Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Ορθόδοξη νήψη και ησυχία

Το κεντρικό θέμα του παρόντος Διεθνούς Συνεδρίου “Ορθόδοξη θεολογία και ψυχοθεραπεία· συγκλίσεις και αποκλίσεις” είναι τεράστιο και οπωσδήποτε δεν μπορεί να καλυφθή από την δική μου ολιγόλεπτη εισήγηση. Εκείνο που πρέπει να επισημάνω εισαγωγικά είναι ότι, η σύγκλιση μπορεί να θεωρηθή κυρίως ως προς την μέθοδο, δηλαδή ως προς την υπέρβαση της μηχανιστικής ιατρικής, που δημιούργησε πολλά προβλήματα στον δυτικό κόσμο, ενώ οι αποκλίσεις ευρίσκονται στην ανθρωπολογία, την σωτηριολογία, καθώς επίσης και στην πνευματική εντελέχεια, για να χρησιμοποιήσω μια αριστοτελική ορολογία, ή καλύτερα την λεγομένη υποστατική αρχή, όπως θα έλεγε ο αείμνηστος Γεροντας Σωφρόνιος, καθώς επίσης και στην ενέργεια της θείας Χάριτος, όπως και στην παρέμβαση των σατανικών δυνάμεων.

Επεξηγώντας την εισαγωγική αυτή παρατήρηση, θα ήθελα να σημειώσω ότι πριν από δύο σχεδόν δεκαετίες εξέδωσα ένα βιβλίο με τίτλο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία” και υπότιτλο “πατερική θεραπευτική αγωγή”, το οποίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα σε οκτώ εκδόσεις και μεταφράστηκε στην αγγλική και σε άλλες γλώσσες. Με το ίδιο περιεχόμενο εξεδόθησαν και άλλα τρία βιβλία. Στα βιβλία αυτά εκτίθεται η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την θεραπεία του ανθρώπου.

Ο όρος “ορθόδοξη ψυχοθεραπεία” δεν παραπέμπει σε σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές σχολές –άλλωστε δεν γίνεται μνεία των σχολών αυτών– αλλά περιγράφει την νηπτική - ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας μας για την θεραπεία του ανθρώπου, πέρα από μεταφυσικές και στοχαστικές αναλύσεις. Η χρησιμοποίηση ενός συγχρόνου όρου, όταν “φορτίζεται” με ορθόδοξο - πατερικό περιεχόμενο, θεωρώ ότι δεν δημιουργεί συγχύσεις. Άλλωστε, αυτό το έργο έκαναν και οι Πατέρες της Εκκλησίας σε σχέση με τους όρους που παρέλαβαν από την φιλοσοφία της εποχής τους και τους οποίους όρους “απεφόρτισαν” από το φιλοσοφικό - μεταφυσικό τους περιεχόμενο, και “φόρτισαν” με θεολογικό περιεχόμενο. Αυτό φαίνεται καθαρά, όπως θα δούμε και πιο κάτω, στην διαίρεση της ψυχής κατά τον Πλάτωνα. Οι Πατέρες δέχθηκαν την πλατωνική διαίρεση της ψυχής σε λογιστικό, επιθυμητικό και θυμικό, χωρίς όμως να δεχθούν την μεταφυσική του Πλάτωνος. Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήση τους Πατέρες της Εκκλησίας γι' αυτό το ουσιαστικό και σημαντικό έργο τους.

Όμως στον περιορισμένο χρόνο που έχω στην διάθεσή μου, θα ήθελα να αναπτύξω μια πτυχή του θέματος που έχει ανακοινωθή στο πρόγραμμα και είναι “Η ορθόδοξη νηπτική θεολογία ως μέθοδος θεραπείας”. Κυρίως, θα επικεντρώσω την προσοχή μου σε πέντε επί μέρους σημεία που είναι καθοριστικά του όλου θέματος, ήτοι: πρώτον, ορθόδοξη νήψη και ησυχία, δεύτερον τα πλαίσια της ορθοδόξου θεολογίας, τρίτον μερικά ενδεικτικά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, τέταρτον ένας σύγχρονος θεραπευμένος άνθρωπος και πέμπτον η ορθόδοξη θεολογία σε σχέση με την υπαρξιακή ψυχολογία του Frankl και την σύγχρονη νευρολογία και ψυχιατρική.


1. Ορθόδοξη νήψη και ησυχία


Όταν κάνουμε λόγο για νηπτική θεολογία δεν εννοούμε ότι είναι κάτι διαφορετικό από την θεολογία της Εκκλησίας, ωσάν να υφίσταται διάκριση μεταξύ κοινωνικής και νηπτικής θεολογίας. Κυρίως εννοούμε την μέθοδο την οποία έχει η Εκκλησία προκειμένου κάποιος να αποκτήση την αποκάλυψη του Θεού, που είναι η πραγματική θεολογία.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, αληθινή θεολογία είναι η θεοπτία, η όραση του Θεού, γι' αυτό και κατά τον άγιο, η θεολογία είναι υπόθεση των “εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία, και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων ή καθαιρομένων, το μετριώτατον”. Και στην συνέχεια γράφει ότι βιώνουμε την θεωρία και γινόμαστε θεολόγοι “ηνίκα αν σχολήν άγωμεν από της έξωθεν ιλύος και ταραχής και μη το ηγεμονικόν ημών συγχέηται τοις μοχθηροίς τύποις και πλανωμένοις”. Αυτό σημαίνει ότι της πραγματικής θεολογίας, που είναι όραση της θέας της ακτίστου δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, δηλαδή η μεταμόρφωση όλων των ψυχικών δυνάμεων, ώστε να πορεύονται κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Η απαραίτητη προϋπόθεση για την γνώση του Θεού είναι η νήψη και η νοερά ησυχία.

Μιλώντας για την ορθόδοξη νήψη εννοούμε την εγρήγορση και την ετοιμότητα του ανθρώπου να κρατά τον νου του καθαρό από διαφόρους λογισμούς και εικόνες που νεκρώνουν την εσωτερική του ελευθερία και καθαρότητα και τον αποσπούν από την κοινωνία με τον Θεό που συνιστά την γνώση του Θεού. Η νήψη αυτή χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας και ιερά ησυχία. Επειδή υπάρχει ολόκληρο κίνημα ησυχαστικό, γι' αυτό και θα χρησιμοποιήσω περισσότερο την λέξη ησυχία.

Έτσι, λοιπόν, ησυχία εννοούμε κυρίως την μέθοδο εκείνη που χρησιμοποίησαν όλοι οι θεούμενοι για να ενωθούν με τον Θεό και να υπερβούν τον θάνατο, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα υπαρξιακά, αλλά και βιολογικά προβλήματα του ανθρώπου. Θα αναφέρω μερικά χωρία Πατέρων της Εκκλησίας, από τον τεράστιο πλούτο της πατερικής μας παραδόσεως.

Ο Αββάς Βαρσανούφιος, δίνοντας τον ορισμό της ησυχίας λέγει: “Η ησυχία τι εστιν; αλλ' το συστείλαί τινα την καρδίαν αυτού από δόσεως και λήψεως και ανθρωπαρεσκείας και των λοιπών ενεργειών...”. Πρόκειται για μια προσπάθεια, να μη περιπλέκεται ο άνθρωπος στα εκτός αυτού και, κυρίως, στο λεπτό πάθος της ανθρωπαρέσκειας που είναι η υποδούλωσή του στην γνώμη του κόσμου. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη “ησυχία εστιν απόθεσις νοημάτων των ουκ εκ του πνεύματος θειοτέρων, έως καιρού, ίνα μη προσέχων τούτοις ως καλοίς, το μείζον απολέσης”. Εδώ δεν πρόκειται για απόθεση όλων των νοημάτων, αλλά για απόθεση των νοημάτων που δεν προέρχονται από το Πανάγιο Πνεύμα, και μάλιστα αυτό πρέπει να γίνεται για ένα χρονικό σημείο. Κατά τον όσιο Θαλάσσιο, ησυχία είναι η ασφάλιση των αισθήσεων. Γράφει: “Ασφάλισαι τας αισθήσεις τω τρόπω της ησυχίας και δίκασον τους λογισμούς εφεστώτας τη καρδία”.

Επομένως, η ησυχία είναι μια ολόκληρη επιστήμη των λογισμών, της καρδίας, των αισθήσεων που βοηθά τον άνθρωπο να μη παραμένη αχαλίνωτος και υποδουλωμένος στον κόσμο των αισθήσεων και των νοητών προκειμένου να επιτύχη τον στόχο του.

Αυτή η μέθοδος θεραπείας του ανθρώπου, η οποία στην πραγματικότητα είναι η μεταμόρφωση όλων των ψυχικών και σωματικών δυνάμεων και η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, γίνεται με την υπακοή, που είναι μια πράξη αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, δεν έχει απλώς τον χαρακτήρα της “παθητικής υποκλίσεως”, όπως γίνεται στην αρχή, αλλά είναι μία “ενεργητική κίνησις του ανθρωπίνου πνεύματος αγομένου υπό της εντολής του Χριστού” είναι μια υποστατική κοινωνία, γιατί προϋποθέτει την έξοδο από την φιλαυτία και την προσπάθεια να εισέλθη μέσα στην υπόσταση του άλλου, καθώς επίσης να εισαγάγη την υπόσταση του άλλου μέσα στην δική του υπόσταση. Επίσης, αυτό γίνεται και με την προσευχή, που είναι έκφραση της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό και τους ανθρώπους.

Το καταπληκτικό βιβλίο του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, που τιτλοφορείται “Κλίμαξ”, παρουσιάζει όλη αυτήν την μέθοδο θεραπείας του ανθρώπου, η οποία αρχίζει με την αποταγή ακόμη και του “πλούτου” της διανοίας, συνεχίζεται με την υπακοή σε πνευματικό πατέρα –γνώστη των μυστηρίων του πνεύματος– προχωρεί στην ολοκληρωτική μετάνοια, στον αγώνα εναντίον των παθών και του διαβόλου, στην απόκτηση της διακρίσεως μεταξύ ακτίστων και κτιστών ενεργειών και τέλος φθάνει στην βίωση της θεολογικής αρετής της αγάπης.

Επίσης ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συνέλεξε και εξέδωσε την τελική μορφή της “Φιλοκαλίας των ιερών Νηπτικών” στην οποία υπάρχουν πολλά κείμενα Πατέρων της Εκκλησίας στα οποία, όπως λέγει ο άγιος Νικόδημος στον υπότιτλο του έργου αυτού, φαίνεται πως “δια της κατά πράξιν και θεωρίαν ηθικής φιλοσοφίας ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται”. Οπότε, φαίνεται ότι θεραπεία του ανθρώπου είναι πώς θα θεραπευθή ο νους του ανθρώπου –που είναι διάφορος από την λογική– δια της καθάρσεως, του φωτισμού και της τελειώσεως, που επιτυγχάνεται με την πράξη, που είναι η μετάνοια, και την θεωρία που είναι η θέα της δόξης του Θεού.

Ο ίδιος δε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης περιέγραψε τα βασικά αυτά σημεία της ησυχαστικής - νηπτικής παραδόσεως της Εκκλησίας στο περίφημο βιβλίο του “Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ήτοι περί φυλακής των πέντε αισθήσεων”. Μπορεί να σημειωθή ότι η απομάκρυνση και παραθεώρηση όλης αυτής της διδασκαλίας που περιλαμβάνεται στο βιβλίο αυτό, και που είναι η πεμπτουσία της νηπτικής ησυχαστικής παραδόσεως, συνιστά μια εκκοσμικευμένη “θεολογία”.

Την διδασκαλία περί της ησυχαστικής - νηπτικής παραδόσεως της Εκκλησίας κατέγραψα, με όση δύναμη διέθετα, σε τέσσερα βιβλία τα οποία έχουν κυκλοφορήσει σε επανειλημμένες εκδόσεις. Χρησιμοποίησα τον όρο ψυχοθεραπεία με την αρχαία και εκκλησιαστική έννοια του όρου, ως θεραπεία της ψυχής. Άλλωστε για να μη γίνη καμιά σύγχυση με την ουμανιστική ψυχοθεραπεία προσέθεσα το επίθετο ορθόδοξη, δηλαδή “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, και υπότιτλο “πατερική θεραπευτική αγωγή”, το δε περιεχόμενο των βιβλίων αυτών δείχνει την όλη διαφορά της ορθοδόξου μεθόδου θεραπείας από κάθε άλλη θεραπεία, δυτικού και ανατολικού τύπου.

Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας εργασίας είναι μεγάλα, διότι δημιουργεί καρδιακή ειρήνη, ελευθερία υπαρξιακή, διάκριση, γνώση μυστηρίων του Θεού κλπ. Η ησυχία νεκρώνει τις εξωτερικές αισθήσεις, αναπτύσσει τις εσωτερικές καρδιακές αισθήσεις και καθαρίζει όλη την εσωτερική καρδιακή ευαισθησία. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος θα γράψη: “η ησυχία τας αισθήσεις τας έξω νεκροί, και τας έσω κινήσεις εγείρει. Η δε έξω αναστροφή τα εναντία τούτων πράττει, ήγουν τας έξω αισθήσεις εγείρει και τας έσω κινήσεις νεκροί”. Ο άγιος Νικήτας ο Στηθάτος παρουσιάζει όλα τα αποτελέσματα μιας τέτοιας νοεράς ησυχίας. Γράφει: “Ησυχία εστι νοός κατάστασις ανενόχλητος, γαλήνη ελευθερίας και αγαλλιωμένης ψυχής, καρδίας εν Θεώ βάσις ατάραχος και ακύμαντος, θεωρία φωτός, γνώσις Θεού μυστηρίων, λόγος σοφίας εκ καθαράς διανοίας, άβυσσος νοημάτων Θεού, αρπαγή νοός, ομιλία Θεού, ακοίμητος οφθαλμός, προσευχή νοερά, άπονος εν πόνοις μεγάλοις ανάπαυσις· και τέλος, ένωσις μετά Θεού και συνάφεια”. Με την ησυχία ο άνθρωπος καθαρίζεται από τα πάθη, γνωρίζει την πνευματική του ασθένεια και ακόμη γνωρίζει τα πανουργεύματα των δαιμόνων. Γράφει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: “η ησυχία μείζων πάντων εστιν και χωρίς ταύτης ου δυνάμεθα καθαρθήναι και γινώσκειν την ασθένειαν ημών και τα των δαιμόνων πανουργεύματα.”

Η ησυχία, όπως με σύντομο τρόπο την περιγράψαμε, δείχνει ότι πρόκειται για μια μέθοδο θεραπείας και γνώσεως του Θεού. Είναι μια μέθοδος που έζησαν και ακολούθησαν όλοι οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, οι Απόστολοι, οι μάρτυρες και ομολογητές, οι όσιοι ασκητές. Είναι η πεμπτουσία του Ευαγγελίου και της εκκλησιαστικής ζωής. Αυτήν έζησαν και εκθείασαν όλοι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, Γρηγόριος Θεολόγος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Μάξιμος Ομολογητής, Γρηγόριος Παλαμάς κλπ. Όλοι οι Χριστιανοί καλούνται να ζήσουν αυτήν την ζωή, είτε ολοκληρωτικά είτε κατά μέρος. Άλλωστε, αυτή είναι η βάση όλων των ευαγγελικών και αποστολικών προσταγμάτων. Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός θα πη: “Παντες οι άνθρωποι χρήζομεν της τοιαύτης σχολής, είτε εκ μέρους, είτε ολοκλήρως, και εκτός ταύτης αδύνατον εις γνώσιν πνευματικήν και ταπεινοφροσύνην ελθείν τινα...”

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ο οποίος συνόψισε όλη την διδασκαλία περί του ησυχασμού σε ομιλία του στα Εισόδια της Παναγίας, παρουσιάζει την Παναγία ως τύπο αληθινού ησυχαστού. Στην ομιλία αυτή δίδει και τον ορισμό περί ησυχίας, την οποία χαρακτηρίζει ως “ησυχίαν, την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύστιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν”. Και στην συνέχεια, γράφει ότι η ιερά αυτή ησυχία είναι “μόνη δείγμα της ως αληθώς ευεκτούσης ψυχής”. Αυτό είναι σημαντικό γιατί εκφράζει όλο το πνεύμα της Ορθοδόξου Παραδόσεως, σύμφωνα με το οποίο η ιερά ησυχία, όπως την καθορίζουν οι άγιοι Πατέρες είναι απόδειξη μιας υγιούς ψυχής.

