανόρθωση, είτε γιατί αυτή είναι τελείως αδύνατη είτε γιατί δεν είναι πια στο χέρι αυτών που τα διέπραξαν αλλά στο χέρι των αντιπάλων τους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν υπάρχει καμιά βοήθεια ή η βοήθεια δεν είναι εύκολη. (25) Με δυο λόγια: φόβο προκαλούν τα πράγματα που προκαλούν τον οίκτο όταν συμβαίνουν ή είναι να συμβούν σε κάποιον άλλον.
Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα πιο σημαντικά από τα πράγματα που προξενούν φόβο και τα φοβούνται οι άνθρωποι. Ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα για τη γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που φοβούνται. Αν ο φόβος συνοδεύεται, όπως είπαμε, από την προσδοκία κάποιου καταστρεπτικού κακού, (30) είναι φανερό ότι κανείς δεν φοβάται όταν πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε: δεν φοβάται ούτε πράγματα για τα οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάθει, ούτε πρόσωπα από τα οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε, ούτε χρονικές στιγμές κατά τις οποίες πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε. Κατανάγκην λοιπόν φοβούνται εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι, και μάλιστα από συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένα πράγματα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι [1383a] α) όσοι βρίσκονται ή θεωρούν ότι βρίσκονται σε περίοδο μεγάλης εύνοιας της τύχης (αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί είναι αναιδείς και προσβλητικοί, περιφρονητές και θρασείς ― έτσι τους κάνει ο πλούτος, η σωματική δύναμη, ο μεγάλος αριθμός φίλων, η δύναμη), β) αυτοί που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πράγμα που να μη το έχουν πάθει και, γιαυτό, το μέλλον τούς αφήνει ψυχρά αδιάφορους, ακριβώς όπως αυτούς που υφίστανται το μαρτύριο της μαστίγωσης μέχρι θανάτου: (5) για να εξακολουθήσει να υπάρχει φόβος χρειάζεται να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από αυτό που προκαλεί την αγωνία· ιδού και το σημάδι: ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να μελετούν τα πράγματα με προσοχή, και φυσικά κανείς δεν σκέφτεται προσεκτικά ούτε συζητάει με επιμονή πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα.
Συμπέρασμα: Όταν είναι προτιμότερο οι ακροατές να αισθανθούν φόβο, ο ρήτορας πρέπει να τους κάνει να πιστέψουν πως είναι πολύ πιθανό να πάθουν κάποιο κακό (αφού και άλλοι, ανώτεροί τους, το έπαθαν)· (10) να τους δείξει, επίσης, καθαρά ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς παθαίνουν αυτή τη στιγμή κάποιο κακό ή ότι το έχουν ήδη πάθει, προσθέτοντας ότι το κακό αυτό το έπαθαν από ανθρώπους από τους οποίους δεν το περίμεναν, με έναν τρόπο και σε μια χρονική στιγμή που επίσης δεν το περίμεναν.
Αφού έγινε φανερό τι είναι ο φόβος, ποια είναι τα πράγματα που τον προκαλούν και ποια είναι η γενικότερη κατάσταση του κάθε επιμέρους ατόμου που αισθάνεται φόβο, γίνεται τώρα, από όλα αυτά, φανερό τι είναι, επίσης, το θάρρος, (15) τι λογής πράγματα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με θάρρος και ακόμη ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν έχουν θάρρος· γιατί και το θάρρος είναι το αντίθετο του φόβου, και αυτό που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο αυτού που προκαλεί φόβο. Λογική συνέπεια: η ελπίδα για τα πράγματα που μπορεί να μας σώσουν συνοδεύεται από την ιδέα ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μας και ότι τα πράγματα που προκαλούν φόβο ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά μας. Θάρρος μας δίνουν και τα φοβερά πράγματα, αν βρίσκονται μακριά μας, (20) και τα σωτήρια, αν είναι κοντά μας. Επίσης αν υπάρχουν τρόποι θεραπείας και διάφορες βοήθειες ― πολλές ή μεγάλες ή και τα δύο μαζί. Επίσης αν δεν έχουμε υποστεί ούτε έχουμε κάνει αδικία. Επίσης αν δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, ή αν έχουμε ανταγωνιστές, δίχως όμως καμιά δύναμη, ή αν οι ανταγωνιστές μας έχουν δύναμη, είναι όμως φίλοι μας, είτε γιατί μας έχουν ευεργετήσει είτε γιατί τους έχουμε ευεργετήσει, ή αν αυτοί που έχουν το ίδιο με εμάς συμφέρον είναι πιο πολλοί ή πιο δυνατοί ή και τα δύο μαζί.
