Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ


ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ…

Καλό θα είναι να δούμε ορισμένους κανόνες που πρέπει να τηρούμε ώστε η προσφορά μας να είναι αποτελεσματική. Οι κανόνες αυτοί δεν είναι βέβαια δογματικοί, ούτε τυποποιημένες συνταγές, αλλά έχουν άμεση σχέση με την μετατροπή του δικού μας υποσυνείδητου σε συνειδητή κατάσταση. Στο σχετικό κεφάλαιο περί μεταστοιχείωσης των αισθημάτων έχουμε εξετάσει αυτό το πρόβλημα. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι με την λογική σκέψη ερευνούμε τα συναισθήματά μας και μέσω αυτής της εξέτασης τα συνειδητοποιούμε καλύτερα, εφ' όσον δεν υποπέσουμε στο ολίσθημα της αυτοδικαίωσης.

Αν εργαστούμε στον τομέα αυτό θα ξεκαθαρίσουν μέσα μας πολλές απορίες όσον αφορά τον τρόπο δράσης μας. Για παράδειγμα θα μπορούμε πολύ εύκολα να καταλαβαίνουμε πότε πρέπει να προσφέρουμε την βοήθειά μας και πότε όχι. Αυτό είναι ένα σημαντικό θέμα διότι είμαι βέβαιος ότι πολλοί από εμάς, όταν ξεκινήσαμε κάποια δραστηριότητα προσφοράς, αν την ξεκινήσαμε ποτέ, αντιμετωπίσαμε σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξήγητη άρνηση, ή ακόμα εχθρότητα. Κάποιες άλλες φορές ίσως διαπιστώσαμε ότι πέσαμε θύματα απατεώνων, συνειδητών ή μη, τεμπέληδων, ανθρώπων που αρέσκονται στο να "κλαίγονται" αλλά που ποτέ δεν κάνουν κάτι για να βοηθηθούν και άλλων προβληματικών περιπτώσεων.

Θεωρώ ότι βασικό είναι να μην προσφερόμαστε για να βοηθήσουμε αν αυτό δεν μας ζητηθεί. Αυτός δεν είναι ένας απαράβατος κανόνας, δεν αποκλείεται να υπάρχουν οι εξαιρέσεις και τα λεπτά σημεία, αλλά έχει την σημασία του στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Βοήθεια ζητάει αυτός που έχει μια ανάγκη, την αισθάνεται την ανάγκη αυτή, (αν και ίσως δεν την αξιολογεί σωστά) και που μας αναγνωρίζει την δυνατότητα να τον βοηθήσουμε.

Έρχεται λοιπόν αυτός σε μας. Αν εμείς πάμε σε αυτόν με δική μας πρωτοβουλία θα αντιμετωπίσουμε δυσάρεστες καταστάσεις, από την ενδεχόμενη σκληρή αντίδρασή του, όπως συμβαίνει με έναν πλασιέ που έρχεται απρόσκλητος και μας πιέζει. Εμείς μπορεί να αντιληφθήκαμε σωστά ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος χρήζει βοήθειας, αλλά αν αυτός δεν το γνωρίζει, ή δεν μας θεωρεί ικανούς να τον βοηθήσουμε τότε θα μας αποκρούσει.

Γιατί όμως εμείς να διαπράξουμε αυτό το σφάλμα; Εδώ τώρα αν εξετάσουμε τα αισθήματα και τα κίνητρα που μας ώθησαν να "φυτρώσουμε εκεί που δεν μας έσπειραν", ενδέχεται να συνειδητοποιήσουμε ότι καθοδηγηθήκαμε από την επιθυμία να μας δώσουν σημασία. Εμείς είπαμε: "θέλω να σε βοηθήσω", αλλά η ουσία του συναισθήματός μας είναι: "δώσε μου σε παρακαλώ λίγη σημασία". Οι γονείς πολύ συχνά πέφτουν σε αυτή την παγίδα όταν πιέζουν συνεχώς τα παιδιά τους να δεχθούν τις υποδείξεις τους, την "βοήθειά" τους, όπως αρέσκονται να δικαιολογούν τις παρεμβάσεις τους.

Πιστεύουμε ότι θέλουμε να βοηθήσουμε, στην πραγματικότητα όμως εκλιπαρούμε για λίγο ενδιαφέρον από το περιβάλλον μας. Εμείς δεν γνωρίζουμε αυτή την πραγματικότητα διότι εδράζεται στο υποσυνείδητό μας. Και τα σύνορα μεταξύ συνειδητού και υποσυνειδήτου φυλάσσονται, σε πολλές περιπτώσεις, από κάποιο ψέμα που λέμε στον εαυτό μας.

Ένα άλλο ακανθώδες ζήτημα είναι η σωστή διάγνωση της ανάγκης που έχει αυτός που ζητάει βοήθεια. Είναι συχνότατο το φαινόμενο της εσφαλμένης αξιολόγησης των αναγκών και των προβλημάτων μας. Θέλετε ένα απλουστευμένο παράδειγμα; Μένει κάποιος χωρίς χρήματα κατηγορώντας ταυτόχρονα την γενικότερη οικονομική κατάσταση. Μας ζητάει χρήματα, αλλά εμείς δεν πρέπει να του τα δώσουμε γιατί είναι σπάταλος. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η οικονομία του κράτους, αλλά η δική του κακοδιαχείριση. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι αυτό που ζητάει. Ζητάει χρήματα, ενώ χρειάζεται συμβουλές καλής διαχείρισης και μια μικρή αυτοεξέταση για να ανακαλύψει τους βαθύτερους λόγους της σπάταλης ζωής του.