Ζώντας δε σε μια κοινωνία στην οποία υπάρχει μια πολυδιάσπαση της προσωπικότητος του ανθρώπου, αφού ο άνθρωπος άλλα σκέπτεται, άλλα επιθυμεί, άλλα πράττει, στην οποία κοινωνία πράγματι επικρατεί μια ηχορύπανση και εικονορύπανση που υποδουλώνει τον όλο άνθρωπο στην λογική, τις αισθήσεις, τις προκλήσεις των έξω και χάνει την ελευθερία του, καταλαβαίνουμε πολύ καλά την αξία της θεραπευτικής μεθόδου που έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία και η οποία λέγεται νοερά ησυχία.


2. Τα πλαίσια της ορθοδόξου θεολογίας


Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για ορθόδοξη ησυχία, εννοείται ότι αυτή διαφέρει σαφώς από μια ουμανιστική ησυχία, μια ησυχία που κινείται μέσα σε ινδουϊστικά και βουδιστικά πρότυπα. Πρόκειται για μια ησυχία που κινείται μέσα στα βασικά πλαίσια του εκκλησιαστικού πνεύματος. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, είναι ανάγκη να καθορισθούν τα βασικά πλαίσια της ορθοδόξου ησυχαστικής και νηπτικής παραδόσεως της Εκκλησίας που την διακρίνει από κάθε άλλη παράδοση, δυτικού ή ανατολικού τύπου.

Το πρώτο είναι ότι ο άνθρωπος είναι θετικό δημιούργημα του Θεού, αποτελείται από ψυχή και σώμα και είναι περίληψη όλης της δημιουργίας. Αποτελείται από νοερό και αισθητό και μέσα του υπάρχει η εντελέχεια, δηλαδή μια αρχή που οδηγείται προς το τέλος. Αυτό λέγεται και υποστατική αρχή (Γέροντας Σωφρόνιος). Είναι το κατ' εικόνα και το καθ' ομοίωση. Το παρουσιάζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον ορισμό περί του ανθρώπου· ο άνθρωπος είναι: “ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον, και πέρας του μυστηρίου, τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον”.

Το δεύτερο είναι ότι, ο άνθρωπος είναι πρόσωπο-υπόσταση, και αυτό δεν αναφέρεται μόνον στην ψυχή, αλλά στην όλη ύπαρξη του ανθρώπου, αφού υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ψυχής και σώματος. Και πέρα από τα δύο αυτά στοιχεία, συγχρόνως στον προπτωτικό άνθρωπο υπήρχε και το Πνεύμα, η Χάρη του Τριαδικού Θεού. Στην ορθόδοξη διδασκαλία δεν παραδεχόμαστε την θεωρία της μεταφυσικής του Πλάτωνος, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος.

Στον προπτωτικό άνθρωπο, ο νους ελάμβανε την θεία Χάρη και αυτή διαπορθμευόταν στο σώμα του και από εκεί ακτινοβολούσε σε όλη την κτίση. Όμως με την πτώση του άλλαξαν τα πράγματα. Η ψυχή απομυζά το σώμα και δημιουργούνται η φιλαυτία και τα ψυχικά πάθη. Το σώμα απομυζά την κτίση και δημιουργούνται τα σωματικά πάθη και ακολουθεί το οικολογικό πρόβλημα. Η έκφραση αυτή των παθών δημιουργεί και τα κοινωνικά προβλήματα.

Επομένως, χρειάζεται να γίνη θεραπεία. Να αλλάξουν τα δεδομένα, να αλλάξη η σειρά, ήτοι το σώμα να υποταχθή στην ψυχή και η ψυχή να εμπνέεται από την Χάρη του Θεού.

Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: “όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοί εισιν υιοί Θεού. ου γαρ ελάβετε Πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν· αββά ο πατήρ. αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού” (Ρωμ. η΄ 14-16). Το χωρίο αυτό του αποστόλου Παύλου είναι πάρα πολύ σημαντικό για την Ορθόδοξη Παράδοση. Εδώ σαφώς λέγεται ότι εκείνος που λαμβάνει το Άγιον Πνεύμα στην καρδιά του άγεται υπό του πνεύματος του Θεού, αποβάλλει το πνεύμα της δουλείας στον φόβο, λαμβάνει το χάρισμα της υιοθεσίας –δηλαδή γίνεται υιός, κατά Χάριν, του Θεού. Έκφραση δε αυτής της υιοθεσίας είναι το ότι ενεργείται η προσευχή μέσα στην καρδιά και το ότι το Άγιον Πνεύμα δίδει την επιβεβαίωση ότι είναι τέκνον Θεού. Οπότε η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά επιβεβαιώνεται εμπειρικά, υπάρχουν αποδείξεις γι' αυτό το γεγονός.

Το τρίτο είναι το μεγάλο πρόβλημα του θανάτου. Μετά την αμαρτία, που είναι η παρά φύση κίνηση των δυνάμεων της ψυχής και η διακοπή των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό, εισήλθε ο θάνατος μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, πρώτα ο πνευματικός, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος “πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού” (Ρωμ. γ', 23) και ύστερα ο σωματικός. Και επειδή ο θάνατος είναι και σωματικός, σημαίνει ότι, όπως ανακάλυψε και η σύγχρονη επιστήμη, στο D.N.A. υπάρχουν τα γονίδια των ασθενειών και της γήρανσης. Ο θάνατος επομένως είναι μια ασθένεια και μάλιστα βιολογική.

Αυτό δημιουργεί πόνο, φόβο, ανασφάλεια, φιλαυτία, αυτοσυντήρηση. Ως αποτέλεσμα είναι το ότι ο άνθρωπος ζητά κατοχύρωση στα χρήματα, τα κτήματα, την εξουσία, την φιληδονία. Ο έρωτας εκλαμβάνεται όχι μόνον ως σωματική ικανοποίηση και ως βίωση της ηδονής, αλλά ως επιβίωση της ύπαρξης. Αυτό έχει σχέση με τα πάθη που αναπτύσσονται στον μεταπτωτικό άνθρωπο. Το δε βασικό πάθος είναι η φιλαυτία, η οποία κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή χαρακτηρίζεται ως η άλογος του σώματος φιλία. Από την φιλαυτία προέρχονται άλλα τρία πάθη ήτοι η φιληδονία, η φιλοδοξία και η φιλαργυρία.

Η θεραπεία αυτών των τριών βασικών παθών επιτυγχάνεται με την υπακοή, την παρθενία και την ακτημοσύνη. Τηρουμένων των αναλογιών μπορούν και οι έγγαμοι να ζήσουν τις τρεις αυτές ευαγγελικές αρετές.

Το τέταρτο σημείο είναι ότι, κάνοντας λόγο για την θεραπεία των παθών, πρέπει να δούμε και την τριμερή διαίρεση της ψυχής, κατά την Ορθόδοξη Παράδοση. Ο Πλάτων δίδασκε την τριμερή διαίρεση της ψυχής σε λογιστικό, επιθυμητικό και θυμικό. Οι Πατέρες προσέλαβαν αυτόν τον χωρισμό, χωρίς όμως να τον εντάξουν μέσα στην φιλοσοφική - μεταφυσική προοπτική του Πλάτωνος. Σύμφωνα με τους αγίους Πατέρας, οι τρεις αυτές ενέργειες είναι φυσικές δυνάμεις της ψυχής και πρέπει να πορεύωνται κατά φύση και υπέρ φύση. Όμως με την αμαρτία απέκτησαν την παρά φύση κίνησή τους. Επομένως πρέπει να επανέλθουν πάλι στην κατά φύση κίνηση.

Στην Αγία Γραφή διατυπώνεται η προτροπή: “αγαπήσης Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου” (Μάρκ. ιβ', 30). Αυτή η εντολή αναφέρεται στο τριμερές της ψυχής και την πορεία τους προς τον Θεό.

Στον μεταπτωτικό άνθρωπο υπάρχει μια διάσπαση, αφού άλλο σκέπτεται, άλλο επιθυμεί και άλλο πράττει. Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να γίνη ενοποίηση της ύπαρξής του, και βέβαια, ενοποίηση της ψυχής με το σώμα, όπως λειτουργούσαν προ της πτώσεως. Αυτό δεν μπορεί να γίνη παρά μόνον με τον Χριστό. Έτσι θα νικηθή και ο θάνατος. Γι' αυτό ο Χριστός προσέλαβε το θνητό και παθητό, νίκησε τον θάνατο και ανέστησε το σώμα και έγινε το φάρμακο της αθανασίας.

Η θεραπεία του ανθρώπου είναι η πορεία του από την ιδιοτελή στην ανιδιοτελή αγάπη. Οι τρεις δυνάμεις της ψυχής πρέπει να αποκτήσουν την κατά φύση και υπέρ φύση κίνηση. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, κάνει λόγο για το τρισσόν και το ενιαίο της ψυχής και πώς η ψυχή καθαρίζεται και προσφέρεται στον Θεό. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, κάνει λόγο για την φιλαυτία και ποια είναι τα πάθη κάθε δύναμης της ψυχής και ποιες είναι οι αντίστοιχες αρετές κάθε δύναμης της ψυχής. Το ίδιο διδάσκουν και άλλοι άγιοι Πατέρες, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Ηλίας ο Πρεσβύτερος και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Το πέμπτο σημείο είναι ότι, για την θεραπεία του ανθρώπου, κατά την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και την όλη θεραπευτική πράξη της Εκκλησίας, απαιτείται συνδυασμός μεταξύ μυστηρίων και ασκήσεως. Η άσκηση ως εφαρμογή των εντολών του Χριστού προηγείται των μυστηρίων και ακολουθεί τα μυστήρια. Συγκεκριμένα, το Βάπτισμα, είναι κάθαρση του κατ' εικόνα και ένταξη του ανθρώπου στην Εκκλησία· είναι γέννηση. Το Χρίσμα, είναι η κίνηση-φωτισμός του νου, που εκδηλώνεται με την προσευχή και γι' αυτό στην λατινική γλώσσα χαρακτηρίζεται confirmatio-επιβεβαίωση, δηλαδή επιβεβαίωση ότι ο βαπτισθείς είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. Η θεία Ευχαριστία είναι ζωή, γιατί ο βαπτισθείς κοινωνεί του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Η εν Χριστώ άσκηση, συνίσταται στην διέλευση του ανθρώπου από τους βαθμούς της πνευματικής ζωής, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Κάθαρση, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, είναι η υπέρβαση της ηδονής και της οδύνης, φωτισμός είναι η υπέρβαση της λήθης και της άγνοιας και θέωση είναι η απαλλαγή και από την φαντασία. Τον συντονισμό μεταξύ μυστηρίων και ασκήσεως τον κάνει ο θεούμενος Πνευματικός Πατέρας.

Στην αρχαία Εκκλησία όπως υπήρχε ιδιαίτερη τάξη κατηχουμένων, έτσι υπήρχε και ιδιαίτερη τάξη μετανοούντων, οι οποίοι χωρίζονταν στους προσκλαίοντες, τους προσπίπτοντες, τους συνιστάμενους και τους κοινωνούντες. Το βλέπουμε στους κανόνες του Μ. Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης και άλλων Πατέρων.

Απ' όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας φαίνεται καθαρά ότι η θεραπεία του ανθρώπου επιτυγχάνεται στην Εκκλησία, η οποία είναι μια ιδιαίτερη εκκλησιαστική κοινότητα - οικογένεια. Δεν πρόκειται για έναν ιδεολογοποιημένο χώρο, αλλά μια πνευματική οικογένεια, στην οποία υπάρχουν πατέρες, αδελφοί, κοινωνία αγγέλων και ανθρώπων, επικρατεί κοινοτική ζωή με τα μυστήρια και την κοινή λατρεία. Η προσωπική ζωή συνδέεται με την κοινοτική ζωή, οπότε δεν μπορούν να καλλιεργηθούν ατομοκεντρικές απόψεις θεραπείας και σωτηρίας.

Το έκτο σημείο είναι ότι, κάθε αμαρτία δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός, αλλά έχει θεολογική υποδομή και συνδέεται με την πτώση του ανθρώπου. Μια αμαρτία, π.χ. ο φόνος, ή η κατάκριση, έχει μεγάλο βάθος. Φανερώνει όλη αυτήν την ασθένεια που υπάρχει στο τριμερές της ψυχής, και την αποδιοργάνωση μεταξύ ψυχής, σώματος και Πνεύματος Αγίου. Για παράδειγμα, ο φόνος δείχνει ότι ο νους είναι σκοτεινός, η επιθυμία είναι ασθενής και το θυμικό είναι άρρωστο. Δεν υπάρχει προσευχή, εγκράτεια και αγάπη. Οπότε, η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται με αυτήν την αίσθηση της μετανοίας που είναι πράγματι ώρα έλευσης της Χάριτος του Θεού.

Το έβδομο σημείο είναι ότι, η μετάνοια δεν αποβλέπει απλώς στην επαναφορά του ανθρώπου στην κατάσταση που βρισκόταν ο Αδάμ. Γιατί ο Αδάμ μετά την δημιουργία βρισκόταν σε νηπιακή κατάσταση και έπρεπε να ολοκληρωθή. Γι' αυτό κάνουμε λόγο για φωτισμό, που είχε ο Αδάμ, αλλά και θέωση ψυχής και σώματος, την οποία έφερε στον κόσμο ο Χριστός. Η μετάνοια έχει εσχατολογική προοπτική.

Ο άγιος Μάξιμος χρησιμοποιεί το παράδειγμα του αρχιτέκτονος, ο οποίος σχεδιάζει το σπίτι όπως το φαντάζεται ότι θα είναι στο μέλλον. Αυτό κάνει και ο Χριστιανός. Το μέλλον καθορίζει το παρόν και αυτό καθορίζει την ζωή του. “Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει” (Φιλιπ. γ', 20). “Τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γής” (Κολ. γ', 1-2). Τα όσα θα κάνη ο Θεός κατά την Δευτέρα Του Παρουσία θα είναι μεγαλύτερα και λαμπρότερα από εκείνα που έκανε στο παρελθόν.

Άλλωστε αυτό το έσχατο πραγματοποιήθηκε στην ιστορία. Το έσχατο είναι αυτός ο Ίδιος ο Χριστός, το πρωτότυπο της δημιουργίας του ανθρώπου που σαρκώθηκε και ως μαγνήτης τραβάει όσα έχουν ελκτικότητα.

Γενικά, πρέπει να πούμε ότι, στην ορθόδοξη ψυχοθεραπεία συνδέονται στενά η ανθρωπολογία, η χριστολογία, η εκκλησιολογία, η εσχατολογία. Αυτά είναι τα πραγματικά πλαίσια θεραπείας και σωτηρίας. Η θεραπεία ταυτίζεται με την σωτηρία, την εν-Χρίστωση, την θέωση.


3. Μερικά ενδεικτικά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας


Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν λάβει την αποκαλυπτική παράδοση, ήταν συνεχιστές των Αποστόλων με την αναστάσιμη εμπειρία και την αποστολή τους από τον Ίδιο τον Χριστό και επομένως κινούνται μέσα στην ίδια προοπτική των Προφητών και των Αποστόλων. Κυρίως, εκείνο που πρέπει να σημειωθή στο σημείο αυτό είναι ότι, οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο γνώσεως και κοινωνίας με τον Θεό.

Επειδή δεν είναι δυνατόν να εκθέσουμε πολλά κείμενα των αγίων Πατέρων, αναγκαστικά θα περιορισθούμε σε μερικά από αυτά, που είναι όντως χαρακτηριστικά και εκφραστικά της όλης πατερικής σκέψεως και ζωής στο θέμα που μας απασχολεί. Κυρίως, θα αναφερθούμε στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, με το καταπληκτικό και καθοριστικό για την ορθόδοξη θεολογία και πνευματικότητα βιβλίο του “Εις τον βίον του Μωϋσέως”, εκθέτει την πορεία του ισραηλιτικού λαού αλλά και κάθε Χριστιανού από την γη της δουλείας στην γη της ελευθερίας, κυρίως όμως παρουσιάζει με τρόπο θεολογικό και αυθεντικό, εντεταγμένος μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας, τον Μωϋσή ως πρότυπο ακριβούς θεολόγου και αυθεντικού ποιμένος της Εκκλησίας, αλλά και του κάθε πιστού. Στην πραγματικότητα, στο βιβλίο αυτό εκτίθεται όλη η μέθοδος της Εκκλησίας που λέγεται νηπτική - ησυχαστική και συνίσταται στην κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την θέωση του ανθρώπου.

Επανειλημμένως, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, κάνει λόγο για τον αιγυπτιώδη βίο που πρέπει να απαρνηθούμε και να νεκρώσουμε. Η απελευθέρωση αυτή γίνεται με επανειλημμένες καθάρσεις, που επιτυγχάνονται με τους πειρασμούς και τις θαυματουργικές επεμβάσεις του Θεού. Βεβαίως, αναγκαία στην πορεία αυτή είναι η παρουσία του θεόπτου οδηγού, θεολόγου, που θα διακρίνη μεταξύ πλάνης και αληθείας και θα υποδεικνύη τον αληθινό δρόμο προς την γη της ελευθερίας, που είναι η κοινωνία και η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό.