(25) Θάρρος έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Αν πιστεύουν ότι πέτυχαν πολλά και δεν έπαθαν τίποτε, ή αν βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά στον κίνδυνο και όμως τον ξέφυγαν· γιατί οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι με δύο τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν ποτέ δοκιμάσει κίνδυνο είτε γιατί έχουν την αναγκαία βοήθεια, (30) ακριβώς όπως στους κινδύνους της θάλασσας αντιμετωπίζουν με θάρρος την έκβαση των πραγμάτων από τη μια όσοι ποτέ ως τότε δεν είχαν ζήσει μια μεγάλη φουρτούνα και από την άλλη όσοι, λόγω πείρας, κατέχουν τρόπους αντιμετώπισής της. Επίσης αν πρόκειται για πράγμα που δεν προκαλεί φόβο ούτε στους ομοίους τους ούτε στους κατωτέρους τους ούτε σ' αυτούς από τους οποίουςθεωρούν πως είναι ανώτεροι (θεωρούν πως είναι ανώτεροι από αυτούς που οι ίδιοι τούς έχουν νικήσει ― ή αυτούς τους ίδιους ή τους ανωτέρους τους ή τους ομοίους τους). (35) Επίσης αν πιστεύουν ότι έχουν πιο πολλά και πιο μεγάλα πλεονεκτήματα: η υπεροχή που τα πλεονεκτήματα αυτά τους προσφέρουν τους κάνει να προκαλούν τον φόβο· [1383b] αυτά είναι η αφθονία του χρήματος, η σωματική δύναμη, η δύναμη των φίλων, η ισχύς της χώρας και η υπεροχή της πολεμικής προπαρασκευής (στο σύνολό της ή στα βασικότερα μέρη της). Επίσης όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν, ή όχι πολλούς, ή όχι αυτούς τους οποίους φοβούνται. (5) Γενικά, θάρρος έχουν όσοι έχουν καλές σχέσεις με τους θεούς, από κάθε βέβαια άποψη, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά στους οιωνούς και τους χρησμούς: η οργή είναι κάτι που δίνει θάρρος· το να μην κάνει λοιπόν κανείς αδικίες, να υφίσταται όμως αδικίες είναι κάτι που προκαλεί οργή, και το θείον θεωρείται ότι βοηθάει τους αδικούμενους. Έχουν επίσης θάρρος όσοι πιστεύουν ότι σε ό,τι επιχειρήσουν δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχουν, ή ότι σίγουρα δεν θα αποτύχουν, ή ότι θα πετύχουν.
(10) Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για τα πράγματα που προκαλούν φόβο και γι' αυτά που προκαλούν θάρρος.

ΖΗΛΟΤΥΠΙΑ -ΦΘΟΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ


Aristotle Altemps Inv8575.jpg

Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Σε ποια γενικότερη κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι που αισθάνονται ζηλοτυπία, τι λογής πράγματα την προκαλούν και κάτω από ποιες συνθήκες, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Γιατί αν η ζηλοτυπία είναι η λύπη που αισθάνεται κανείς όταν βλέπει ότι άλλοι άνθρωποι, όμοιοί του εκ φύσεως, έχουν αποχτήσει κάποια μεγάλης ―κατά την κοινή παραδοχή― αξίας αγαθά, που είναι δυνατό να τα αποκτήσει και αυτός ― λύπη όχι γιατί τα αγαθά αυτά τα έχει κάποιος άλλος, αλλά γιατί δεν τα έχει και ο ίδιος (35) (γιαυτό, άλλωστε, και η ζηλοτυπία είναι καλό πράγμα και χαρακτηρίζει τους καλούς ανθρώπους, ενώ ο φθόνος δεν είναι καλό πράγμα και χαρακτηρίζει ανθρώπους κατώτερης αξίας: στην πρώτη περίπτωση το άτομο κοιτάζει, με τη ζηλοτυπία του, να αποκτήσει τα αγαθά αυτά, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το άτομο κοιτάζει, εξαιτίας