Για να μπορέσουμε να ψυχολογήσουμε σωστά τον άλλο πρέπει να έχουμε κάνει την ίδια εργασία στον εαυτό μας, γνωρίζοντας έτσι τους σκοπέλους και τις αυταπάτες, που μπορούν να υπάρξουν στην αξιολόγηση. Αν δεν γνωρίζουμε τα παιχνίδια που μας παίζει ο ίδιος μας ο εαυτός, είναι σχεδόν αδύνατο να γνωρίσουμε τα παιχνίδια που παίζει κάποιος άλλος στον δικό του εαυτό, ή μαζί μας.

Η μετάθεση ευθυνών μας εμποδίζει στην σωστή εκτίμηση ενός προβλήματος. Το ίδιο συμβαίνει και με αυτούς που ζητούν βοήθεια. Δεν γνωρίζουν πάντοτε ποια είναι η πραγματική τους ανάγκη. Όλοι μας δεν έχουμε πει το "μη με νευριάζεις"; Για τον εκνευρισμό μας όμως είμαστε υπεύθυνοι μόνο εμείς και κανένας άλλος. Οι άλλοι ευθύνονται για τις δικές τους αντιδράσεις και εμείς για τις δικές μας.

Ένα τρίτο σημείο που χρήσει προσοχής είναι οι δικές μας δυνατότητες. Μπορούμε να βοηθήσουμε στην συγκεκριμένη περίπτωση; Η απάντηση είναι εύκολη αν έχουμε ξεκαθαρίσει με τα δύο προηγούμενα ζητήματα. Αν γνωρίζουμε καλά ότι τα κίνητρά μας δεν είναι εγωιστικά, πράγμα που σημαίνει πως δεν πιεζόμαστε να βοηθήσουμε για να αποκομίσουμε κάτι εμείς, και αν εντοπίσαμε την ρίζα του προβλήματος, μόνο τότε μπορούμε να αξιολογήσουμε τις δυνατότητές μας. Στην περίπτωση που θέλουμε να μας προσέξουν, τότε έχουμε την τάση να "κυνηγάμε" τους ανθρώπους και επίσης να δίνουμε απερίσκεπτα αυτό που μας ζητάνε, γιατί φοβόμαστε ότι αν τους δυσαρεστήσουμε θα χάσουμε την ευκαιρία να τους "βοηθήσουμε".

Έχοντας λοιπόν αντιμετωπίσει το υποσυνείδητό μας, έχοντας δει τι κρύβεται εκεί μέσα, καταλήγουμε να πάρουμε μια λογική απόφαση. Μας ζητήθηκε βοήθεια ή κινούμαστε από προσωπικά κίνητρα πρώτοι εμείς; Αν μας ζητήθηκε, πρέπει να βοηθήσουμε; Αν πρέπει να βοηθήσουμε, θα ικανοποιήσουμε το αίτημα, ή θα δώσουμε κάτι διαφορετικό αλλά ουσιαστικότερο, ή ακόμα θα αρνηθούμε, γιατί και το όχι συχνά συνιστά βοήθεια; Αν προχωρήσουμε, έχουμε την δυνατότητα να το κάνουμε; Είμαστε προετοιμασμένοι να αναλάβουμε ευθύνες, να προσφέρουμε βοήθεια επιπέδου; Είμαστε καλά εκπαιδευμένοι; Γνωρίζουμε το "αντικείμενο"; Θα αντέξουμε ενδεχόμενη αποτυχία, την απόρριψη, την αγνωμοσύνη, ή ακόμα και την εχθρότητα;

Η καλύτερη στάση ζωής, τόσο στην προσφορά σε άλλους, όσο και στις προσωπικές μας υποθέσεις, είναι όταν συμβαίνει ένα γεγονός που απαιτεί να δράσουμε η πρώτη κίνηση πρέπει να είναι προς ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ! Αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως μια πνευματική άσκηση, που πρέπει να την εκτελούμε όσο πιο συχνά μπορούμε με την μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια.

Θα αυτοπαρατηρηθούμε και θα δούμε τι κρύβουμε μέσα μας, τι έχουμε εμείς στην διάθεσή μας, όπως ένας επιχειρηματίας όταν θέλει να ξεκινήσει μια επιχείρηση, το πρώτο που κοιτάει είναι πόσα χρήματα και τι άλλες δυνατότητες διαθέτει. Είναι απολύτως λογικό να εξετάσουμε το "κεφάλαιό μας" γιατί αυτό θα χρησιμοποιήσουμε για να βοηθήσουμε, ή για να δράσουμε γενικώς. Τι θέλω; Γιατί το θέλω; Τι μπορώ να κάνω στην πράξη; Θα αντέξω τις συνέπειες;

Ρίχνοντας φως στο υποσυνείδητό μας σύντομα διαπιστώνουμε ότι αποκτούμε ένα είδος εμπειρίας στην ζωή, που ίσως θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε σοφία. Καταλαβαίνουμε σε μεγαλύτερο βάθος πως λειτουργούν κάποια πράγματα. Ομιχλώδεις καταστάσεις αποσαφηνίζονται και αλήθειες για τον εαυτό μας και για την ζωή γενικότερα μάς αποκαλύπτονται. Ζώντας υποσυνείδητα χάνουμε μαθήματα από την ζωή, όπως ένας μαθητής που είναι αφηρημένος στην τάξη. Δεν είναι στο εδώ και τώρα, είναι κάπου αλλού. Δεν αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας, δεν αποκτούμε συνειδητές εμπειρίες και έτσι η ζωή "ξεγλιστράει" μέσα από τα χέρια μας. Χρήματα, "επιτυχίες", πτυχία και διασκεδάσεις μπορούμε να αποκτήσουμε, αλλά η ουσία θα μας διαφύγει.