Αναλύοντας ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης το μυστήριο της θεοφανείας που γνώρισε ο Μωϋσής στην βάτο, αλλά και την είσοδο του Μωϋσέως στον γνόφο, κάνει λόγο για την κάθαρση του ανθρώπου από όλα εκείνα που φέρνουν οι αισθήσεις και η λογική, για την απαλλαγή του ανθρώπου από τους δερμάτινους χιτώνες, που είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ζώων, και την είσοδο στον γνόφο της αγνωσίας που είναι ο φωτισμός του νου και η θέα του Θεού. Μόνον όταν ο Μωϋσής καθάρισε την ακοή της ψυχής του άκουσε τον ήχο, δηλαδή την γνώση της θείας ενεργείας, που προέρχεται από την θεωρία των όντων και στην συνέχεια εισήλθε στον γνόφο, όπου βρίσκεται ο Θεός.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο μεγάλος αυτός ησυχαστής Πατέρας, που ανέδειξε με ενάργεια την βαθύτερη θεολογία του ησυχασμού, τον οποίο εξασκούσαν μερικοί μοναχοί στην εποχή του, με εκπληκτικό τρόπο στα κείμενά του, παρουσίασε τον τρόπο με τον οποίο θεραπεύεται ο άνθρωπος και αποκτά την γνώση του Θεού. Εντεταγμένος οργανικά μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση σε όλα τα έργα του, ανάλογα με το τι ήθελε κάθε φορά να υπογραμμίση, τόνισε την σημασία που έχει για την σωτηρία του ανθρώπου ο συνδυασμός μεταξύ των μυστηρίων της Εκκλησίας και της ορθοδόξου ασκήσεως. Επειδή στις ημέρες του αμφισβητείτο η ασκητική ησυχαστική μέθοδος, γι' αυτό έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στο θέμα αυτό, και φανέρωσε με ενάργεια ότι, η γνώση και η κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, που επιτυγχάνεται με τα μυστήρια της Εκκλησίας, προϋποθέτουν απαραίτητα την μέθοδο της ησυχαστικής - νηπτικής παραδόσεως.

Είναι χαρακτηριστική μια ομιλία που έκανε στα Εισόδια της Θεοτόκου, στην οποία ομιλία παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο θεραπεύθηκε η Παναγία στα άγια των αγίων, απέκτησε κοινωνία με τον Θεό δια της “καθ' ησυχίαν αγωγής” και έφθασε στο σημείο να γίνη η μητέρα του Λόγου του Θεού.

Στην αρχή της ομιλίας του κάνει λόγο για το τι είναι η ορθόδοξη ησυχία. Ορίζοντας την ησυχία λέγει ότι, αυτή είναι η εγκατάλειψη “παν ό,τι των αισθητών μετά της αισθήσεως”, η υπέρβαση των “λογισμών και συλλογισμών και γνώσεως πάσης και της διανοίας αυτής”, η εν συνεχεία απόκτηση της κατ' αίσθηση νοεράς ενέργειας και κατόπιν η βίωση της άγνοιας, που είναι υπερτέρα της ανθρωπίνης γνώσεως. Αυτή, βέβαια, η άγνοια είναι η θετική γνώση του Θεού, αλλά λέγεται άγνοια, γιατί διαφέρει σαφώς από την ανθρώπινη γνώση.

Έχοντας ο ίδιος αυτήν την υπαρξιακή γνώση, αναλύει διεξοδικώς ότι, στον άνθρωπο που είναι περίληψη όλου του κόσμου ενώθηκε ο νους και η αίσθηση. Μεταξύ δε του νοός και της αισθήσεως υπάρχει η φαντασία, η δόξα και η διάνοια. Όμως η φαντασία, η δόξα και η διάνοια, συνδέονται στενώτατα με την αίσθηση, η οποία δεν μπορεί να φθάση στην γνώση του Θεού. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο πρέπει, ό,τι συνδέεται με την αίσθηση, δηλαδή η φαντασία, η δόξα και η διάνοια, να νεκρωθούν προς καιρόν, προκειμένου να ενεργοποιηθή ο νους, που είναι ο μόνος κατάλληλος για την απόκτηση της θεοκοινωνίας. Όταν ο νους ελευθερωθή από την φορά του προς τα κάτω, τότε “γίνεται και της κρείττονος και υψηλοτέρας ενεργείας”.

Αυτήν την μέθοδο θεραπείας για την γνώση του Θεού, όχι μόνον την έζησε η Παναγία, αλλά και όλοι οι άγιοι, και αυτός ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Μάλιστα, από τον τρόπο που την περιγράφει, δείχνει καθαρά ότι είχε προσωπική γνώση και εμπειρία αυτής της μεθόδου θεραπείας.

Αλλά και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στα κείμενά του αναφέρεται διεξοδικά στην μέθοδο αυτή, που συνίσταται, όπως την χαρακτηρίζει, στην πρακτική φιλοσοφία “υπέρβαση ηδονής και οδύνης”, την φυσική θεωρία “υπέρβαση της λήθης και της άγνοιας” και την μυστική θεολογία “αποβολή και αυτής της φαντασίας των αισθητών πραγμάτων”.

Είναι χαρακτηριστικά τα κεφάλαια περί της αγάπης του αγίου Μαξίμου, που δείχνουν αυτήν την κατεύθυνση. Στα κεφάλαια αυτά κάνει λόγο για την αγάπη, που πρέπει να έχη ο άνθρωπος προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, αλλά ταυτόχρονα κάνει περισσότερο λόγο για το, πώς ο άνθρωπος θεραπεύεται εσωτερικά για να φθάση από την ιδιοτελή στην ανιδιοτελή αγάπη, από την φιλαυτία στην πραγματική φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Διότι όπου υπάρχει ιδιοτέλεια και φιλαυτία, δεν μπορεί να επικρατήση η πραγματική και ανιδιοτελής αγάπη.

Για παράδειγμα, σ ένα κείμενό του κάνει λόγο για την γνήσια αγάπη προς τον Θεό, που την συνδέει με την απερίσπαστη προσευχή. “Ο γνησίως τον Θεόν αγαπών, ούτος και απερισπάστως προσεύχεται”, πράγμα που σημαίνει ότι εκείνος που δεν προσεύχεται απερίσπαστα, δεν αγαπά γνησίως τον Θεό. Αλλά όμως δεν μπορεί να προσευχηθή κανείς απερίσπαστα, όταν έχη τον νου του προσηλωμένο σε κάτι επίγειο. Φυσικά εδώ δεν κάνει λόγο για την λογική, που είναι αναγκασμένη να σκέπτεται με τα στοιχεία του περιβάλλοντος κόσμου, αλλά για τον νου που είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Στην συνέχεια αναφέρει ότι, όταν ο νους εγχρονίζη σε κάποιο αισθητό, τότε αναπτύσσεται το πάθος με αυτό, ήτοι η επιθυμία, η λύπη, η οργή, η μνησικακία. Τα πάθη υποδουλώνουν τον νου και τον κρατούν δέσμιο στα υλικά πράγματα. Στην απελευθέρωση από αυτά έχει μεγάλη σημασία όχι μόνον η πρακτική μέθοδος, αλλά και η θεωρητική εργασία, που είναι η προσευχή και η καθαρότητα του νοός. Δι' αυτής της μεθόδου ο νους ελευθερώνεται από την υποδούλωση στα αισθητά δια των παθών και αγαπά γνησίως τον Θεό και τους ανθρώπους.

Και τα τρία αυτά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, ήτοι του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, υποδεικνύουν την μέθοδο θεραπείας όπως διαφυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία, δια της οποίας ο άνθρωπος δεν ζη σ' ένα ιδεαλιστικό τόπο και τρόπο, αλλά απαλλάσσεται από την υποδούλωση στα αισθητά, ελευθερώνεται ψυχικά και σωματικά από την επίδραση του περιβάλλοντος, ελευθερώνεται από την δυναστεία των αισθήσεων και των αισθητών, οπότε βλέπει τους λόγους των όντων σε όλη την κτίση, χαίρεται την δημιουργία του Θεού, αγαπά γνήσια τον Θεό, τον άνθρωπο και την κτίση, οπότε είναι ο πιο φυσικός άνθρωπος, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό και όπως αναδημιουργήθηκε από τον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού, και κατ' αυτόν τον τρόπο ζη μια εσχατολογική ζωή.


4. Ενας σύγχρονος θεραπευμένος άνθρωπος


Η πατερική παράδοση δεν περατώθηκε σε μια χρονική περίοδο και επομένως έπαυσε να υπάρχη, αλλά εξακολουθή να είναι ζωντανή μέχρι τις ημέρες μας. Και αυτό είναι φυσικό, αφού υπάρχει η Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι το Σώμα του αναστάντος Χριστού, αφού λειτουργούν τα μυστήρια, εξαιρέτως δε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας που είναι το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής και, βεβαίως, εξακολουθεί να υπάρχη ολόκληρη η νηπτική - ησυχαστική μέθοδος δια της οποίας ο άνθρωπος μετέχει των αγίων Μυστηρίων.

Ακριβώς, για τον λόγο αυτόν στην συνέχεια θα εντοπιστούν μερικά σημεία από τους λόγους και την ζωή ενός συγχρόνου θεραπευμένου ανθρώπου, που είναι όντως εκφραστής της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως και ο οποίος έζησε την ησυχαστική μέθοδο της Εκκλησίας, όπως φαίνεται στην διδασκαλία του που τελευταία είδε το φως της δημοσιότητος. Πρόκειται για τον αείμνηστο π. Πορφύριο που πολλοί από μας τον είδαμε και τον ακούσαμε να μας απευθύνη “ρήματα ζωής αιωνίου”.

Κρίνεται απαραίτητο το κεφάλαιο αυτό, διότι έτσι θα παρουσιασθή η αλήθεια ότι η ορθόδοξη νηπτική παράδοση της Εκκλησίας μας έχει πράγματι θεραπευτικά αποτελέσματα και στην εποχή μας. Και είναι γνωστόν ότι από τα αποτελέσματα κρίνεται κάθε θεωρία. Ο Γέροντας Πορφύριος κινήθηκε μέσα σε μια διαχρονική εκκλησιαστική παράδοση, η οποία ανέδειξε Προφήτας, Αποστόλους, Μάρτυρας, Οσίους, Ασκητάς και γενικά Αγίους, οι οποίοι αποκατέστησαν τις σχέσεις τους με τον Θεό, τον εαυτό τους, τους συνανθρώπους τους και το περιβάλλον. Όλοι αυτοί οι άγιοι, ενωθέντες με τον Θεάνθρωπο Χριστό, βίωσαν στην ζωή τους την κατάσταση του Αδάμ προ της πτώσεως και την εσχατολογική ζωή των αναγεννημένων ανθρώπων, δηλαδή υπερέβησαν τον θάνατο στα όρια της προσωπικής τους ζωής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Στο βιβλίο “Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι” παρουσιάζονται απομαγνητοφωνημένα λόγια του αγίου Γέροντος, φαίνεται η εσωτερική του ελευθερία αλλά και η καθαρότατη αγάπη του που ήταν αποτέλεσμα καθάρσεως της καρδιάς του από τα πάθη, και του φωτισμού του νοός, αλλά ακόμη και της θεώσεώς του. Ακριβώς για το ότι απέκτησε αυτήν την εσωτερική ελευθερία, αλλά και την καθαρότατη αγάπη, προσήγγιζε τον Θεό, τον κόσμο και την κτίση με ένα αυθεντικό φυσικό τρόπο, που μας θυμίζει την ζωή του Αδάμ προ της παρακοής, αλλά και την ζωή των δικαίων στην εσχατολογική κατάσταση. Όλα αυτά, βέβαια, ξεκίνησαν από την μεταμόρφωση της υπάρξεώς του, από την προσευχή και την θέα του ακτίστου Φωτός, όπως το λέγει καθαρά σε πολλά σημεία των λόγων του. Θα δούμε μερικά στοιχεία από τον τρόπο με τον οποίο ομιλεί για τον Θεό, τους ανθρώπους και την κτίση.

Ο Γέροντας Πορφύριος έτρεφε μια καθαρή αγάπη προς τον Θεό, τον οποίο δεν έβλεπε μέσα σε συμφεροντολογικές εμπαθείς καταστάσεις, αλλά στην ανιδιοτελή αγάπη. Η στάση του προς τον Θεό ήταν θετική. Έλεγε: “η σχέση με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του θείου”. Ζούσε μέσα στο κέντρο της Αθήνας, στην Ομόνοια, με αυτήν την αγάπη του Θεού. “Άμα αγαπάεις, ζεις στην Ομόνοια και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια. Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο βλέπεις, ούτε τίποτε. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάεις... Σκεφθείτε αυτό το πρόσωπο που αγαπάτε να είναι ο Χριστός”. “Όταν μπει ο Χριστός στην καρδιά, τα πάθη εξαφανίζονται. Δεν μπορείς ούτε να βρίσεις, ούτε να μισήσεις, ούτε να εκδικηθείς, ούτε, ούτε, ούτε, ούτε... Πού να βρεθούν τα μίση, οι αντιπάθειες, οι κατακρίσεις, οι εγωϊσμοί, τα άγχη, οι καταθλίψεις. Κυριαρχεί ο Χριστός”. Όλη την πνευματική ζωή του ανθρώπου την στηρίζει στο θετικό σημείο, στην αγάπη προς τον Χριστό και όχι απλώς στο αρνητικό. Λέγει: “Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να ασχολείσθε με τ' αγκάθια. Μην καταπιάνεστε με την εκδίωξη του κακού... Δεν γίνεστε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό. Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σας σώσει”. “Όλη η δύναμή σας να στρέφεται στην αγάπη του Θεού, στη λατρεία Του, στην προσκόλληση σ' Αυτόν. Έτσι η απαλλαγή απ' το κακό και τις αδυναμίες θα γίνεται μυστικά, χωρίς να παίρνετε είδηση, χωρίς κόπο. Αυτήν την προσπάθεια κάνω κι εγώ. Βρήκα ότι είναι ο καλύτερος τρόπος αγιασμού, “αναίμακτος”. Καλύτερα, δηλαδή, να ρίχνομαι στην αγάπη, μελετώντας τους κανόνες, τα τροπάρια, τους ψαλμούς. Αυτή η μελέτη κι εντρύφηση, χωρίς να το καταλάβω, πηγαίνει το νου μου προς τον Χριστό και γλυκαίνει την καρδιά μου. Συγχρόνως εύχομαι, ανοίγοντας τα χέρια με λαχτάρα, με αγάπη, με χαρά και ο Κύριος με ανεβάζει στην αγάπη Του. Αυτός είναι ο σκοπός μας, να φτάσουμε εκεί. Τι λέτε, αυτός ο δρόμος δεν είναι “αναίμακτος”;.

Εδώ φαίνεται καθαρά πώς ο π. Πορφύριος με την αγάπη προς τον Θεό θεράπευε την ψυχή του, προσανατολίζοντάς την προς τον Θεό. Έτσι η αγάπη στον Θεό, η οποία μεταμορφώνει όλες τις ψυχικές δυνάμεις του ανθρώπου, είναι μια θεραπεία “αναίμακτος”.

Ακόμη ο Γέροντας πλησίαζε τους ανθρώπους με πνεύμα ελευθερίας, αλλά και αγάπης, αφού σε κάθε άνθρωπο έβλεπε την εικόνα του Θεού. Δεν τον ενδιέφερε η διαφορά του φύλου, αλλά το πρόσωπο του ανθρώπου ως κτισθέντος κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Θεού. Εκείνος που αγαπά τον Χριστό έχει μια ανοικτή καρδιά και αγαπά ό,τι αγαπά ο αγαπημένος, ο Χριστός. Και αυτή η αγάπη ήταν ανιδιοτελής, καθαρή αγάπη. Γράφει ο ίδιος για την περίπτωση αυτή: “Όλους τους αγαπούσα, για όλους πονούσα, όλα με συγκινούσαν. Αυτό μου το είχε δώσει η θεία χάρις. Έβλεπα τις νοσοκόμες με τις λευκές τους στολές, σα λευκοφορεμένους αγγέλους να κατεβαίνουν στην Εκκλησία και δάκρυζα που τις έβλεπα. Πολύ τις αγαπούσα τις αδελφές νοσοκόμες. Και σκεφτόμουν, όταν έβλεπα αδελφή με στολή, ότι είναι αδελφή του ελέους, είναι αδελφή της αγάπης, που πάει να λειτουργήσει στο ναό της αγάπης του Θεού, δηλαδή στο νοσοκομείο, να υπηρετήσει τους ασθενείς, τους αδελφούς. Ο άγγελος, ο λευκός άγγελος. Πόσα πράγματα αφήνουμε απαρατήρητα! Όταν πάλι έβλεπα μια μάνα να βυζαίνει το μωρό της, συγκινιόμουν. Όταν έβλεπα μια γυναίκα έγκυο, δάκρυζα. Έβλεπα τις δασκάλες που πήγαιναν τα παιδιά στην Εκκλησία και δάκρυζα για το έργο της αγάπης”.