του φθόνου του, να μην τα έχει ο άλλος), οδηγούμαστε στο υποχρεωτικό συμπέρασμα ότι ζηλοτυπία αισθάνονται [1388b] αυτοί που θεωρούν ότι τους αξίζουν κάποια αγαθά που δεν τα έχουν, <που μπορούν όμως να τα αποκτήσουν>· γιατί κανένας δεν επιδιώκει για τον εαυτό του πράγματα που μοιάζουν αδύνατα. Αυτός είναι ο λόγος που είναι ζηλότυποι οι νέοι και οι μεγαλόψυχοι. Επίσης αυτοί που έχουν τα αγαθά που αξίζουν σε σπουδαίους και τιμημένους ανθρώπους· τέτοια αγαθά είναι (5) ο πλούτος, οι πολλοί φίλοι, τα δημόσια αξιώματα κτό.· γιατί, καθώς θεωρούν πως είναι χρέος τους να είναι αγαθοί, οι άνθρωποι διεκδικούν για τον εαυτό τους αυτού του είδους τα αγαθά, επειδή αυτά θα ήταν σωστό να ανήκουν στους αγαθούς. Επίσης αυτοί που οι άλλοι άνθρωποι τους θεωρούν άξιους γι' αυτά τα αγαθά. Επίσης αυτοί που οι πρόγονοί τους, οι συγγενείς τους, οι δικοί τους άνθρωποι, το έθνος ή η πόλη τους τιμήθηκαν για κάποια πράγματα, αισθάνονται ζηλοτυπία εν σχέσει με αυτά τα πράγματα· γιατί πιστεύουν ότι αυτά τους ανήκουν (10) και ότι οι ίδιοι είναι άξιοι γι' αυτά. Αν, τώρα, αντικείμενο ζηλοτυπίας είναι τα μεγάλης ―κατά την κοινή παραδοχή― αξίας αγαθά, δεν μπορεί παρά τέτοια να είναι και οι αρετές, καθώς και καθετί που είναι ωφέλιμο και ευεργετικό στους άλλους· γιατί οι άνθρωποι τιμούν τους ενάρετους ανθρώπους και αυτούς που κάνουν ευεργεσίες. Αντικείμενο ζηλοτυπίας είναι και τα αγαθά που στην ευχαρίστηση που προκαλούν μπορούν να έχουν συμμετοχή και οι πλησίον· τέτοια είναι ο πλούτος και η ομορφιά μάλλον παρά η υγεία.
(15) Είναι επίσης φανερό ποια είναι τα πρόσωπα που προκαλούν τη ζηλοτυπία: είναι τα πρόσωπα που έχουν αυτά και τα παρόμοια αγαθά, τα αγαθά δηλαδή που αναφέραμε, π.χ. ανδρεία, σοφία, δημόσια αξιώματα· γιατί αυτοί που έχουν δημόσιο αξίωμα, οι στρατηγοί ας πούμε, οι πολιτικοί και όλοι αυτοί που διαθέτουν μια τέτοια δύναμη, μπορούν να ευεργετούν πολύν κόσμο. Επίσης αυτοί που πολλοί άνθρωποι θέλουν να τους μοιάσουν, ή επιθυμούν τη γνωριμία ή τη φιλία τους. (20) Επίσης αυτοί που τους θαυμάζουν πολλοί ή που τους θαυμάζουν οι ίδιοι. Επίσης αυτοί που τους επαινούν και τους εγκωμιάζουν ποιητές ή πεζογράφοι. Αυτούς που έχουν τις αντίθετες ιδιότητες οι άνθρωποι τους περιφρονούν γιατί η περιφρόνηση είναι το αντίθετο της ζηλοτυπίας, και το να αισθάνεται κανείς περιφρόνηση είναι το αντίθετο του να αισθάνεται ζηλοτυπία. Αυτοί που βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση ώστε να αισθάνονται ή να προκαλούν τη ζηλοτυπία των άλλων δεν μπορεί παρά (25) να περιφρονούν αυτούς που έχουν τις κακές ιδιότητες οι οποίες είναι αντίθετες των καλών εκείνων ιδιοτήτων που προκαλούν τη ζηλοτυπία ― και εξαιτίας αυτών των κακών ιδιοτήτων. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές οι άνθρωποι περιφρονούν τους ευνοημένους από την τύχη, που η καλή τους όμως αυτή τύχη δεν συνοδεύεται από τα μεγάλης ―κατά την κοινή παραδοχή― αξίας αγαθά.
(30) Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για το θέμα «με ποια μέσα διεγείρονται τα πάθη και με ποια μέσα διαλύονται ― μέσα που αποτελούν τις πηγές από τις οποίες αντλείται το σχετικό αποδεικτικό υλικό».

ΠΥΓΉ 
ΠΥΛΗ