Ωραία είναι όλα αυτά, αλλά για να υπάρξουν αποτελέσματα δεν αρκεί να μας αρέσουν, ή απλώς να τα "καταλάβουμε" και να "συμφωνήσουμε", αλλά πρέπει να εργαστούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπου καλούμαστε να αποδεικνύουμε ανά πάσα στιγμή, την εργατικότητά μας, την επιμονή μας και την υπομονή μας. Το αποτέλεσμα έρχεται με την εργασία.

24/6/05

ΓΙΝΟΜΑΙ Ο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΞΥΠΝΑΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ


ΓΙΝΟΜΑΙ Ο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΞΥΠΝΑΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Για κάποιους είναι ασύλληπτο το να πιστεύεις στον πόλεμο. Να σκοτώσεις ανθρώπους άσχετα με το αν είναι στρατιώτες ή άμαχοι. Και οι στρατιώτες άνθρωποι είναι. Δεν είναι κατώτεροι και λιγότερο σεβαστοί από τους αμάχους. Να σκοτώσεις για τα πετρέλαια, την επιρροή, την πολιτική, την θρησκεία. Να μείνουν γυναίκες χωρίς συζύγους, παιδιά χωρίς χέρια και ενώ το γνωρίζεις αυτό, να βγαίνεις σε κάποια τηλεόραση καυχώμενος ότι νίκησε το καλό. Δεν έχει σημασία σε ποια δήθεν πλευρά ανήκεις. Στην πραγματικότητα η πλευρά είναι μια. Αυτή που σκοτώνει ανθρώπους.

Γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται στους σκοτωμούς; Τους πολέμους τους υποστηρίζουν οι πολίτες. Τους βλέπουμε συνεχώς και στην τηλεόραση. Ο φόνος σε κινηματογραφικά έργα είναι στην ημερήσια διάταξη. Ο "καλός" αφαιρεί ανθρώπινες ζωές χωρίς την παραμικρή συγκίνηση, όπως και ο "κακός". Τα προβλήματα μεταξύ των ανθρώπων μαθαίνουμε ότι λύνονται με τα όπλα. Η σχολική εκπαίδευση μας διδάσκει την μισαλλοδοξία και το μάθημα της ιστορίας είναι μια αηδιαστική απαρίθμηση διαδοχικών πολέμων και σφαγών, όπου εμείς έχουμε πάντα δίκιο. Ο εθνικός μας ύμνος που υποτίθεται ότι μας εκπροσωπεί, δεν μιλάει ούτε για πολιτισμό, ούτε για τέχνη, ούτε για πνεύμα, για φιλοσοφία, για καλοσύνη, για προσφορά, αλλά μόνο για σπαθιά, κόκαλα νεκρών και για την ελευθερία που κατακτάται σκοτώνοντας τους άλλους. Βέβαια οι ιστορικές συνθήκες ήταν διαφορετικές και αυτό αντιπροσώπευε την τότε πραγματικότητα, όμως τώρα δεν έχει αλλάξει κάτι;


Αν δεν θέλουμε εμείς πόλεμο δεν πρόκειται να γίνει. Θα στείλουμε τους ηγέτες μας στα σπίτια τους. Δεν θέλουμε ασφαλώς να χάσουμε δικούς μας ανθρώπους, ή την δική μας ζωή, αλλά αν χάσουν την ζωή τους μερικές χιλιάδες από τους "εχθρούς" μας δεν μας πειράζει, μιας και δεν θα είμαστε μπροστά στα πτώματα. Θα μάθουμε μόνο τους αριθμούς.



Ίσως τελικά η ανθρωπότητα να βρίσκεται σε ένα είδος ύπνου. Σε μια μεγάλη φαντασίωση, σε μια ονειρική κατάσταση. Όμως μια παραίσθηση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, μπορεί να προκαλέσει πραγματικό πόνο και πραγματικές διαμάχες. Καθώς τα παιδιά παίζουν ένα φανταστικό παιχνίδι κάλλιστα μπορεί να μαλώσουν και να έρθουν στα χέρια. Το παιχνίδι είναι φανταστικό, η συμπλοκή όμως είναι πραγματική.



Οι πατρίδες, τα έθνη, οι θρησκείες, οι ιδεολογίες και τα λεγόμενα συμφέροντα είναι φαντασιώσεις. Δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, τουλάχιστον με τον τρόπο που εμείς νομίζουμε. Κάτι βαθύτερο ίσως κρύβεται από πίσω, αλλά οι δικές μας αντιλήψεις είναι τόσο διαστρεβλωμένες που δεν έχουν καμία σχέση πλέον με την αλήθεια του πράγματος. Είναι ερμηνείες του κόσμου που δίνονται σε κατάσταση ύπνωσης. Είναι ονειροπολήματα. Οι ερμηνείες όμως αυτές οδηγούν σε πραγματικούς πολέμους και σε πραγματικές συγκρούσεις, προσωπικές ή ομαδικές. Νομίζουμε ότι υπάρχει η πατρίδα μας. Αυτή όμως δεν υπάρχει. Πίσω από αυτό που ονομάζουμε "πατρίδα" και "έθνος" ενδέχεται να βρίσκεται μια άγνωστη πνευματική πραγματικότητα, αλλά αυτό στο οποίο εμείς καταλήγουμε να πιστεύουμε είναι πλέον κάτι το τελείως διαφορετικό. Είναι μόνο μια σκέψη στο ναρκωμένο μυαλό μας. Αναλογικά η πηγή του κάθε ανθρώπου είναι το Πνεύμα, αλλά ο χαρακτήρας μας τελικά είναι τόσο παραμορφωμένος, που μόνο πνευματικό ον δεν θυμίζει. Το ίδιο "εθνικό" όνειρο λοιπόν βλέπουν και κάποιοι άλλοι. Οι άλλοι ανήκουν σε κάποιο υποθετικό έθνος που και αυτό είναι μια αυταπάτη. Βλέπουμε σε όνειρο ότι αδικηθήκαμε. Παίρνουμε όμως πραγματικά όπλα και σκοτώνουμε αληθινούς ανθρώπους. Κάποιοι πλουτίζουν και κάποιοι αποκτούν εξουσία. Κάποιοι πάσχουν από μανία καταδίωξης, αλλά αντί να αντιμετωπίσουν την πάθησή τους με την βοήθεια ψυχολόγων και φαρμάκων, κυκλοφορούν ελεύθεροι και μέσα στο παραλήρημά τους ασχολούνται με τους υποτιθέμενους εχθρούς της πατρίδας τους, επηρεάζοντας τους αφελείς. Αυτού του είδους οι άνθρωποι μπορεί να είναι παθιασμένοι, με πειθώ και μεγάλη μόρφωση. Οι υπόλοιποι σκοτώνονται.