Αισθανόταν τρυφερότητα και στους γυμνιστές. Γι' αυτό έλεγε: “Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σ όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια, αμαρτίες, για να τους δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πώς μπορεί να τους αλλάξει, να τους μεταμορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ' όλα”.

Με αυτήν την τρυφερότητα και την αγάπη εξομολογούσε τους ανθρώπους. Ο ίδιος διηγείται: “Άφηνα τον εξομολογούμενο να πη ό,τι ήθελε επί πολλή ώρα και στο τέλος έλεγα κι εγώ κάτι. Την ώρα που εκείνος έλεγε πολλά κι όχι μόνο προσωπικά του, εγώ "έβλεπα" τι ψυχή είναι αυτή. Απ' όλη του τη στάση καταλάβαινα την κατάστασή του και στο τέλος του έλεγα κάτι, για να τον ωφελήσω. Κι εκείνα ακόμη που δεν ήταν προσωπικά του, είχανε κι αυτά κάποια σχέση μ' εκείνον, με την ψυχική του υπόσταση. Κι όλοι μ' αγαπούσαν, επειδή δεν τους μιλούσα και λέγανε ελεύθερα ό,τι θέλανε. Κι αν ερχόταν και κανείς που δεν είχε σχέση με τη θρησκεία ή μου έλεγε κανένα παράπτωμα λίγο πιο σοβαρό, δεν του τόνιζα πολύ αυτό το πράγμα. Όταν κάνεις τον άνθρωπο να το αισθανθεί πολύ το παράπτωμα, του έρχεται μια αντίδραση, για να μην μπορεί να το κόψει μετά. Κι έλεγα στο τέλος της εξομολογήσεως κάτι σχετικό με το σοβαρό παράπτωμά του, για το οποίο κι αυτός είχε πείσει τον εαυτό του να το πει. Έτσι κι εγώ δεν αδιαφορούσα τελείως, αλλ' ούτε και το τόνιζα. Ανάλογα. Μπορεί και ν' αδιαφορούσα”.

Επί πλέον και την κτίση έβλεπε ως δημιούργημα του Θεού, αφού με την καθαρότητα που είχε και τον φωτισμό του νοός του έβλεπε μέσα στην κτίση, ακόμη και στα άγρια ζώα, τους λόγους των όντων. Υπάρχουν πολλοί λόγοι του Γέροντος Πορφυρίου, στους οποίους φαίνεται αυτή η αγάπη του προς την κτίση, το αηδονάκι από το οποίο διδασκόταν την ησυχία και την ταπείνωση, τα δενδράκια τα οποία πότιζε, τον αετό που προσπάθησε να εξημερώση με την προσευχή κλπ. Έλεγε ότι “προσευχή είναι να πλησιάζεις το κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη και να ζεις με όλα, και με τ' άγρια ακόμη, εν αρμονία. Αυτό επιθυμώ και προσπαθώ να το εφαρμόζω”.

Ήταν βασική σκέψη του Γέροντα, την οποία συναντούμε σε πολλούς λόγους του, ότι “για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. "Χοντρές" ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει. Ο χριστιανός, έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση”. Στην συνέχεια λέγει: “Να εκμεταλλεύεσθε τις ωραίες στιγμές. Οι ωραίες στιγμές προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή, ευγενική, ποιητική. Ξυπνήστε το πρωί να δείτε το βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολοπόρφυρος απ' το πέλαγος. Όταν σας ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, ένα εκκλησάκι, κάτι ωραίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία, για να ζείτε τον μόνον Ωραίον. Όλα είναι άγια, και η θάλασσα και το μπάνιο και το φαγητό. Όλα να τα χαίρεστε· όλα μας πλουτίζουν, όλα μας οδηγούν στην μεγάλη Αγάπη, όλα μας οδηγούν στον Χριστό”.

Η φύση είναι το μυστικό ευαγγέλιο γι' αυτόν που έχει την θεία Χάρη μέσα του: “Να ζείτε μέσα σε όλα, στη φύση, στα πάντα. Η φύση είναι το μυστικό Ευαγγέλιο. Όταν, όμως, δεν έχει κανείς εσωτερική χάρη, δεν τον ωφελεί η φύση. Η φύση μας ξυπνάει, αλλά δεν μπορεί να μας πάει στον Παράδεισο”. Με πόση τρυφερότητα μιλάει για το αηδονάκι που κελαδάει. “ Α, τι να σας πω! Αυτό το έζησα, όταν με επισκέφθηκε η θεία χάρις στο Άγιον Όρος. Θυμάμαι τ' αηδόνι να ξελαρυγγίζεται μες στα δέντρα με τα φτερά του κατά πίσω, για να έχει δύναμη. Πω, πω, πω! Να είχα ένα ποτηράκι με νερό, να του έδινα να πίνει κάθε τόσο, να ξεδιψάει... Γιατί να ξελαρυγγίζεται τ' αηδόνι, γιατί; Όμως κι αυτό το χαίρεται το κελάηδημά του, το αισθάνεται, γι' αυτό ξελαρυγγίζεται”.

Είναι καταπληκτικές οι συμβουλές του για τον πνευματικό αγώνα που κάνουν οι Χριστιανοί. Ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται “απλά, απαλά, χωρίς βία", να μην ασχολείται τόσο πολύ με τον διάβολο και τα πάθη, αλλά με την αγάπη του Χριστού, να μάθη να εξασκή την πνευματική εργασία “στα βάθη της ψυχής", η οποία πρέπει “να γίνεται μυστικά, να μη γίνεται αντιληπτή όχι μόνο απ' τους άλλους, αλλά ούτε κι από σας τους ίδιους”.

Εδινε μεγάλη σημασία στην ελευθερία του ανθρώπου, γιατί χωρίς αυτήν δημιουργούνται πολλά προβλήματα. Λέγει: “ Ό,τι κάνεις αγγαρία και κλωτσάει η ψυχή σου μέσα σου, βλάπτεσαι. Το έχω πει πολλές φορές αυτό. Έχω δει και μοναχούς κι ανθρώπους κάθε ηλικίας να φεύγουν εντελώς απ' την Εκκλησία κι απ' τον Θεό, μην αντέχοντας την εσωτερική πίεση αλλά και την πίεση από άλλα πρόσωπα. Απ' την πίεση, όχι μόνον αντιδρά κανείς εναντίον της Εκκλησίας, αλλά δεν τη θέλει καν. Δεν τον επηρεάζει θετικά. Δεν καρπούται. Το κάνει, πιεστικά βέβαια, γιατί το είπε ο γέροντας, το είπε ο πνευματικός. Και λέει: "Τώρα πρέπει να πάω, παραδείγματος χάριν, στ' απόδειπνο". Ναι, όλα γίνονται, αλλ' όταν γίνονται τυπικά, βλάπτουν, δεν ωφελούν”.

Ακόμη και όταν ο άνθρωπος προσεύχεται, πρέπει να το κάνη ελεύθερα, και σε σχέση με τον Θεό. “Να μην εκβιάζουμε με τις προσευχές μας τον Θεό. Να μη ζητούμε απ' τον Θεό να μας απαλλάξει από κάτι, ασθένεια κλπ., ή να μας λύσει τα προβλήματά μας, αλλά να ζητούμε δύναμη και ενίσχυση από Εκείνον, για να τα υπομένουμε. Όπως Εκείνος κρούει με ευγένεια την πόρτα της ψυχής μας, έτσι κι εμείς να ζητούμε ευγενικά αυτό που επιθυμούμε κι αν ο Κύριος δεν απαντάει, να σταματάμε να το ζητούμε”.

Η προσευχή πρέπει να λέγεται με τρυφερότητα. “Αξία έχει να λες την ευχή με τρυφερότητα ψυχής, με αγάπη, με λαχτάρα, και τότε δεν θα σού φαίνεται κουραστική· όπως όταν λες, "μητέρα μου... πατέρα μου", και νιώθεις πλήρη ανάπαυση”.

Ήξερε καλά ο Γέροντας ότι η θρησκεία μπορεί να βλάψη τον άνθρωπο, όταν ο άνθρωπος δεν την αντιμετωπίζη καλά. Έλεγε: “Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ' αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους. Για πολλούς, όμως, η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μια αγωνία κι ένα άγχος. Γι' αυτό πολλούς απ' τους "θρήσκους" τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Κι έτσι είναι πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν τη ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστια και μάλιστα φοβερή”.

Γενικά, ο Γέροντας Πορφύριος, θεραπευμένος από την Χάρη του Θεού διακατεχόταν από μια καρδιακή ευαισθησία ευρισκόμενος ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες ζωής και στις πιο ακραίες καταστάσεις του θνητού και παθητού ανθρωπίνου σώματος, των δερματίνων χιτώνων της φθοράς και της θνητότητος.

Πολλές φορές κάνει λόγο για την αξία του πόνου που είναι μια ψυχική δύναμη την οποία έβαλε ο Θεός, κάνει λόγο για την αγάπη, την χαρά, την προσευχή, την οποία όμως ψυχική δύναμη ο διάβολος την οδηγεί προς την κατάθλιψη και βασανίζει τον άνθρωπο. Διδάσκει δε ότι θα πρέπη αυτόν τον πόνο να τον μετατρέπη σε αγάπη, προς το καλό. Υπέροχες είναι οι παρατηρήσεις του, για το πώς θεραπεύεται η κατάθλιψη με το ενδιαφέρον για την κτίση, τα φυτά, τα λουλούδια, με την μουσική, που όλα αυτά επιδρούν ως φάρμακα, προπαντός όμως με την στροφή του ανθρώπου στην αγάπη του Χριστού.

Ακόμη έδινε σημασία στην αμαρτία που είναι μια ψυχική αρρώστια και η οποία μπερδεύει τον άνθρωπο. “Η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Το μπέρδεμα δεν φεύγει με τίποτε. Μόνο με το φως του Χριστού γίνεται το ξεμπέρδεμα”.

Ο Γέροντας Πορφύριος δεν ήταν ένας άνθρωπος απόκοσμος. Ζούσε μέσα στον κόσμο, στον οποίο και συνεχώς είχε επικοινωνία με τους ανθρώπους. Ήταν άνθρωπος φιλάσθενος και κατά καιρούς είχε πολλές ασθένειες που τον οδηγούσαν προς τον θάνατο. Όμως και σε αυτές τις καταστάσεις δεν τον εγκατέλειπε η αγάπη προς τον Χριστό. Λέγει κάπου: “Όταν ήμουν άρρωστος βαριά και θα έφευγα για τους ουρανούς, δεν ήθελα να σκέφτομαι τις αμαρτίες μου. Ήθελα να σκέφτομαι την αγάπη του Κυρίου μου, του Χριστού μου, και την αιώνια ζωή. Δεν ήθελα να έχω φόβο. Ήθελα να πάω στον Κύριο και να σκέφτομαι την αγαθότητά Του, την αγάπη Του. Και τώρα, που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, δεν έχω άγχος, αγωνία, αλλά σκέφτομαι ότι, όταν παρουσιαστώ στην Δευτέρα Παρουσία και μου πει ο Χριστός: "Εταίρε, πώς εισήλθες ώδε, μη έχων ένδυμα γάμου;", θα σκύψω το κεφάλι και θα πω: "Ό,τι θέλεις, Κύριέ μου, ό,τι θέλει η αγάπη Σου. Το ξέρω, δεν είμαι άξιος. Στείλε με όπου θέλει η αγάπη Σου. Για την κόλαση είμαι άξιος. Και στην κόλαση να με βάλεις, αρκεί να είμαι μαζί Σου. Ένα θέλω, ένα επιθυμώ, ένα ζητώ, να είμαι μαζί Σου, όπου και όπως θέλεις Εσύ"”.

Στο βιβλίο αυτό υπάρχει ένας καταπληκτικός λόγος που αναφέρεται στις αρρώστιες του, αλλά ταυτόχρονα και στην αγάπη του Θεού που αισθανόταν: “Ευχαριστώ τον Θεό, που μου έδωσε πολλές αρρώστιες. Πολλές φορές του λέω: "Χριστέ μου, η αγάπη Σου δεν έχει όρια". Το πώς ζω είναι ένα θαύμα. Μέσα στις άλλες μου αρρώστιες έχω και καρκίνο στην υπόφυση. Δημιουργήθηκε εκεί όγκος που μεγαλώνει και πιέζει το οπτικό νεύρο. Γι' αυτό τώρα πια δεν βλέπω. Πονάω φοβερά. Προσεύχομαι, όμως, σηκώνοντας τον Σταυρό του Χριστού με υπομονή. Είδατε τη γλώσσα μου πώς είναι; Έχει μεγαλώσει, δεν είναι όπως ήταν. Είναι και αυτό από τον καρκίνο που έχω στο κεφάλι. Κι όσο πάω, θα γίνομαι χειρότερα. Θα μεγαλώσει κι άλλο, θα δυσκολεύομαι να μιλήσω. Πονάω πολύ, υποφέρω, αλλά είναι πολύ ωραία η αρρώστια μου. Την αισθάνομαι ως αγάπη του Χριστού. Κατανύγομαι κι ευχαριστώ τον Θεό. Είναι για τις αμαρτίες μου. Είμαι αμαρτωλός και προσπαθεί ο Θεός να με εξαγνίσει”.

Και τελειώνοντας την αναφορά μου στον Γέροντα Πορφύριο, που είναι ένας θεραπευμένος άνθρωπος, θα ήθελα να παραθέσω ένα λόγο του, που είναι η πεμπτουσία πολλών άλλων λόγων και δείχνει το πώς πρέπει να διάγη και να είναι ο Χριστιανός, το πώς είναι ο άνθρωπος που θεραπεύεται από την Χάρη του Θεού.

"Η ψυχή του Χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ άπειρο, μες στ' άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή. Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι. Πρέπει να πονάεις. Ν' αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι' αυτόν που αγαπάεις. Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο. Όλη νύχτα τρέχει, αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια, για να συναντηθεί με τον αγαπημένο. Κάνει θυσίες, δεν λογαριάζει τίποτε, ούτε απειλές, ούτε δυσκολίες, εξαιτίας της αγάπης. Η αγάπη προς τον Χριστό είναι άλλο πράγμα, απείρως ανώτερο”.

Ο Γέροντας Πορφύριος είναι καρπός της ησυχαστικής παραδόσεως, θεραπεύθηκε χρησιμοποιώντας την μέθοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως και περιγράψαμε στην αρχή της εισηγήσεως, και στην συνέχεια έζησε μέσα στον κόσμο με ειρήνη και αγάπη.


5. Η ορθόδοξη θεολογία σε σχέση με την υπαρξιακή ψυχολογία του Frankl και την σύγχρονη νευρολογία και ψυχιατρική


Αυτή η προοπτική που έχει η Εκκλησία μας, δεν είναι εντελώς αντίθετη και άσχετη με την σύγχρονη επιστήμη της ψυχοθεραπείας.

Όπως γνωρίζουμε από άλλες αναλύσεις, στον δυτικό Χριστιανισμό χάθηκε αυτή η νηπτική παράδοση της Εκκλησίας, και αναπτύχθηκαν άλλα είδη Χριστιανικής ζωής. Στους Παπικούς αναπτύχθηκε, με τον σχολαστικισμό, η υπερτροφική λογική που ετέθη στην βάση της Χριστιανικής αλλά και της εν γένει ζωής, και στους Προτεστάντες αναπτύχθηκε η ηθικιστική ζωή, που αφήνει ανεξέλεγκτο όλο τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, ευρισκόμενος ο δυτικός άνθρωπος μέσα στα στενά και απάνθρωπα πλαίσια του σχολαστικισμού και του πουριτανισμού, έφθασε στο σημείο να ανακαλύψη έναν άλλο τρόπο για να λύση τα ποικίλα προβλήματα και αυτός είναι η ψυχολογία, η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπεία. Επομένως, αυτή η ανακάλυψη είναι στην πραγματικότητα αναζήτηση της νηπτικής θεολογίας που έχει η Εκκλησία. Γι' αυτό και η προσφορά της Εκκλησίας μας στην αναζήτηση του δυτικού ανθρώπου είναι η προσφορά του θησαυρού που έχει και αυτός είναι η νηπτική - ησυχαστική παράδοση.

Μεταξύ των μεθόδων που ανακαλύφθηκαν στην Δύση για την θεραπεία των εσωτερικών καταστάσεων είναι και η λεγόμενη υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, η οποία ονομάσθηκε από τον Frankl λογοθεραπεία, που αναφέρεται στην εύρεση νοήματος για την ζωή.

Ο Frankl στα κείμενά του κάνει λόγο, για το ότι η λογοθεραπεία είναι η εύρεση και αναζήτηση λόγου-νοήματος για την ζωή, για την διαφορά μεταξύ λογοθεραπείας και ψυχανάλυσης, για τις τρεις βασικές προϋποθέσεις της λογοθεραπείας “ελευθερία θέλησης, θέληση για νόημα, νόημα ζωής", για την τραγική τριάδα “πόνος, θάνατος και ενοχή", για τις νοογενείς και ψυχογενείς νευρώσεις, για το φαινόμενο της παράδοξης πρόθεσης, για την υπαρξιακή συνάντηση με τον λογοθεραπευτή κλπ. Αυτά είναι πολύ σημαντικά, γιατί προσεγγίζουν πολύ στην μέθοδο που έχει η Εκκλησία μας, χωρίς, βέβαια, να αγνοούμε τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις μεταξύ των δύο.

Επίσης, πρέπει να λεχθή ότι, σήμερα στην Αμερική γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο είναι σύνθετα και γι' αυτό πρέπει όλες οι επιστήμες να συνεργάζωνται μεταξύ τους, ακόμη και η επιστήμη πρέπει να χρησιμοποιήση και την γνώση που προέρχεται από τον θρησκευτικό χώρο, γιατί όλα τα προβλήματα του ανθρώπου είναι συνάρτηση των γονιδίων του και του περιβάλλοντος, καθώς επίσης και των ιδανικών που έχει θέσει στην ζωή του ο άνθρωπος.

Πριν λίγο καιρό διάβαζα στο Neurology, που είναι το επίσημο περιοδικό της Amerikan Society of Neurology, ένα άρθρο με τίτλο “Νευρολογία και ψυχιατρική, κλείνοντας τον μεγάλο διχασμό”, το οποίο συνέγραψαν τρεις αμερικανοί επιστήμονες, οι Price, Adams και Coyle.

Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία του είναι το ότι, ενώ πριν λίγο καιρό υπήρχε διάσταση απόψεων και μη συνεργασία μεταξύ ψυχιατρικής και νευρολογίας, ακόμη και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αφού “το να καταφέρεις να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, τους νευρολόγους και ψυχιάτρους της εποχής, χωρίς την βοήθεια της αστυνομίας ήταν από μόνο του μεγάλο επίτευγμα” (σελ. 3-4), εν τούτοις σήμερα παρατηρείται ότι είναι ανάγκη να συνεργάζωνται μεταξύ τους, αφού σήμερα “τα θεμέλια της διάκρισης μεταξύ νευρολογίας και ψυχιατρικής σταδιακά εξαλείφονται. Ένας δεύτερος λόγος που συνηγορεί υπέρ της ενοποίησης νευρολογίας και ψυχιατρικής είναι η αναγνώριση ότι ψυχιατρικά συμπτώματα είναι συχνά και συνεισφέρουν σημαντικά στην νοσηρότητα των νευρολογικών ασθενειών καθώς και ότι πολλά χαρακτηριστικά των ψυχιατρικών παθήσεων μπορεί στην πραγματικότητα να έχουν νευρολογικό αίτιο” (σελ. 5).

Επίσης υπογραμμίζεται ότι, μέρα με την ημέρα με έρευνες και πειράματα αποδεικνύεται περίτρανα ότι “οι μοντέρνοι επιστήμονες έχουν επιβεβαιώσει ότι οι οργανισμοί είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ έκφρασης των γονιδίων και περιβάλλοντος”, ότι “η επιβίωση και πολλαπλασιασμός των νέων νευρώνων μπορεί να επηρεασθεί από την εμπειρία”, ότι “ο εγκέφαλος και το περιβάλλον έχουν ενεργό, σοβαρή επικοινωνία και επηρεάζουν το ένα το άλλο με αμφίδρομο τρόπο”, ότι “η σχιζοφρένεια, οι διαταραχές της διάθεσης, οι μανιοκαταθλιπτικές παθήσεις, παθήσεις πανικού, ο εθισμός και ο αυτισμός, τώρα αναγνωρίζονται ως ψυχιατρικές παθήσεις με υποκειμενικές βιολογικές αλλοιώσεις”, “ότι η έκφραση ενός γονιδίου είναι στενά συνδεδεμένη και μπορεί να αλλάξει με την επίδραση περιβαλλοντολογικών παραγόντων” κλπ. Μάλιστα οι αρθρογράφοι επιστήμονες αναφέρονται σε έρευνα, σύμφωνα με την οποία ο εγκέφαλος μιας ομάδας ανθρώπων, που έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν, έχει καλύτερη αντίδραση σε διάφορα γεγονότα. Όπως γράφουν “η μάθηση ανάγνωσης και γραφής κατά την παιδική ηλικία αλλάζει την λειτουργική νευροανατομία του εγκεφάλου, και ότι η απόκτηση μάθησης και άλλων επίκτητων ικανοτήτων μεταβάλλει την λειτουργία του εγκεφάλου και σε άλλες παρόμοιες εργασίες”. Οι επιστήμονες αυτοί αναφέρονται σ' ένα λόγο του Φρόϋντ, σύμφωνα με τον οποίο η φυσιολογία και η χημεία του μέλλοντος, θα δώσουν απαντήσεις σε τεθέντα ερωτήματα και, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, “μπορεί να είναι τέτοιας μορφής που θα αχρηστεύσουν τις τεχνητά φτιαγμένες υποθέσεις μας”. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, οι επιστήμονες αυτοί υποστηρίζουν ότι, είναι ανάγκη να συνεργάζωνται στενά η ψυχιατρική με την νευρολογία, καθώς επίσης “πρέπει να ενσωματώσουμε προοπτικές και από άλλους χώρους όπως κοινωνιολόγους, φιλοσόφους, ειδικούς θεμάτων δεοντολογίας και ηθικής, αντιπροσώπους θρησκειών, συμβουλευτικές ομάδες ασθενών, και ακόμη νομικούς”.

Επίσης παρατηρείται ότι, “εκτεταμένη συνεργασία μεταξύ νευρολογίας, ψυχιατρικής, νευροχειρουργικής, νευροφυσιολογίας, και άλλων επιστημών μπορεί να επικεντρωθεί 1) στο πώς βιολογικές λειτουργίες του εγκεφάλου δίνουν γένεση σε “ψυχικές” (mental) εκδηλώσεις, 2) στο πώς περιβαλλοντικοί παράγοντες τροποποιούν την βιολογική δομή του εγκεφάλου 3) στο πώς αυτές οι γνώσεις θα βοηθήσουν την “ψυχική" (mental) υγεία και στην ανάνηψη από βλάβες του εγκεφάλου” (σελ. 10). Έτσι “η ψυχιατρική θα συνεχίση τον μοναδικό κλινικό της ρόλο που περιλαμβάνει την διάγνωση και ταξινόμηση των “ψυχικών” (mental) παθήσεων, την μελέτη των σημαντικών σχέσεων μεταξύ του εγκεφάλου και των εμπειριών της ψυχοπαθολογίας και την εκτίμηση ειδικών φαρμακολογικών και ψυχολογικών παρεμβάσεων σε αυτές. Θα παραμείνη ο εκπρόσωπος της ιατρικής στην κοινωνία .... Η νευρολογία θα αυξήση την εμπλοκή της στην βασική και κλινική έρευνα σε διαταραχές συμπεριφοράς στις νευροψυχιατρικές παθήσεις...”

Επομένως, είναι φανερό ότι χρειάζεται συνεργασία μεταξύ της νευρολογίας και ψυχιατρικής, αφού η νευρολογία θα εξετάζη τις επιπτώσεις του περιβάλλοντος και του ψυχισμού στον βιολογικό οργανισμό του ανθρώπου, και η ψυχιατρική θα εξετάζη τις επιπτώσεις της νευροβιολογίας στην ψυχολογική και κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου. Αλλά και οι δύο αυτές επιστήμες πρέπει να δεχθούν τα πορίσματα των άλλων επιστημών, ακόμη και της θρησκείας, γιατί έχει υποστηριχθή ότι τα ιδανικά, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και η επίδραση της σατανικής δυνάμεως, καθώς επίσης και της θείας ενεργείας, έχουν επιπτώσεις, θετικές ή αρνητικές, στην ψυχολογική, αλλά και βιολογική κατάσταση του ανθρώπου. Είναι γνωστόν από διάφορες μελέτες και έρευνες ότι, η πίστη του ανθρώπου στον Θεό έχει συνέπεια στον οργανισμό του, αλλά και έχει, ακόμη, διαπιστωθή ότι ο σατανάς ενεργεί δια του αρρωστημένου εγκεφάλου, όταν, βέβαια, συντρέχουν και άλλες πνευματικές προϋποθέσεις.

Αυτό πρέπει κυρίως να λεχθή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία δεν είναι μια θρησκεία που ικανοποιεί τα συναισθήματα του ανθρώπου και του δίδει μια υπαρξιακή μεταφυσική “παρηγοριά”, σαν ένα είδος “ναρκωτικού”, αλλά τον φέρει σε συνάντηση “πρόσωπον προς πρόσωπον” με τον αληθινό Θεό, πράγμα το οποίο έχει σημαντικές ανθρωπολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η υπέρβαση του θανάτου, όπως φαίνεται στην ζωή των αγίων, αλλά και στην αφθαρσία των λειψάνων τους, δείχνει την αληθινότητα της θεραπείας και την μεγάλη προσφορά της Ορθοδόξου θεολογίας.

Βεβαίως δεν αρνείται κανείς την προσφορά της επιστήμης γενικά, αλλά και της νευρολογίας και ψυχιατρικής ειδικότερα στην ψυχολογική και σωματική υγεία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που βρίσκεται στην κατάσταση της πτώσεώς του μπορεί να βρη πολλούς τρόπους για να παρηγορήται, όπως εκείνος που είναι φυλακισμένος μπορεί να ξεπερνά την οδύνη της φυλακής του, χρησιμοποιώντας ποικίλες μεθόδους από την καθημερινή ζωή. Ένας Γέροντας έλεγε ότι οι άθεοι και όσοι ζουν εκτός της Εκκλησίας μπορούν να χρησιμοποιούν μερικούς ανθρώπινους και καθημερινούς τρόπους, προκειμένου να ξεκουρασθούν από την οδύνη που αισθάνονται. Και σε αυτό βοηθά η ψυχιατρική, η ψυχανάλυση, η ψυχολογία. Όμως το πρόβλημα δεν είναι μια ψυχολογική ανάπαυση και μια ανθρώπινη παρηγοριά, αλλά η υπέρβαση του θανάτου, η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό επιτυγχάνεται μόνον με την ορθόδοξη θεολογία και την ορθόδοξη νηπτική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όλα τα ανθρώπινα μέσα και οι ψυχολογικοί τρόποι θεραπείας του ανθρώπου, καίτοι δημιουργούν μια αναψυχή, εν τούτοις κινούνται μέσα στην κτιστότητα, την φθαρτότητα και την θνητότητα, δηλαδή ευρίσκονται μέσα στην πεπτωκυία κατάσταση και δεν μπορούν να εξαγάγουν τον άνθρωπο από την περιοχή του θανάτου. Μόνον η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος είναι εκείνη που δίνει άλλο νόημα και προοπτική στην θνητότητα και κτιστότητα του ανθρώπου, γιατί μόνον το άκτιστον μπορεί να βοηθήση τον κτιστό άνθρωπο να εξέλθη από τα όρια της κτιστότητός του.

Το συμπέρασμα αυτής της μικρής εισηγήσεως είναι ότι, εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε ένα μεγάλο θησαυρό και πλούτο, τον οποίο, δυστυχώς, εν πολλοίς αγνοούμε. Σήμερα με τις μελέτες που γίνονται, έρχεται στην επιφάνεια αυτός ο πλούτος. Όμως, παλαιότερα πολλοί θρησκευόμενοι κύκλοι στην Ελλάδα, αγνοούσαν αυτήν την ησυχαστική - νηπτική μέθοδο της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα να ενθουσιάζονται από τις δυτικές ανακαλύψεις που όπως είδαμε, ήταν αποτέλεσμα της άγνοιας της ορθοδόξου μεθόδου θεραπείας.

Είναι καιρός λοιπόν να μη αισθανόμαστε φτωχοί συγγενείς εν σχέσει με αυτά που γίνονται στον δυτικό χώρο, αλλά να εισδύσουμε στο βάθος του δικού μας πολιτισμού και της δικής μας παραδόσεως και να δούμε τα στοιχεία της. Άλλωστε αυτό είναι επιστημονικό γιατί ανταποκρίνεται στην λεγομένη διαπολιτιστική μέθοδο θεραπείας. Σε μας δεν ισχύει το λεγόμενο αγγλοσαξονικό πρότυπο, αλλά ένα άλλο πρότυπο που αναπτύσσεται από την όλη παράδοσή μας. Μπορούμε να προσλάβουμε μερικά στοιχεία από την δυτική παράδοση, αλλά αυτα τα στοιχεία πρέπει να αφομοιωθούν ουσιαστικά μέσα στον δικό μας οργανισμό.

Γενικά, πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στην θεολογία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Γέροντος Πορφυρίου και πολλών άλλων, διότι “παράγουν” αποδεδειγμένως θεραπευτικά αποτελέσματα.
Δημιουργία αρχείου: 26-6-2006.