Ο πόλεμος είναι μια πραγματικότητα, αυτό που υπερασπιζόμαστε όμως πολεμώντας, είτε κυριολεκτικά, είτε συγκρουόμενοι απλώς με τον συνάνθρωπό μας, είναι ανύπαρκτο. Ανύπαρκτη είναι και η ταυτότητά μας. Ονειρευόμαστε ότι είμαστε Έλληνες, Ορθόδοξοι, Ολυμπιακοί, Νεοδημοκράτες. Όνειρο είναι και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας περί της σπουδαιότητάς μας. Συνεχώς θίγεται η αξιοπρέπειά μας, ενώ στην πραγματικότητα θίγεται η παραίσθηση που έχουμε για το άτομό μας. Τότε προκύπτει η βία σαν ανάγκη, προκειμένου να υπερασπίσουμε αυτά που πιστεύουμε. Αυτό που θεωρούμε "εαυτό" μας είναι το άθροισμα των επί μέρους ονείρων μας. Είμαι Έλληνας και Ορθόδοξος και μορφωμένος και αξιοπρεπής και Παναθηναϊκός και δίκαιος και καλός και… Η ταυτότητά μας είναι το σύνολο των μικρότερων φαντασιώσεών μας. Είναι μια συνολική αυταπάτη. Και ακριβώς επειδή δεν έχει υπόσταση είναι τόσο εύθικτη, οργίζεται, απελπίζεται και θέλει να εξαλείψει από το πρόσωπο της γης όσους την αμφισβητούν. Για τον πραγματικό μας εαυτό και για την πραγματική μας ταυτότητα δεν έχουμε ιδέα.



Οι συγκρούσεις βασίζονται πάντοτε σε μια πλάνη. Στην πλάνη ότι υπάρχει ο άλλος. Αν εμείς είμαστε κάτι, τότε ο άλλος είναι κάτι άλλο. Αν δεν είμαστε τίποτα, δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Αν δεν είμαι Έλληνας δεν έχω να χωρίσω τίποτα με τον Τούρκο. Το πρόβλημα είναι ότι ίσως αυτός φαντασιώνεται ότι έχει κάτι να χωρίσει μαζί μου. Αυτός μπορεί να μου προσάπτει την ταυτότητα του Έλληνα και συνεπώς του πιθανού εχθρού του, χωρίς όμως εγώ να προσδίδω στον εαυτό μου αυτό το χαρακτηριστικό. Είμαι τότε υποχρεωμένος να παίξω το δικό του ψυχωτικό παιχνίδι. Δεν είναι ανάγκη όμως να το πιστέψω. Επίσης μπορεί κάλλιστα να είμαι εγώ ο ψυχωτικός, να φαντασιώνομαι ανύπαρκτους εχθρούς της φανταστικής πατρίδας μου και να δυστυχώ όμως από πραγματικό φόβο και μίσος, δημιουργώντας ταυτόχρονα προβλήματα στους συνανθρώπους μου, εξαναγκάζοντάς τους να προστατευθούν από την παράνοιά μου.



Αν εισχωρήσουμε σε βαθιά κατάσταση διαλογισμού, εσωτερικής σιωπής, τότε τι είμαστε; Τίποτα από όλα αυτά που προσδιορίζονται με την σκέψη. Η εθνικότητά μας είναι ένα κατασκεύασμα σκέψης και εξωτερικής παιδείας. Είναι κάτι που το παρατηρούμε μέσα μας, σαν ένα αντικείμενο που το έχουμε αποκτήσει κατά την διάρκεια της ζωής μας. Είναι ένα απόκτημα και μάλιστα πολύ ανασφαλές. Δεν είμαστε εμείς. Εμείς είμαστε ο παρατηρητής. Η σκέψη σταματάει και συνεπώς σταματάει και η ελληνικότητά μας, η θρησκευτικότητά μας, η πολιτική μας τοποθέτηση, η γνώμη μας για τον εαυτό μας, η ταύτιση γενικώς με κάτι που δεν είμαστε εμείς. Εμείς ως παρατηρητής δεν είμαστε τίποτα. Δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα με κανέναν. Θα συνειδητοποιήσουμε τότε την παράνοια όλων αυτών που συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας. Γίνομαι ο παρατηρητής σημαίνει ξυπνάω από το όνειρο. Η αφύπνιση αυτή συνεπάγεται μια επαναστατική κυριολεκτικά αλλαγή μέσα μας και γύρω μας.