Μυστικισμός και θρησκευτική πίστη

Μυστικισμός και θρησκευτική πίστη



Κ. Τσοπάνης Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων:
Ο μυστικισμός είχε να αντιμετωπίσει στην ιστορική του πορεία, ως φαινόμενο της θρησκευτικής σκέψης του ανθρώπου, εκτός της αντίδρασης που εκδήλωσε κατά καιρούς εναντίον του η κάθε επίσημη θρησκεία, ιουδαϊκή, χριστιανική, ισλαμική, κ.α. και τη θρησκευτική πίστη των πολλών ανθρώπων, η οποία συχνά δεν επιδίωκε την άμεση ένωση του ανθρώπου με το θείο και αντιστρατευόταν τις τακτικές και τις μεθόδους των μυστικιστών, αντιτάσσοντας σε αυτές την τυφλή πίστη στα δόγματα της επίσημης λατρείας.
Έκσταση και ενόραση
Πολλές φορές ο μυστικισμός υποχώρησε, κρυμμένος στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, για να επανεμφανιστεί πιο δυνατός όταν οι περιστάσεις τον καλούσαν. Μια τέτοια έντονη επανεμφάνιση του μυστικισμού ζούμε σήμερα όπου πολλά ανήσυχα πνεύματα απορρίπτουν το σχετικό και ζητούν το απόλυτο. Τώρα ο όρος «Μυστικισμός» προέρχεται από το ρήμα μυέω-μυώ που σημαίνει καθοδηγώ κάποιον, του διδάσκω κάτι. Πολλές φορές μάλιστα οι μυούμενοι οδηγούνταν από τους μύστες στην αποκάλυψη έχοντας δεμένα τα μάτια τους. προκειμένου να μη δουν κατά την διάρκεια της μύησης ό,τι δεν έπρεπε. Από την φύση της λοιπόν η ίδια η λέξη έχει κάποια σχέση με το μυστήριο. Από την εμφάνιση του μυστικισμού ως «οδού θεογνωσίας», είτε μέσω της «έκστασης» είτε μέσω της «ενόρασης», έγιναν πολλές προσπάθειες τόσο για να εξιχνιαστεί η φύση του ως φαινομένου όσο και για να ανακαλυφθεί το τι ωθεί την ανθρώπινη ψυχή προς αυτόν. Έτσι μετά από πολύ έρευνα «έκσταση» ονομάστηκε η απομάκρυνση από την κανονική κατάσταση του ανθρώπου, η απότομη αλλαγή στη σκέψη ή τη διάθεσή του. Η λέξη σημαίνει επίσης κατάσταση δέους ή κατάπληξης, όπως όταν ο Ιησούς μιλούσε με τους μαθητές Του και οι θεατές εξίσταντο, «έμεναν έκθαμβοι». (κατά Λουκάν, β΄ 47). Μπορεί επίσης να σημαίνει υστερία ή παραφροσύνη, όπως στον Αριστοτέλη και στους ιατρικούς συγγραφείς. (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1149 b 35, εξέστηκε της φύσεως ώσπερ οι μαινόμενοι, Ιπποκράτης, Προρρητικόν, 2,9, αι…μελαγχολικαί αύται εκστάσεις οι λυσιτελέες…κ.λπ.) Επίσης. μπορεί να σημαίνει κατοχή του ανθρώπου είτε από θεϊκό πνεύμα (όπως στην περίπτωση των προφητών της Π. Διαθήκης) ή άλλο (όπως η έκσταση την οποία αποδίδει ο Ωριγένης στην Πυθία). (Ωριγένης, Κατά Κέλσου, 7.3.) Σε αυτήν την περίπτωση όμως δεν πρόκειται περί έκστασης που έχει σχέση με τη μυστική ένωση αλλά περί προσωρινής κατοχής, της γνωστής και ως «πνευματικής καταληψίας». Το υπερκόσμιο πνεύμα εισέρχεται στον άνθρωπο χωρίς να υψώνεται ο άνθρωπος πάνω από το σώμα του είτε με δικές του ενέργειες είτε με ενέργειες κάποιου άλλου.
Αυτό φυσικά δεν έχει σχέση με την χριστιανική «μυστική έκσταση», η οποία είναι περισσότερο «ενόραση», άπλωμα και παράδοση του εαυτού, έφεση προς την επαφή και ταυτόχρονα γαλήνη και πνευματική προσπάθεια προσαρμογής. Η ανθρώπινη ψυχή δεν εκμηδενίζεται αλλά ταυτίζεται με την θεϊκή της φύση. Όμως και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν σαφείς ομοιότητες με τις αποκαλούμενες παγανιστικές εμπειρίες. Η διαφορά και πάλι είναι ότι ο παγανιστής που επιδιώκει την ταύτιση, το κάνει για να αποκτήσει προσωπική δύναμη και μαγικοποιεί κάποιες λέξεις τις οποίες πιστεύει ικανές να προκαλέσουν την ένωση, κάτι που δεν απαντάται εν γένει στο Χριστιανισμό. Η μυστική ένωση είναι εμπειρία μικρής διάρκειας η οποία κατά κανόνα συμβαίνει μόνο ύστερα από μεγάλα χρονικά διαστήματα και πολύ κόπο. Η unio mystica η οποία αναγνωρίστηκε από την εκκλησία είναι μια στιγμιαία φώτιση που χορηγείται μόνο ευκαιριακά και ίσως μόνο για μία φορά κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Οποιαδήποτε ενέργεια και εάν ελευθερώθηκε οποιαδήποτε ασφάλεια και εάν δόθηκε, το ανθρώπινο όν που τη βίωσε δεν απέβαλε από τότε την ανθρώπινη κατάσταση του. Παρέμεινε κοινός θνητός που όφειλε να ολοκληρώσει την ζωή του στη γη. Σε αντιδιαστολή με αυτή την εμπειρία υπάρχει και η εμπειρία του αποκαλούμενου «αιρετικού μυστικού» ο οποίος αισθανόταν πως είχε πλήρως μεταμορφωθεί. Δεν είχε απλώς ενωθεί με το Θεό, είχε ταυτιστεί με τον Θεό και θα παρέμενε ταυτισμένος για πάντα.
Εκτός από την έκσταση και την ενόραση, που είναι τρόποι μυστικής ένωσης με το θεϊκό, υπάρχουν επίσης και δύο τύποι μυστικιστικής εμπειρίας. Η «εξωστρεφής» εμπειρία που στρέφεται προς τα έξω, μέσω των αισθήσεων και η «ενδοστρεφής» που στρέφεται προς τα έσω, μέσα στο νου. Και οι δύο κορυφώνονται στην αίσθηση ύστατης ενότητας με ό,τι εκείνος που την αισθάνεται θεωρεί δική του ένωση ή ακόμα ταυτότητα. Όμως, ο εξωστρεφής μυστικός. χρησιμοποιώντας τις φυσικές αισθήσεις του, αντιλαμβάνεται την πολλαπλότητα των εξωτερικών υλικών αντικειμένων να μετασχηματίζεται μυστικά, με αποτέλεσμα το Ένα, ή η Ενότητα, να ακτινοβολεί μέσω αυτών. Ο ενδοστρεφής μυστικός, αντίθετα, αναζητά, αποκλείοντας σκόπιμα τις αισθήσεις, να καταδυθεί στα βάθη του δικού του εγώ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πλωτίνου, για τον οποίον η διαδρομή της ψυχής είναι το ταξίδι της ανακάλυψης του εαυτού: «Θα φθάσει η ψυχή όχι σε κάτι άλλο αλλά στον εαυτό της…….τα πάντα βρίσκονται μέσα μας» (Πλωτίνος VI, ix, 11,38, III,viii, 6.40.) Ο ίδιος ο Πλωτίνος, ο τέλειος τύπος του ενδοστρεφούς μυστικού, μόνο τέσσερις φορές στη ζωή του «ανυψώθηκε στον πρωταρχικό και υπέρτατο Θεό μέσω του διαλογισμού και των μεθόδων που ο Πλάτων υποδεικνύει στο Συμπόσιον. (Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου, 23.7.) Ο Πλωτίνος περιγράφει αυτές τις περιπτώσεις λέγοντας ότι: «ξύπνησα έξω από το σώμα και μέσα στον εαυτό μου, κατέληξα να είμαι εξωτερικός για όλα τα άλλα πράγματα και να περιέχομαι μέσα στον εαυτό μου, όταν είδα μια υπέροχη ομορφιά και ήμουν πεπεισμένος, όσο ποτέ, ότι ανήκα στην ύψιστη τάξη, όταν απήλαυσα ενεργητικά την ευγενέστερη μορφή ζωής, όταν έγινα ένα με το Θείο και ισορρόπησα μέσα στο Θείο». (Πλωτίνος, IV, viii, 1.1.) Η προσέγγιση του Θείου κατά τον Πλωτίνο είναι αυστηρά νοητική και όχι σωματική όπως σε ορισμένες ανατολικές θρησκείες, ή μυσταγωγική όπως σε ορισμένους χριστιανούς μυστικούς. Δεν επιβάλλει ούτε ασκήσεις αναπνοής, ούτε ομφαλοσκοπία, ούτε υπνωτικές επαναλήψεις ιερών συλλαβών και καμία τελετουργία δεν απαιτείται για να προκαλέσει την εμπειρία. Για τον Πλωτίνο αυτή η εμπειρία είναι φυσικό γεγονός και όχι υπερφυσική χάρη, όπως στην χριστιανική και μουσουλμανική θεωρία. Επίσης είναι μη αμοιβαία, μονόπλευρη, μόνο από την ψυχή που αισθάνεται έρωτα προς το Ένα, το οποίο όμως δεν μπορεί να αισθανθεί επιθυμία, μια και η επιθυμία είναι σημείο ατέλειας.
Παρόλες λοιπόν τις προσπάθειες ερμηνείας του μυστικισμού υπάρχουν ακόμα και σήμερα μυστικιστικές εμπειρίες των οποίων ο θρησκευτικός χαρακτήρας είναι μεν αποδεκτός, αλλά η φύση τους παραμένει σκοτεινή και ακαθόριστη. Έτσι τελικά δόθηκε ένας κοινά αποδεκτός ορισμός, που μπορεί λίγο-πολύ να καλύψει το ευρύτατο πεδίο του μυστικισμού και ο οποίος είναι ο εξής: μυστικισμός είναι η πίστη στη δυνατότητα μιας προσωπικής και άμεσης ένωσης του ανθρώπινου πνεύματος με τη θεμελιώδη αρχή της ύπαρξης, ένωση η οποία αποτελεί ταυτόχρονα τρόπο ύπαρξης και τρόπο γνώσης διαφορετικό και ανώτερο από την κανονική ύπαρξη και γνώση.
Η εμφάνιση του μυστικισμού ως ατομικής εσωτερικής αναζήτησης του θείου προκάλεσε από την αρχή ακόμα αντιδράσεις όχι μόνο από μέρους των κατά καιρούς επίσημων ιερατείων αλλά και από μέρους της πλειοψηφίας των πιστών της κάθε θρησκείας στα πλαίσια της οποίας εμφανίζονταν ενίοτε οι μυστικιστικές τάσεις. Οι αντιδράσεις προέρχονταν από το γεγονός ότι οι μυστικιστές ήταν, ή τουλάχιστον εμφανίζονταν, ως οι «μύστες», οι μυημένοι δηλαδή σε κάποιες ανώτερες πνευματικές αλήθειες οι οποίες ήταν απρόσιτες στον πολύ λαό. Αυτός ο «πνευματικός ελιτισμός» που συχνά διέκρινε τους μυστικισμούς έγινε η αιτία να ενταθούν οι σχέσεις μεταξύ του ενίοτε μυστικισμού και της «κοινής θρησκευτικότητας», της πίστης των πολλών ανθρώπων δηλαδή. Το κύριο «όπλο» του μυστικισμού σεαυτήν την διαπάλη ήταν ότι εκείνος, σε αντίθεση με την κοινή θρησκευτικότητα, πρόσφερε μια άμεση μέθεξη του θεϊκού μέσω της μυστικής ένωσης.
Εδώ ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε ότι από την άλλη μεριά ο μυστικισμός ακόμα και όταν διατείνεται ότι θα απαλλάξει τον άνθρωπο από την μοίρα του, βρίσκεται στην πραγματικότητα και ο ίδιος υποκείμενος σε αυτήν την μοίρα. Η μυστική θρησκευτικότητα φέρει, όπως και κάθε άλλο δημιούργημα του ανθρώπινου πνεύματος, τη μορφή των ίδιων στιλιστικών και υφολογικών κατηγοριών, επειδή σχετίζεται απόλυτα με την ανθρώπινη ιστορία.
Θρησκευτική πίστη
Πέρα από τις, χωρίς αμφιβολία, ακραίες μυστικιστικές εκδοχές της πίστης, τον μυστικισμό δηλαδή, υπάρχει και μια ακόμα θρησκευτικότητα πολύ πιο συχνή, με μια πιο συνηθισμένη μορφή, η οποία κάποιες φορές μπορεί να είναι το ίδιο φλέγουσα, διακαής ή και βαθιά όπως και ο μυστικισμός, η οποία όμως αποφεύγει τις ελπίδες της ένωσης της ψυχής με τον Θεό, θεωρώντας τες αδύνατες, ή ακόμα και ιεροσυλία. Αυτή η θρησκευτικότητα παίρνει την μορφή της απλής «πίστης», και είναι ένα είδος πολυσύνθετο και περίπλοκο, στο οποίο ποικίλουν οι βαθμοί της έντασης. Η πίστη σαν ψυχική κατάσταση και σαν πνευματική πράξη ενέχει περισσότερο μια σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού, σαν υπάρξεις που παραμένουν παντοτινά εξωτερικές η μία προς την άλλη. Η θρησκευτικότητα την οποία συναντούμε σε κάθε βήμα στους όμοιους μας, είναι αυτού του τύπου της πίστης. Η «πίστη» δεν σημαίνει όμως μια θρησκευτικότητα απαραίτητα μετριοπαθή. Είναι αλήθεια ότι οι μειωμένες θρησκευτικές απαιτήσεις των καθημερινών ανθρώπων βρίσκουν μια ικανοποίηση κυρίως στα πλαίσια της πίστης, τον καιρό που ο μυστικισμός ζητά, προφανώς, μια εξαιρετική θρησκευτική ικανότητα. Αλλά και η θρησκευτικότητα του τύπου της απλής πίστης μπορεί να έχει ακραίες τάσεις. Για να σκιαγραφήσουμε την δύναμη μέχρι την οποία φθάνει συχνά η πίστη χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα τον πρώτο βιβλικό πατριάρχη τον Αβραάμ, ο οποίος όταν του ζητήθηκε δεν δίστασε να προσπαθήσει να θυσιάσει τον ίδιο του τον γιο τον Ισαάκ. Η πίστη του Αβραάμ δεν είναι καθόλου η επιδίωξη του ανθρώπου να ενωθεί με τον Θεό, αλλά ψυχική κατάσταση και πνευματική πράξη, πνευματικό γεγονός, χάρη στο οποίο ο άνθρωπος υπακούει, με πάθος και ίσως με πόνο και με τριγμό των οδόντων, αλλά γεμάτος από πίστη, στην θέληση του Θεού.
Εάν οι μυστικιστικές επιδιώξεις μπορούν να γεννήσουν τόσες πολλές διαφορετικές παραλλαγές, είναι φυσικό ότι και η κοινή πίστη μπορεί να πάρει ένα μεγάλο φάσμα μορφών. Δεν είναι πολύ κοπιαστικό να αποδείξουμε ότι και οι μορφές της κοινής θρησκευτικής πίστης διαμορφώνονται από την απέραντη διαφορετικότητα των πνευματικών στυλ. Η περίπτωση του παρσισμού του Ζαρατούστρα, για παράδειγμα, στην οποία η θρησκευτικότητα δεν εκδηλώνει μυστικιστικές τάσεις και έχει μια εμφανή ροπή κοινής θρησκευτικής πίστης, δείχνει σε ποιο μέτρο αυτή η πίστη δέχεται τις βαθιές αποτυπώσεις του περσικού πνεύματος. Ο απέραντος ορίζοντας, η αισιοδοξία, ο εκδραματισμός, η μνημειώδης απλότητα, είναι όλοι εκείνοι οι παράγοντες του σκελετού της περσικής θρησκευτικότητας. Το γεγονός αυτό ωστόσο, της σύνδεσης της διδασκαλίας του με την περσική πολιτισμική ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης, δεν εμπόδισε τον Ζαρατούστρα να θεωρήσει την γνώστη διδασκαλία του ως άμεση αποκάλυψη από τον θεό του τον Ορμάζδ. (Αχούρα Μάζδα).
Υπάρχουν πολλές θρησκείες θεμελιωμένες στην πίστη ότι η βασική διδασκαλία τους είναι αποκαλυμμένη από τον Θεό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει κατά συνέπεια ότι η αυθεντία αυτών των δογμάτων, ως θεϊκών αποκαλύψεων, εμποδίζει τους ανθρώπους να τα εκφράσουν μέσα από το στυλ και το ύφος κάθε εποχής. Μια υφολογική ανάλυση μπορεί να αποδείξει ακριβώς την σύνδεση της θεϊκής αποκάλυψης με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες και απαιτήσεις εκ μέρους των ανθρώπων. Οι αναλύσεις αυτού του είδους συμπίπτουν όλες προς την ίδια κατάληξη: μια θεϊκή αποκάλυψη είτε θεωρηθεί γνήσια εν γένει, είτε όχι, προσαρμόζεται τόσο πολύ στις ανθρώπινες συνθήκες της εποχής κατά την οποία εμφανίζεται, ώστε γίνεται τόσο πολύμορφη όπως και τα δημιουργήματα και οι διδασκαλίες που είναι αποκλειστικά ανθρώπινης προέλευσης. Οι πιο ισχυροί σχηματισμοί της πίστης εμφανίσθηκαν στα πλαίσια του παρσισμού, του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ, του Χριστιανισμού και ούτω καθ’ εξής. Θα δούμε παρακάτω ότι και η εκάστοτε θρησκευτική πίστη όπως και ο μυστικισμός εξάλλου σχετίζονται στιλιστικά με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες.
Προφήτες στην Π. Διαθήκη
Για να εξηγήσουμε ακριβώς τι εννοούμε ας στρέψουμε το βλέμμα μας στη θρησκευτική ατμόσφαιρα της Παλαιάς Διαθήκης. Οι βιβλικές απόψεις περί της δημιουργίας του κόσμου, περί του πνεύματος του Θεού το οποίο πλέει πάνω από τα ύδατα, περί της δημιουργίας του παντός μέσα από μια σειρά θαυματουργών πράξεων, περί της δημιουργίας του ανθρώπου, περί του παραδείσου, περί της πτώσεως στην αμαρτία και της απομάκρυνσης των πρώτων ανθρώπων από τον παράδεισο, περί της αύξησης του ανθρώπινου είδους και της καταστροφής του από τον κατακλυσμό, – όλα αυτά τα μοτίβα, και πολλά άλλα, πρέπει να έρθουν στην μνήμη μας για να προξενήσουν μια βαθιά ηχώ στους υπόγειους θόλους της ψυχής μας και να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το κλίμα της εποχής κατά την οποία γράφτηκαν.
Οι Εβραίοι οι οποίοι έγραψαν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, διατηρώντας και καλλιεργώντας τις Γραφές, έσωσαν από τους πανάρχαιους μεσοποτάμιους πολιτισμούς ένα πλήθος από αρχαία μυθολογικά μοτίβα, τα οποία μετέδωσαν στους ευρωπαϊκούς λαούς οι οποίοι και παρήγαγαν εν μέρει από αυτά τους πολιτισμούς τους. Στην προϊστορική φάση, χαμένοι στην κοινή ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε στην Μικρά Ασία με την εξάπλωση των αρχαϊκών σουμεροακαδικών και βαβυλωνιακών πολιτισμών, οι Εβραίοι ήταν ένα πολυθεϊστικό γένος. Ακόμα και μόνο από τα αινιγματικά, από την πρώτη ματιά, υπονοούμενα, των πρώτων εντολών, γραμμένων από τον Μωυσή στις Πλάκες του Νόμου, προλέγεται ο αγώνας τον οποίον ο πρώτος και ο μεγαλύτερος προφήτης των Εβραίων, ήταν υποχρεωμένος να δώσει για την εδραίωση του Μονοθεϊσμού. «Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός Εμού». Για την πνευματική του δραστηριότητα ο Μωυσής βρήκε χωρίς αμφιβολία το έδαφος προετοιμασμένο από μια πατριαρχική παράδοση. Γιατί σύμφωνα με την παράδοση, πολύ προ του Μωυσή, τέθηκαν τα θεμέλια αυτής της ιδιαίτερης εβραϊκής συμφωνίας, «συμβολαιογραφικής» φύσεως, μεταξύ του Ιεχωβά και του εκλεκτού Του λαού, του Ισραήλ. Ας αποδώσουμε στην διαθηκική θρησκεία το νόημα, το οποίο αυτή πραγματικά είχε. Η μωσαϊκή θρησκεία, αντιληπτή ως υπόσχεση μεταξύ του Ισραήλ και του Ιεχωβά δεν ήταν από την αρχή ένας μονοθεϊσμός όπως είναι σήμερα. Η ουσία της διαγράφεται ακόμα σε ένα πολυθεϊστικό φόντο. Το φαινόμενο οδηγεί ακόμα μακρύτερα σε έναν ενοθεϊσμό. Ξέρουμε ότι στην προσευχή του ο βεδικός άνθρωπος απευθύνεται σε έναν θεό, επιλεγμένο από την μεγάλη πληθώρα των ινδικών θεών σαν να υπήρχε μόνο αυτός ο μοναδικός θεός, και συσσωρεύει επάνω στον προτιμούμενο θεό όλες τις αρετές, τις ιδιότητες και τα κατορθώματα των άλλων θεών. Στους παλαιούς Εβραίους διαπιστώνουμε ορισμένες ομοιότητες με αυτήν την κατάσταση. Ο Ιεχωβά θεωρείται από την γενιά του Ισραήλ ως ο μοναδικός Θεός, σαν να υπήρχαν και άλλοι θεοί. Ποιοι ήταν οι άλλοι θεοί; Σε πρώτη γραμμή ήταν οι θεοί των άλλων λαών. Ο Ιεχωβά φαίνεται κυριευμένος από την επιθυμία να επιβληθεί Αυτός μόνος ως μοναδικός Θεός, και γιαυτό επέλεξε έναν λαό, τον Ισραήλ. Ο Ισραήλ επέτυχε την εγγύηση και την υπόσχεση μιας κατάστασης χωρίς όμοιο της στον κόσμο μέσω της υπόσχεσης υποταγής και πίστης ενώπιον του Ιεχωβά. Είναι σαν ο Ιεχωβά προκειμένου να γίνει ο μοναδικός Θεός, να είχε ανάγκη από την αποκλειστική πίστη ενός λαού, του Ισραήλ. Και η υπόσχεση μεταξύ του Ισραήλ και του Ιεχωβά έγινε εν είδη συμβολαίου στην βάση της αρχής: «σου δίνω για να μου δώσεις».
Ο εβραϊκός μονοθεϊσμός, στην αρχή σχηματισμένος σε ένα πολυθεϊστικό φόντο, ραφινάρεται αργότερα, αναβαθμιζόμενος στη δική του γραμμή. Δανείστηκε μια φιγούρα που διατηρήθηκε αναλλοίωτη χάρη στις τρομερές κάποιες φορές και τρικυμιώδεις πάντοτε, κηρυγματικές δραστηριότητες των προφητών. Οι προφήτες μέσα από την εκστατική εμπειρία τους είναι οι εκπρόσωποι του μυστικισμού στην Παλαιά Διαθήκη. Η ψυχή των προφητών είναι το καμίνι του καθαρισμού και της ατσάλωσης της ιδέας της θεότητας. Μέσα από τη δραστηριότητα των προφητών βρήκε την έκφραση της μια σπάνια πορεία πνευματικοποίησης, εξαλείφοντας από τη μυθολογία τον ανθρωπομορφισμό και ξεριζώνοντας ολοκληρωτικά τον ζωομορφισμό. Αυτοί οι ίδιοι οι προφήτες, θεωρούνταν ένα είδος οργάνου του Θεού, ο οποίος θέλησε δυναμικά να αποκαλυφθεί, εκ διαλειμμάτων, στον εκλεκτό του λαό. Είναι θαρραλέοι υπερασπιστές της Ιεράς Υπόσχεσης, που δόθηκε μεταξύ Ισραήλ και Ιεχωβά. Όταν ο λαός ξεχνά, και αυτόν συνέβαινε αρκετά συχνά, την δέσμευση την οποία είχε δώσει, πέφτοντας στην δίνη των ανομιών, ο Ιεχωβά τον προειδοποιούσε με κάποιον προφήτη, τον ταρακουνούσε να θυμηθεί την διαθήκη, με τρομερούς λόγους που απειλούσαν το αίμα και το σπέρμα του Ισραήλ στους αιώνες των αιώνων.
Η διαμάχη των προφητών με τα αμαρτήματα του εκλεκτού λαού, περιέχει αφάνταστο πάθος, είναι πρωτόγονη και δραματική. Οι προφήτες όμως είναι πριν από κάθε άλλη πλευρά της δραστηριότητας τους προφήτες, και αυτή τους η ιδιότητα τονίζεται από την έξαρση με την οποία ανήγγειλαν το σχέδιο με το οποίο ο Θεός θα οδηγήσει τον λαό του για να νικήσει τον κόσμο. Από αυτήν την πλευρά της προφητικής δραστηριότητας παίρνει ύπαρξη ο μεσσιανικός μύθος, ο μύθος εκείνος με την όψη στραμμένη στο μέλλον, ενός Μεσσία, ενός απεσταλμένου και λειτουργού του Θεού, ο οποίος από στιγμή σε στιγμή θα έρθει. Ο μεσσιανικός μύθος αναφέρεται εξ’ ίσου στο ιστορικό πεπρωμένο του εκλεκτού λαού, όσο και σε ένα εσχατολογικό μέλλον – περί του τέλους του κόσμου. Βρίσκουμε ιδιαίτερα συχνούς υπαινιγμούς, συστάσεις και μεσσιανικές εξαγγελίες, στους στίχους του προφητάνακτος ψαλμωδού Δαυίδ και στις αποκαλύψεις του προφήτου Ησαΐα. – Για τους θαυμαστές των παραλληλισμών και των συγκρίσεων αναφέρουμε ότι στις αρχαϊκές μεσοποταμιακές λατρείες ο μύθος του σωτήρα ήταν πολύ διαδεδομένος και καλλιεργημένος με ιδιαίτερο ζήλο. Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι στην βαβυλωνιακό πολιτισμό ο μύθος του σωτήρα είχε στενή σχέση με την κυκλική και αστρολογική αντίληψη περί της πορείας των κοσμικών και ιστορικών γεγονότων. Στο τέλος κάθε ενός μεγάλου «κοσμικού έτους» ο κόσμος καταστρέφεται, και μια ανανεωτική θεότητα αναλαμβάνει την τύχη των ανθρώπινων πεπρωμένων και σώζει την ανθρώπινη ύπαρξη, κτίζοντας έναν νέο κόσμο από τα απομεινάρια του παλιού.
Ένας παρόμοιος σωτήρας, από τον οποίο ξεκίνησε μια παγκόσμια αναγέννηση, ήταν για παράδειγμα ο θεός Μαρδούχ, του οποίου η λατρεία ήταν αυταρχική και είχε το κέντρο της στην εκπληκτική πόλη της Βαβυλώνας. Το μεσσιανικό μοτίβο έχει στην βαβυλωνιακή θρησκεία έναν απροκάλυπτα αστρικό χαρακτήρα, κυκλικό-κοσμολογικό, μυθολογικό-θεϊκό, εκτεταμένο-γιγαντιαίο, υπεράνθρωπινο. Στην βαβυλωνιακή αντίληψη ο κόσμος παίρνει ύπαρξη, διαρκεί για ένα διάστημα, ξεπέφτει, καταρρέει, και τότε ένας θεός, ένας από τους πολλούς, μετατρέπεται σε σωτήρα του κόσμου, κυοφορεί μια νέα τάξη από τα απομεινάρια του γκρεμισμένου. Και το παιχνίδι αρχίζει από την αρχή σύμφωνα με ένα γιγάντιο ημερολόγιο, χωρισμένο σε συμπαντικά έτη. Ο μύθος είναι μνημειώδης χωρίς όμοιο και έχει μια εμφάνιση αστρολογική-χρονομετρική. – Το μεσσιανικό μοτίβο εμφανίζεται στους Εβραίους πολύ πιο εξανθρωπισμένο, συνδεδεμένο πρώτα από όλα με την ιστορία του ανθρώπου ή με την ιστορία κάποιων φυλών. Το μεσσιανικό μοτίβο δεν έχει στους Εβραίους χαρακτήρα κυκλικό, κοσμολογικό και αστρολογικό. Το πεπρωμένο του εκλεκτού λαού είναι αυτό που ενδιαφέρει από την αρχή έως το τέλος. Ο Μεσσίας θα έρθει για την σωτηρία του εκλεκτού λαού και για την εγκαθίδρυση μιας οριστικής κατάστασης. Το μεσσιανικό μοτίβο εμφανίζεται λοιπόν στους Εβραίους προσαρμοσμένο με τελειότητα στο πνευματικό και μονοθεϊστικό είδος της θρησκείας: ο Θεός είναι Ένας, ο Μεσσίας παρομοίως, και στο τέλος του κόσμου θα θριαμβεύσουν μια για πάντα.
Ο μοναδικός θρίαμβος του Μεσσία δεν θα ακολουθηθεί από μια νέα παρακμή ή μια νέα πτώση, όπως στην βαβυλωνιακή κυκλική αντίληψη, όπου τα κοσμικά έτη, με τους κόσμους και τους σωτήρες τους, αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο με κανονικότητα και ακρίβεια χρονομετρική των αστρικών κινήσεων και των ζωδιακών μετακινήσεων. Ο μεσσιανικός μύθος στους Εβραίους, εξανθρωπισμένος καθώς είναι, ιστορικοποιημένος, μοναδικός, συνδεδεμένος με το πεπρωμένο του ανθρώπου και κυρίως με εκείνο του εκλεκτού λαού, προϋποθέτει σαν υπόβαθρο μια θρησκεία διαθηκικής φύσης. Σίγουρα ο μεσσιανικός μύθος, απαγγέλλεται από μέρους των προφητών με προφορική αφθονία, αλλά μόνο μέσα από απερίγραπτα οράματα και υπαινιγμούς δύσκολους στην ψηλάφηση. Μέσα από τα μηνύματα τους απόκτησε μια παράξενη διαμόρφωση, κατά την διάρκεια της οποίας συμπεριέλαβε πολλά διφορούμενα. Έτσι οι πιο διαφορετικές ελπίδες αναζήτησαν μια δικλείδα στον μύθο, του οποίου κύριος συνεργάτης έγινε ο καιρός με τις καταστροφές του. Το μοτίβο του κοσμικού σωτήρα στον βαβυλωνιακό πολιτισμό είναι, είπαμε, υπερανθρώπινο. Για τους Βαβυλωνίους οι σωτήρες είναι θεοί, και δεν γνωρίζουν παρά μόνο τους δρόμους του θριάμβου. Ο ψαλμωδός Δαβίδ και ο προφήτης Ησαΐας αναγγέλλουν όμως την μελλοντική έλευση ενός Μεσσία, ο οποίος θα υποστεί πόνους και ταπεινώσεις. Το μεσσιανικό μοτίβο είναι εδώ βαθιά εξανθρωπισμένο, και τελικά προορισμένο για μια αιώνια εξέλιξη. Η ατμόσφαιρα της μεσσιανικής αναμονής ολοένα και δυνάμωνε ώστε την εποχή της γέννησης του Θεανθρώπου, του Ιησού από την Ναζαρέτ, έπρεπε να είχε λάβει κάποιες διαστάσεις πνευματικού πυρετού. Κατειλημμένος από το συναίσθημα της άμεσης έλευσης των γεγονότων ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής ανάγγειλε την άμεση εμφάνιση του Μεσσία, εκείνου ο οποίος «δεν θα βαπτίζει μόνον εν ύδατι αλλά και πνεύματι αγίω». Σε εκείνες τις πέριξ του Ιορδάνη ποταμού περιοχές και τις δυτικά της Νεκράς θαλάσσης, πρέπει να υπήρχαν πολλοί οικισμοί, χωριουδάκια με εστίες στις οποίες έκαιγε η φλόγα της αναμονής. Ένας μύθος, ζεσταμένος από την φλόγα που μεγάλωνε στις ψυχές για πολλούς αιώνες έπρεπε κάποια στιγμή να λάβει υπόσταση. Σε αυτήν την ατμόσφαιρα της έξαρσης και της λαχτάρας της αναμονής συνέβη κατόπιν ένα ιστορικό γεγονός μιας εντελώς εξαιρετικής σημασίας.
Ο μεσσιανικός μύθος έλαβε στην πραγματικότητα στην κατοχή του μια ανθρώπινη ύπαρξη και πραγματοποιήθηκε μέσω αυτής. – Η ζωή του Ιησού από την Ναζαρέτ, διηγημένη από τους Ευαγγελιστές είναι σίγουρα από πολλές απόψεις μια προσωποποίηση του μύθου. Από αυτό το γεγονός πολλοί βιάστηκαν να συμπεράνουν ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ σαν αληθινή ιστορική προσωπικότητα και να θέσουν το ζήτημα μεταξύ ιστορικού και βιβλικού Ιησού που βασάνισε την Δύση για αιώνες. Αλλά η ζωή του Ιησού διαπλάθεται μυθικά, επειδή ήταν ακριβώς η πραγματοποίηση ενός μύθου, μιας υπόσχεσης, η οποία φόρτισε με τον ηλεκτρισμό όλων των αναμονών τον αέρα για τόσους αιώνες. Ο μύθος, δημιουργημένος για να πραγματοποιηθεί, έπρεπε να πραγματοποιηθεί, ευθύς μόλις εμφανίστηκε η ύπαρξη η οποία είχε την υπερανθρώπινη δύναμη να τον ολοκληρώσει. Την εποχή εκείνη πρέπει να είχαν υπάρξει και πολλοί αποτυχημένοι «χριστοί», οι οποίοι κυριάρχησαν στις μεσσιανικές προσδοκίες και είπαν: «Εγώ ειμί! Εγώ ειμί ο αναγγελθείς!» – για να καταλάβουν την δεύτερη ημέρα ότι δεν είχαν την δύναμη που απαιτούσε ένα τέτοιο πεπρωμένο, και ότι οι ίδιοι δεν ήσαν παρά κάποιοι αποτυχημένοι. Με την εμφάνιση λοιπον του Ιησού Χριστού, αφού εκπληρώνεται στο πρόσωπο Του η μεσσιανική προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης, ο παλαιοδιαθηκικός προφητισμός λαμβάνει τέλος και στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο τελειώνει η μακρά αλυσίδα των βιβλικών προφητών, μιας και δεν είχαν πλέον λόγω ύπαρξης. Μέχρι τη γέννηση του Χριστού οι βιβλικοί προφήτες συντήρησαν την προφητεία αλλά και η προφητεία τους συντήρησε ως θρησκευτικό φαινόμενο και εκστατική μυστική θρησκευτική κατάσταση. Από εδώ και πέρα την θέση τους την παίρνει ο χριστιανικός μυστικισμός πλέον.