Δεν πειράζει, ας είμαστε ανώνυμοι, ας είμαστε ένα τίποτα, ας μην ανήκουμε πουθενά. Χωρίς πατρίδα, χωρίς θρησκεία, χωρίς ιδεολογία. Τότε η απουσία ακριβώς όλων αυτών των φαντασιώσεων, το κενό χωρίς όνομα, θα επιτρέψει την εκδήλωση μέσα μας της αγάπης και της συνείδησης. Τότε θα είμαστε πραγματικά δημιουργικοί για μας και για τους άλλους. Θα έχουμε να προσφέρουμε κάτι αληθινό. Δεν θα ενισχύσουμε τις υπάρχουσες προκαταλήψεις, ούτε θα τους εναντιωθούμε βίαια, καλλιεργώντας ουσιαστικά μια άλλη φαντασίωση με ριζοσπαστικό προσωπείο. Δεν θα γίνουμε βάρος στην κοινωνία και στους άλλους παρενοχλώντας τους με τις παραισθήσεις μας. Η δημιουργική δράση προέρχεται από το "άδειασμα", γιατί το κενό που απομένει είναι στην πραγματικότητα γεμάτο από διάφορες θετικές ιδιότητες, όχι όμως από αυτό που τώρα ονομάζουμε "εαυτό" μας.



Όταν απαλλαγούμε από μια φαντασίωση ταυτότητας και διαχωρισμού μας από τους ανθρώπους, ας προσπαθήσουμε να μην την αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο. Με κάποιο υποκατάστατο. Ας μείνουμε χωρίς ταυτότητα. Δεν χρειάζεται να έχουμε π.χ. πολιτική ιδεολογία, μόνο και μόνο για την αίσθηση του να ανήκουμε κάπου. Δεν χρειάζεται η πίστη μας να εκφράζεται με δόγματα. Ας πιστέψουμε απλώς στον Θεό χωρίς να δεχθούμε, ή να απορρίψουμε τις ερμηνείες των άλλων. Η θρησκεία είναι μια ερμηνεία. Εμάς μας αφορά προσωπικά; Αν μας αφορά για κάποιους λόγους ας δεχθούμε μια ερμηνεία, ίσως πολλοί να έχουν ωφεληθεί από αυτήν σε κάποια περίοδο της εξέλιξής τους, προσέχοντας όμως πολύ το τι αισθανόμαστε για τους οπαδούς μιας ερμηνείας διαφορετικής από την δική μας. Αν δεν επιθυμούμε ερμηνεία τότε πραγματικά δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα με κανέναν. Δεν είμαστε οπαδοί κάποιου δόγματος και ακόμα η απουσία δόγματος μέσα μας δεν είναι κάποια άποψη, δογματική και αυτή. Είναι ένα τίποτα. Μας αφήνει αδιάφορους. Κοιτάμε την δουλειά μας όποια και αν είναι αυτή.



Γιατί οπωσδήποτε να προσδιορίσουμε τον εαυτό μας εθνικά; Δεν μας αρκούν οι ανθρώπινες ιδιότητες που μας προσδιορίζουν ως όντα ούτως η άλλως; Η ανιδιοτέλεια, η συνείδηση, η θέληση, το αυτεξούσιο, η δημιουργική σκέψη; Γιατί να προσδιοριστώ ως Γερμανός, ή Κινέζος και όχι ως συνειδητός, ή αυτεξούσιος; Δηλαδή ως άνθρωπος; Δεν μου αρκεί που είμαι άνθρωπος και χρειάζομαι κάποιον επιπλέον τίτλο; Αν όμως δεν είμαι συνειδητός, ή ανιδιοτελής, ή αυτεξούσιος, τότε δεν έχω ακόμα πραγματωθεί πλήρως ως άνθρωπος. Είμαι ένας εν δυνάμει άνθρωπος. Όπως θα έλεγε πολύ σωστά η εκκλησία, βρίσκομαι στο "κατ' εικόνα" και όχι στο "καθ' ομοίωσιν". Δεν έχω επαρκώς ανεπτυγμένη την ανθρώπινη ιδιότητα γι αυτό θα επιχειρήσω να αποκτήσω επιπλέον κάποια άλλη ταυτότητα, προκειμένου να αναπληρώσω εικονικά τις ελλείψεις μου.



Αντιλαμβάνομαι ότι η καταγωγή μας έχει ασκήσει σημαντική επίδραση μέσα μας. Γνωρίζουμε μια γλώσσα, έχουμε ένα σύνολο συνηθειών όχι άσχετων με την καταγωγή μας, γενικά ανήκουμε σε κάποιον λαό. Αν αισθανόμαστε την ανάγκη να προσδιορίσουμε με αυτό τον τρόπο τον εαυτό μας ας το κάνουμε, και ας αφήσουμε τους άλλους στην ησυχία τους. Κάτι μέσα μας ίσως είναι εθνικά, θρησκευτικά και ιδεολογικά προσδιορισμένο. Κάτι άλλο όμως δεν είναι.



Αυτά τα πράγματα φαίνονται μηδενιστικά. Και είναι από μια άποψη. Εκμηδενίζουν τις ταυτίσεις μας με πράγματα που δεν είμαστε εμείς. Με απόψεις των άλλων και ερμηνείες της πραγματικότητας που ουσιαστικά δεν σημαίνουν τίποτα για μας. Αν λοιπόν γίνουμε ένα τίποτα πως θα δράσουμε στην ζωή μας; Μήπως θα γίνουμε ερημίτες, αποσυρόμενοι από την ζωή; Τώρα δρούμε κάτω από την επήρεια των ονείρων μας, σαν υπνοβάτες. Αν χάσουμε τις ταυτίσεις, όπως και όλες τις άλλες παραισθήσεις μας, ποια θα είναι η κινητήρια δύναμη μέσα μας; Απλούστατο. Θα είναι η πραγματικότητα!



Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το σημαντικό στο θέμα που εξετάζουμε δεν είναι το τι θα πιστέψουμε, ή αν θα πιστέψουμε σε οτιδήποτε, αλλά η ποιότητα και το βάθος των αισθημάτων μας. Η απαλλαγή μας από τις εθνικές, φυλετικές, πολιτικές, θρησκευτικές και όποιες άλλες προκαταλήψεις, αλλάζει τα συναισθήματά μας. Βλέπουμε με διαφορετικό μάτι τους συνανθρώπους μας, όχι μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των υποκειμενικών αντιλήψεών μας, αλλά τους αισθανόμαστε σαν ανθρώπους και σαν αδελφούς μας, χωρίς να τους κολλάμε κάποια ετικέτα η οποία θα μας χωρίσει από αυτούς. Η εσωτερική μας τοποθέτηση στην θέση του παρατηρητή, που είναι μια διαδικασία ωρίμανσης της συνειδητότητάς μας και επιταχύνεται με την βοήθεια του διαλογισμού, μας απαλλάσσει από τις ονειρικές εικόνες που εμφανίζονται στον νου μας κατά την διάρκεια της εγρήγορσής μας, και διασπά τις μέχρι τώρα φανταστικές αντιλήψεις μας. Η κατάληξη αυτής της ωρίμανσης είναι η βελτίωση των αισθημάτων μας. Η δημιουργία βάθους στην ψυχή μας. Αυτό αλλάζει τον τρόπο ζωής μας, το τι εκπέμπουμε στον περίγυρό μας, με αποτέλεσμα την εξέλιξη της κοινωνίας σε ένα ανώτερο στάδιο μεγαλύτερης ενότητας. Στην εξέλιξη αυτή μπορούμε να συμβάλλουμε όλοι μας, στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός μας, αρκεί να βρεθούμε πρώτα εκεί, αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να οδηγήσουμε την κοινωνία σε κάτι που εμείς δεν το ζούμε και συνεπώς δεν το γνωρίζουμε στην πράξη.



Η δημιουργία της ενότητας μεταξύ των ανθρώπων σημαίνει αρχικά την κατάργηση της νοοτροπίας του διαχωρισμού, μέσα στα προσωπικά μας συναισθήματα. Για να γίνει αυτή η ατομική αλλαγή μέσα στον καθένα μας πρέπει να απαλλαγούμε από την αντίστοιχη νοοτροπία και αντιλήψεις. Αυτό γίνεται σταδιακά με την εμπειρία της ζωής, εφ' όσον αυτή βιωθεί και αφομοιωθεί συνειδητά. Ο διαλογισμός εξασφαλίζει απλώς μια δυνατότητα επιτάχυνσης της ήδη υπάρχουσας φυσικής διαδικασίας μέσα μας. Δεν δημιουργεί κάτι εκ του μηδενός, αλλά διευκολύνει την ήδη συντελούμενη εξέλιξη. Τοποθετούμενοι στην θέση του παρατηρητή αυτομάτως βλέπουμε "απέναντί" μας αυτό που δεν είμαστε εμείς, και που μέχρι τότε το θεωρούσαμε "εαυτό" μας. Αυτομάτως η ψυχή μας θα γίνει ελαφρύτερη και πιο αιθέρια. Θα αλλάξουμε συχνότητα και θα αντιληφθούμε την μεταμόρφωση που συντελείται. Αυτά τα πράγματα δεν είναι παρά ένα πολύ μεγάλο βάρος για μας και για την ανθρωπότητα. Είναι μια βαθιά και θανάσιμη νάρκη.



Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει το επιχείρημα ότι όλα αυτά που χαρακτηρίσαμε ως όνειρα είναι πραγματικότητα. Τα έθνη π.χ. υπάρχουν, δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Η ιδιοσυγκρασία ενός Έλληνα δεν είναι ίδια με αυτή ενός Γερμανού. Πράγματι, με αυτή την έννοια οι άνθρωποι και η ανθρωπότητα χωρίζονται σε διάφορες κατηγορίες. Υπάρχει η διαφορετικότητα, είτε στα άτομα, είτε σε ομάδες ατόμων. Το όνειρο όμως δεν βρίσκεται στην ύπαρξη της διαφορετικότητας, αλλά στο τι χτίζουμε εμείς χρησιμοποιώντας την ως θεμέλιο. Αν επάνω της χτίσουμε την θέληση για συνεργασία, την θέληση να προσφέρουμε αυτό που η φύση έχει χαρίσει σε εμάς ως προσόν που δεν το έχουν άλλοι και επίσης να δεχθούμε τα προσόντα των άλλων, αυτό είναι ένα αληθινό οικοδόμημα. Αν όμως ξεκινήσουμε από την διαφορετικότητα ως αφετηρία και χτίσουμε ένα μεγαλομανές οικοδόμημα, επιθετικό, ή φοβισμένο και κλειστό, στρατοκρατούμενο, με παρανοϊκό εκπαιδευτικό σύστημα, που βρίσκεται σε συνεχείς ανόητες μικροπροστριβές με τους γείτονές του και το βαφτίσουμε "πατρίδα μας", τότε ζούμε σε μια ονειρική κατάσταση. Εδώ έγκειται η φαντασίωση. Είναι η διαστρέβλωση της διαφορετικότητας μεταξύ ανθρώπων και των λαών και όχι η πραγμάτωσή της. Είναι το να οδηγούμε τις φυσικές διαφορές στην διαμάχη και όχι στην συνεργασία.