Ο χριστιανικός μυστικισμός
Εδώ πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ της θρησκείας του Ιησού, και της θρησκείας για την οποία ο Ιησούς ο ίδιος έγινε θρησκευτικό αντικείμενο. Η διάκριση είναι επιτρεπτή και δυνατή, αλλά τα όρια μεταξύ αυτών των δύο είναι πολύ αόριστα και ανακριβή. Η θρησκεία του Ιησού ήταν περιχαρακωμένη από την ιδέα ενός Θεού ως Πατρός του κόσμου, από την ιδέα μιας σχέσης εξαρτηματικής, θεμελιωμένης στην άμετρη αγάπη μεταξύ ανθρώπου και επουρανίου Πατρός, από την ιδέα ότι η επίγεια ζωή μεταμορφώνεται σε μια Βασιλεία του Θεού, μια «υπερκόσμια γη», από την ιδέα ότι οι άνθρωποι μεταξύ τους, ακόμα και οι εχθροί είναι αδέλφια, από την ιδέα ότι στον κόσμο το θαύμα είναι δυνατόν, αλλά κυρίως ότι πάνω από όλα τα θαύματα είναι το θαύμα της αγάπης του πλησίον, που εκδηλώνεται στον άνθρωπο.
Η θρησκεία για την οποία το πρόσωπο του Χριστού έγινε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θρησκευτικό αντικείμενο, επικεντρώθηκε στην ίδια την εμφάνιση του Ιησού. Σε αυτήν την διαδικασία συνέβαλλε κατά τρόπο αποδοτικό ο απόστολος Παύλος. Ταυτόχρονα με την επικέντρωση στην ιστορική εμφάνιση του Θεανθρώπου Ιησού από την Ναζαρέτ, διακηρύχθηκε ένα νέο κέντρο της θρησκευτικής ζωής, ένας κόμβος πνευματικής ακτινοβολίας χωρίς όμοιο του στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο θρησκευτικός σεισμός που ξεκίνησε από εδώ αντανάκλασθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο και εξελίχθηκε μέχρι τις ημέρες μας σε πολύ διαφορετικές εκφάνσεις. Η θρησκευτική ζωή, μέσα από τις παραλλαγές της πίστης, και η θρησκευτική ζωή σαν μυστική επιδίωξη, άνθισαν πολλαπλά και σύνθετα μέσω των πιο λαμπρών αντιπροσώπων και στον χώρο του χριστιανισμού. Για πολλές φορές οι δύο εξεταζόμενοι τρόποι της θρησκευτικής ζωής, η κοινή θρησκευτική πίστη και ο μυστικισμός δηλαδή, αλληλοανέχθηκαν ο ένας τον άλλον βαδίζοντας παράλληλα, και κάποιες φορές έφτασαν σε μια θαυμαστή αλληλοεπίδραση, όπως στην ψυχή και το πνεύμα του Αποστόλου Παύλου. Άλλες φορές εκείνοι οι δύο τρόποι της θρησκευτικής ζωής κυριαρχούμενοι από πείσμα, αλληλοπολεμήθηκαν για την κυριαρχία του θρησκευτικού πεδίου.
Ο χριστιανικός μυστικισμός, με την κοινή σημασία του όρου, άργησε να εμφανισθεί, και ξεκίνησε από έναν μυστικισμό όπου η έκσταση είναι στην ουσία προσδεδεμένη και εξαρτημένη από την προφητεία. (Εδώ ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε έστω παρενθετικά ότι η «έκσταση» του προφήτη είναι μια ψυχολογική κατάσταση αρκετά διαφορετική από την «έκσταση» της μυστικής ένωσης.) Στον χριστιανικό μυστικισμό γίνεται βέβαια από την αρχή λόγος για θέωση ενώ ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμα στο κτιστό του σώμα αλλά κάτω από ισχυρή πλατωνική επίδραση. Ο Κλήμης (Στρωμματείς 7.11) χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο των παγανιστικών μυστηρίων, το οποίο προσαρμόζει στην χριστιανική θρησκευτική εμπειρία, μιλά συχνά για «την εποπτείαν Θεού» αλλά δεν ξεκαθαρίζει τι εννοεί με αυτό. Κάποιες αναφορές κάνει επίσης και ο Ωριγένης όταν λέει ότι: «Συχνά μάρτυς μου ο Θεός, αισθάνθηκα τον Νυμφίο να με πλησιάζει και να βρίσκεται μαζί μου, όσο μπορεί να συμβεί αυτό, ύστερα εξαφανιζόταν ξανά και δεν μπορούσα να βρω εκείνο που ζητούσα». (Ωριγένης Hom. In Cant., 1.7.) Ωστόσο ο ίδιος ο Ωριγένης άνοιξε τον δρόμο στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης τον οποίον επηρέασε έντονα και ο οποίος αποκαλείται και ο πρώτος χριστιανός μυστικός. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει την μυστική εμπειρία ως ξύπνημα από το σώμα ή ανάβαση σε παρατηρητήριο, ως συνείδηση της θείας παρουσίας, απόκτηση της ιδιότητας του θεϊκού φωτός και ταύτιση με αυτό το οποίο αντιλαμβάνεται. (Γρηγόριος Νύσσης, P.G. 44, 996 A-D., 44, 453 A., 44, 508 B., 44, 1000 AB., 44, 1001 BC., 46, 93 C., 46, 372 BC,)
Παρόλα αυτά για πολλούς θεολόγους ο μυστικισμός παρέμεινε μάλλον μια θρησκευτική ανωμαλία. Υπάρχουν θεολόγοι με βεβαιωμένη πνευματική έφεση, οι οποίοι θεώρησαν τον μυστικισμό, την μυστική κατάσταση, ως μια κατάσταση πολύ άμορφη και η οποία απαιτεί ελάχιστα ελεγχόμενες προϋποθέσεις για να μπορεί να υποκριθεί τον ρόλο του πηδαλίου και της ρίζας της θρησκευτικής ζωής. Όμως ο μυστικισμός, ακόμα, και όταν του αποδίδουμε την αληθινή σημασία της ελπίδας της ψυχής για την ένωση της με τον Θεό, δεν αποτελεί ένα ιδανικό αποδεκτό ως τέτοιο από όλους τους θρησκευόμενους ανθρώπους. Κανείς δεν θα υποστηρίξει, όσο και αν η διαφορετικότητα της ομολογίας μας θολώνει το βλέμμα, ότι ο Λούθηρος, για παράδειγμα, δεν ήταν ένας άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος. Είναι αλήθεια ωστόσο ότι ο Λούθηρος μίλησε άνευ περιστροφών με περιφρόνηση για τις μυστικές εκστάσεις, στις οποίες αμφισβήτησε κάθε σημασία. Ο Λούθηρος, και από αυτήν την άποψη μαζί του και ο Καλβίνος, εννοούν την θρησκευτικότητα υπό την μορφή της «πίστεως», σαν πνευματική πράξη κλεισμένη στον εαυτό της. Ο μυστικισμός συχνά περιφρονήθηκε σαν ένα απλό φαινόμενο σχεδόν ανυπόστατο. Ενώ λοιπόν ο μυστικισμός περιέκλειε ένα ανώτατο και αυτονόητο ιδανικό για την ινδική σκέψη και θρησκευτικότητα, ή, σε μια ιδιαίτερη παραλλαγή, για τους οπαδούς του Λάο-Τσε, στο χριστιανικό κλίμα είχε συχνά πολύ διαφορετική αντιμετώπιση.
Μυστικισμός και ανεξιθρησκία
Εάν παραδεχθούμε ως «μυστική», με την ευρύτερη έννοια, κάθε προσπάθεια να κατασκευαστεί μια ψυχολογική γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Θεότητα, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο μυστικισμός είναι ενδημικός σε όλη σχεδόν τη θρησκευτική σκέψη. Οι «μυστικές περίοδοι» ωστόσο ταυτίζονται κυρίως με τις περιόδους αναταραχής οι οποίες γίνονται αφορμή να γεννηθούν ορισμένες κινήσεις που μπορεί να ονομασθούν «μυστικιστικές». Συγκεκριμένες τέτοιες περίοδοι είναι, για παράδειγμα στην αρχαιότητα, ο 6ος αιώνας ΠΚΕ (Πυθαγόρας, Ορφισμός), η αμέσως μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο περίοδος (Πλάτων), ο 1ος ΠΚΕ αιώνας (Ποσειδώνιος και Νεοπυθαγορισμός) και ο 3ος αιώνας (Πλωτίνος, Νεοπλατωνισμός). Δεν πρέπει λοιπόν να μας ξενίζει το συμπέρασμα ότι «εξαθλίωση και μυστικισμός είναι συγγενή γεγονότα». Κάθε φορά που ο κόσμος φτωχαίνει σε ιδεολογικό επίπεδο και γίνεται ανασφαλής σε υλικό, καταστάσεις οι οποίες γεμίζουν με συναισθήματα φόβου και μίσους τις ψυχές των ανθρώπων, αντηχούν και πάλι τα λόγια του Αγαμέμνονα στον Όμηρο: «ας φύγουμε για την δική μας χώρα», (Ιλιάδα Β΄, 140), ερμηνευμένα από κάθε ανήσυχο πνεύμα ως πρόσκληση και υπόσχεση άμεσης διαφυγής από την ζοφερή επίγεια πραγματικότητα.
Στην σημερινή εποχή, την εποχή της ανεξιθρησκίας, εκτός από την απομόνωση και την συνεχώς αυξανόμενη υλική και πνευματική ανασφάλεια των μεγαλουπόλεων, που προετοιμάζει το έδαφος στις ψυχές των ανθρώπων για «φυγή από την κοσμική πραγματικότητα», υπάρχει και ένας ακόμα λόγος που ευνοεί την ανάπτυξη του μυστικισμού σε βάρος της κοινής θρησκευτικής πίστης. Αυτός είναι η ισοπέδωση των διαφόρων πίστεων μέσα από την κατάργηση της θρησκευτικής αυθεντίας. Σε μια εποχή όπως η δική μας όπου πίσω από τα duty-free των ευρωπαϊκών αεροδρομίων μπορεί ο καθένας να βρει στριμωγμένα ένα καθολικό προσευχητάριο, ένα προτεσταντικό παρεκκλήσιο, μια συναγωγή, ένα μικρό τζαμί και ένα βουδιστικό χώρο λατρείας, -διευθέτηση υποδειγματική και δίκαιη αλλά συνάμα και αποκαλυπτική μιας κατάρρευσης της θρησκευτικής αυθεντίας η οποία υπήρξε η βάση της κοινής θρησκευτικής πίστης- τα ανήσυχα πνεύματα φυσικό είναι να στραφούν και πάλι προς εκείνο που χάθηκε μέσα από αυτήν την αλληλοσχετικοποιητική συγκατοίκηση των θρησκειών, προς το μυστήριο.
Παρόλο τον σεβασμό, για παράδειγμα, που έδειξε προς όλα τα θρησκεύματα η συμπροσευχή της Ασίζης, ωστόσο στέρησε από τον χριστιανισμό την ιερή και απαραβίαστη αρχή του: εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία (Extra Ecclesiam nulla sallus). Ένα από τα αόρατα προπύργια της Εκκλησίας μέσα στην συνείδηση του κάθε πιστού, η μεταφυσική αυθεντία, κλονίσθηκε και η εκκλησία τείνει να μετατραπεί σε μια ηθική αυθεντία ανάμεσα στις άλλες, γεγονός που απογοητεύει τους πιστούς. Υπάρχει επομένως στις ημέρες μας μια δυσφορία του πιστού που είναι πεπεισμένος στην καρδιά του ότι κατέχει την αλήθεια αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αναγκασμένος να την υποβιβάσει κοινωνικά στο επίπεδο της άποψης. Έτσι, όπως και άλλοτε, είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στην ατομική ευλάβεια ή την μητρική ζεστασιά μιας θρησκευτικής κοινότητας ή σέκτας όπου θα μοιραστεί μαζί με άλλους ανθρώπους την ίδια αφοσίωση σε έναν Θεό, πλάστη και κύριο του σύμπαντος, που ωστόσο δεν έχει καν το δικαίωμα να βγει από τον περίβολο της συναγωγής, του καθεδρικού ή του τζαμιού. Μπορεί να προσεύχεται σε όποιον θέλει αλλά η προσευχή του δεν πρέπει να έχει κοινωνικές συνέπειες. Μπορεί να ζει την πίστη του σαν μια απολυτότητα που δεν διαψεύδεται ή δεν αναιρείται, αλλά που όμως ισοπεδώνεται από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή μαζί με τις άλλες.
Γεννημένη από την φρίκη των θρησκευτικών διώξεων η ανεξιθρησκία δεν είναι τίποτα άλλο από την πρακτική έκφραση της απελπισίας. Οι άνθρωποι δεν συνεννοούνται παρά μετριάζουν τις πεποιθήσεις τους προκειμένου να μπουν στο κοινό καλούπι της απογοήτευσης. Η θλιβερή ειρωνεία αυτής της περιπέτειας είναι ότι προσπαθώντας οι σύγχρονοι καιροί να ψυχράνουν το φλογερό ποτάμι της πίστης προκειμένου να το διοχετεύσουν σε ρεύματα λιγότερο ορμητικά, απελευθέρωσαν κυρίως την δεισιδαιμονία. Κράτησαν από τις μεγάλες πίστεις όχι τον δυναμισμό και το ενωτικό πάθος αλλά τα χειρότερα ελαττώματα τους όπως την ευπιστία, την απλοϊκότητα, την μανία του εξωλογικού. Και αυτό συνέβη γιατί μπορεί η λογική να κλόνισε την πίστη, κλόνισε όμως ταυτόχρονα και την πίστη στην ίδια την λογική. Ο θρίαμβος της ανευλάβειας αντί να αποτελέσει αύξηση της ελευθερίας έγινε η παραμόρφωσή της και το βύθισμα της στον παιδισμό και στην άβυσσο φτηνών πολλές φορές μυστικισμών οι οποίοι «με τον έπαινό τους για την αγνότητα διεγείρουν κρυφά την ασέλγεια», όπως πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Νίτσε. Το ιερό μετά την απόρριψη του από τον σύγχρονο άνθρωπο μετενσαρκώθηκε σε μια γκροτέσκα παρουσία και το αποτέλεσμα θα είναι κάποια στιγμή να ζητεί ο άνθρωπος την επαφή μαζί του μέσω κομπιούτερ, όπως σήμερα συμβουλεύεται το ωροσκόπιο του. Ήδη ένα μεγάλο μέρος όσων ασχολούνται με τους υπολογιστές έχει ενσυνείδητα ή ασυνείδητα δραπετεύσει στην «δική τους χώρα» που δεν είναι τίποτα άλλο από τον πλασματικό κόσμο του κυβερνοχώρου. (Cyberspase) Η θρησκευτική μισαλλοδοξία επιτέλους νικήθηκε, δυστυχώς στην θέση της ήρθε η πνευματική αδιαφορία και απάθεια. Ο κόσμος ολόκληρος βλέπει με απογοήτευση όλες τις απόπειρες που έγιναν στο παρελθόν προκειμένου να εγκατασταθεί ο παράδεισος επί της γης, και οι οποίες κόστισαν πολύ ακριβά ιδίως σε ανθρώπινες ζωές, να έχουν καταλήξει στην πραγματική επικράτηση της κόλασης. Πολλά ελεύθερα πνεύματα έχοντας απορρίψει τους «θεούς της πόλεως» και μη βρίσκοντας κάποιον νέο θεό στο λίκνο ή στα σπάργανά του καταφεύγουν στο καθαρτήριο του εαυτούς του όπου δεν περιμένουν πια τίποτα, ούτε Σωτηρία, ούτε Υπέρτατο Αγαθό. Ως συνέπεια όλων αυτών, μέσα στην κυριαρχία της ανεξιθρησκίας, η πόρτα της ψυχής των ανθρώπων έχει ανοίξει και πάλι για τον μυστικισμό. Η σημερινή στροφή πολλών νέων προς τον αθωνικό κυρίως μοναχισμό από την μια αλλά και το θερμό ενδιαφέρον για τα ανατολικά θρησκεύματα από την άλλη μαρτυρεί του λόγου το αληθές.
Βιβλιογραφία:
Αγουρίδη Σάββα, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1985.
Βέλλα Β., Πίνακες ισραηλιτικής ιστορίας, Αθήναι 1956.
Του ίδιου, Εβραϊκή Αρχαιολογία, Αθήναι 1965.
Γαλίτη Γεωργίου, Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1991.
Loisy A., Les mystères païens et le mystère Chrétien, Paris 1930.
Cross, J., La Divinisation des chrétiens d’ après les pères grecs, 1938.
Dodds E.R., Pagan and Christian in an Age of Anxiety, Cambridge University Press, 1990.
Kirk, K.E., The Vision of God, 1931.
Momigliano A., The conflict between Paganism and Christianity in the Fourth Century, 1963.
Otto Rudolf, Mysticism East and West, 1932.
Stace W.T., Mysticism and Philosophy, 1960.
Zaehner, R.C., Mysticism Sacred and Profane, 1961.
© Κ. Τσοπάνης 2004