Ας μην ξεχνούμε ότι και τα όνειρα που βλέπουμε την νύχτα έχουν μια δόση αλήθειας. Ο εγκέφαλος ανασύρει εικόνες από την μνήμη μας και την καθημερινή μας εμπειρία για να σχηματίσει τα ονειρικά επεισόδια, αλλά αυτές τις εικόνες τις διευθετεί με έναν δικό του τρόπο, που ξεφεύγει από την απτή πραγματικότητα. Αυτή η διευθέτηση όμως δεν γίνεται τυχαία. Επηρεάζεται από την ιδιοσυγκρασία μας και ακολουθεί κανόνες του υποσυνείδητού μας. Έτσι λοιπόν, τόσο από τα όνειρα της νύχτας, όσο και από τα όνειρα της ημέρας, που είναι οι διάφορες προκαταλήψεις μας, μπορούμε να διδαχθούμε πολλά πράγματα για τον εαυτό μας. Πίσω από τις εθνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και προσωπικές ταυτίσεις μας, υπάρχει κάποια κρυμμένη, αλλά διαστρεβλωμένη πνευματική πραγματικότητα, πολύ διαφορετική από αυτή που πιστεύουμε τώρα. Δεν είναι τυχαία η ύπαρξη των λαών που ζουν στην γη αυτή την περίοδο, ούτε είναι συμπτωματική η ύπαρξη συγκεκριμένων θρησκειών, ούτε ο χαρακτήρας μας τυχαία είναι αυτός που είναι. Το που όμως κατευθύνουμε εμείς αυτή την πραγματικότητα, είναι άλλο θέμα.

ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΙΣΟΝ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ

ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΙΣΟΝ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ

Εργαζόμενος κανείς επί του εαυτού του έρχεται σε επαφή με τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξής του. Έχουμε αναρωτηθεί άραγε, αυτός ο πνευματικός πυρήνας τι χαρακτηριστικά έχει; Αν βέβαια μπορούμε με τον πεπερασμένο νου μας να τα προσδιορίσουμε. Η εξέλιξη λοιπόν θα μας φέρει σε επαφή με την πηγή της θέλησης και έτσι θα μπορούμε να παίρνουμε αποφάσεις και να δρούμε, εμείς και όχι άλλοι για μας. Δεν θα επηρεαζόμαστε από την κοινή γνώμη, από τα πάθη μας, από τους άλλους. Θα είμαστε ενεργητικοί. Αυτό είναι η θέληση. Θα έχουμε επίσης, επίγνωση του τι συμβαίνει μέσα μας. Θα είμαστε συγκεντρωμένοι, θα αξιοποιούμε τις εμπειρίες της ζωής μας. Το υποσυνείδητό μας θα μειώνεται συνεχώς. Αυτά θα λέγαμε ότι αντιστοιχούν στην ιδιότητα της συνείδησης, με την οποία εξελισσόμενοι θα έρθουμε σε επαφή. Υπάρχει επίσης και η αγάπη. Αυτή πως θα εμφανιστεί μέσα μας; Σαν μείωση του εγωισμού, κατανόηση, αποδοχή, προσφορά.

Εδώ λοιπόν ερχόμαστε στο ζήτημα της φιλανθρωπίας. Πολλοί από εμάς φανταζόμαστε την εξέλιξη σαν αύξηση της συνειδητότητας, σαν διεύρυνση της αντίληψης, σαν ισχυροποίηση της θέλησης. Αλλά για ποιον σκοπό; Να κάνουμε τι με την συνείδηση και την θέληση; Ποιος θα είναι ο άξονας στον οποίο θα κινηθούμε; Πως θα χρησιμοποιήσουμε την αυξημένη συνειδητότητά μας και την ενεργοποιημένη μας θέληση; Για το καλό, ή για το κακό; Εδώ έχουμε ένα σταυροδρόμι, όπως στον μύθο του Ηρακλή, ο οποίος έπρεπε να διαλέξει τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας.

Ένας κακός άνθρωπος είναι και αυτός πνευματικός άνθρωπος. Το κακό είναι εκδήλωση πνευματικών αρετών. Ακούγεται παράξενο, αλλά είναι και αυτό υπόθεση του πνεύματος. Πως όμως; Ας υποθέσουμε ότι κακό είναι η δράση της συνειδητότητας και της θέλησης χωρίς καθοδήγηση. Με αυτές μπορούμε να βλάψουμε τους άλλους αν είμαστε εγωκεντρικοί. Ένας επιτυχημένος εγκληματίας έχει ασφαλώς πολύ ισχυρή θέληση. Το κακό είναι δραστηριότητα του πνεύματος, αλλά ενός πνεύματος ελλιπούς χωρίς την αγάπη. Η εκδήλωσή της θα μας ωθήσει να χρησιμοποιήσουμε τις άλλες πνευματικές μας ιδιότητες με τον σωστό τρόπο. Η αγάπη είναι καθοδήγηση, είναι μια πυξίδα. Η σκέψη είναι ουδέτερη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για το καλό, όσο και για το κακό. Το ποιο δρόμο θα ακολουθήσει εξαρτάται από το αν θα επηρεαστεί από την αγάπη, ή όχι. Φαίνεται λοιπόν ότι το κακό είναι η ελλιπής και εσφαλμένη χρήση των πνευματικών μας αρετών. Δεν είναι κάτι το αυθύπαρκτο, ούτε είναι η ύλη, αλλά είναι ένας λάθος τρόπος χρήσης των θετικών μας ιδιοτήτων. Θα μπορούσαμε να πούμε επίσης ότι το κακό εκδηλώνεται όταν έχουμε μόνο την αγάπη. Τι να κάνει κανείς τις καλές προθέσεις όταν δεν υπάρχει διάκριση; Θα νομίζουμε ότι βοηθάμε με καλή προαίρεση, αλλά στην πραγματικότητα θα βλάπτουμε. Θα κάνουμε λάθη και θα πέσουμε θύματα απατεώνων. Επίσης αγάπη χωρίς θέληση δεν είναι παρά ευχολόγια. Είναι θεωρητική, μόνο στα λόγια.

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι για να δράσουμε προς όφελος του συνόλου, πρέπει η εξέλιξή μας να είναι ισορροπημένη. Να αναπτύσσουμε μέσα μας όλες τις αρετές ταυτόχρονα. Ο σύγχρονος εσωτερισμός δυστυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις εστιάζει ή στην μεταφυσική θεωρία (ανατολικού τύπου), ή στην αποκρυφιστική θεωρία (δυτικού τύπου). Κάποιοι επιδιώκουν εμπειρίες, μάλλον για να τις διηγούνται στους φίλους τους. Άλλοι, οπαδοί της γιόγκα ή ρευμάτων της "νέας εποχής", ασχολούνται με την εκλεπτυσμένη απόλαυση. Χαλάρωση, απαλλαγή από άγχος κ.λ.π. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές.

Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα αυτά είναι εξ' ορισμού κάτι το κακό, αλλά όλη αυτή η ενασχόληση αποκλειστικά με το άτομό μας, με την όποια πνευματική απόλαυση και ανάταση, με την αυτοπροβολή μας, με την απόκτηση εντυπωσιακών γνώσεων, υποψιάζομαι ότι δεν είναι παρά διόγκωση του εγώ. Σπανίζουν τα εσωτερικά ρεύματα που εστιάζουν και στη προσφορά. Εξελισσόμαστε όχι μόνο χάριν του εαυτού μας, αλλά για το συνολικό καλό και βασικός πυρήνας της δράσης μας είναι η φιλανθρωπία. Ασκούμαστε όχι μόνο για τα προσωπικά μας οφέλη, αλλά για να γίνουμε επίσης ικανότεροι βοηθοί αυτών που πάσχουν. Αυτό που λείπει από τους περισσότερους ασχολούμενους με τον εσωτερισμό είναι η έμπρακτη αγάπη. Αν θέλετε να διαπιστώσετε το επίπεδο εξέλιξης ενός ανθρώπου ή του εαυτού σας, δείτε πόσο βοηθάτε, με πόση διάκριση και με τι διάθεση. Αν ασχολείστε με τον εσωτερισμό και περνώντας τα χρόνια εξακολουθείτε να μην προσφέρετε ανιδιοτελώς πουθενά, τότε δεν έχετε κάνει κυριολεκτικά τίποτα. Η εξέλιξή σας είναι μόνο στην σφαίρα της φαντασίας και μάλιστα κινδυνεύετε να διολισθήσετε ασυναίσθητα στην αριστερή οδό. Στην διανοητική αλαζονεία, στην μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σας, στην συμφεροντολογία και στην σκληρότητα των αισθημάτων.

Η αριστερή οδός δεν είναι απαραίτητα αυτό που ονομάζουμε μαύρη μαγεία, ή σατανισμός. Αρκεί να καβαλήσουμε το καλάμι και είμαστε αυτομάτως εκεί. Η συνεχής ενασχόληση με την "χαλάρωση", ή με την αποβολή του άγχους, με οραματισμούς και ερασιτεχνικές ψυχαναλύσεις ερωτηματολογίων, με "εμπειρίες" κ.λ.π. που δεν είναι κάτι το αρνητικό από μόνη της, χωρίς την ανιδιοτελή προσφορά γίνεται ένα είδος πνευματικού ναρκωτικού, ένα εγωκεντρικό κυνήγι της εκλεπτυσμένης απόλαυσης, ένα μέσον αυτοπροβολής. Και είμαστε πάλι, αν και με "θετικό" τρόπο, στην πύλη της αριστερής πλευράς.

Η προσφορά λοιπόν είναι μια ασφαλιστική δικλείδα που θα μας προστατέψει από την εγωκεντρική παρεκτροπή, αλλά επίσης είναι βοήθεια προς τον συνάνθρωπο. Τι νομίζουμε; Ο εσωτερισμός είναι κάτι το ατομικό; Λάθος! Είναι κάτι το συλλογικό. Αυτός που εργάζεται με τον εαυτό του διοχετεύει τα αποτελέσματα της εργασίας του στο περιβάλλον του, βοηθώντας τους συνανθρώπους του με όποιους τρόπους μπορεί, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του. Αν δεν δίνουμε, τότε θα σταματήσουμε να παίρνουμε γιατί διακόπτουμε την ροή. Θα λιμνάσουμε και η εξέλιξή μας θα είναι μόνο μια βολική φαντασίωση. Ας το ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα μέσα μας. Εξέλιξη ίσον προσφορά. Ο εσωτερισμός είναι φιλανθρωπία. Φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς, και φιλανθρωπία εκείνων των ανθρώπων που βρίσκονται μπροστά από εμάς στον δρόμο της εξέλιξης και μας διδάσκουν, με διάφορους τρόπους.


Ας μην πέσουμε όμως στην πλάνη ότι προσφορά βοήθειας είναι μόνο το να διδάσκει κανείς αυτά που έμαθε, γιατί η θεωρία δεν είναι πάντα το ζητούμενο. Όλοι θέλουν να γίνουν δάσκαλοι γιατί έτσι αποκτούν ένα προσωπείο σπουδαιότητας, και αυτό ακριβώς είναι που τους καθιστά ανίκανους να διδάξουν πραγματικά. Υπάρχουν κοινωνικά προβλήματα, οικογένειες, παιδιά, αρρώστιες, προβληματικές συμπεριφορές, φτώχια, άγνοια παντός είδους και πολλά άλλα. Αυτά περιμένουν την δική μας συνδρομή. Σε κάποιον άνθρωπο με ψυχική πάθηση που ταλαιπωρεί τον εαυτό του και την οικογένειά του, δεν θα αρχίσουμε να του διδάσκουμε θεωρίες. Δεν θα του παραστήσουμε τον "δάσκαλο". Η βοήθειά μας θα είναι εντελώς διαφορετική.

Η φιλανθρωπία είναι κάτι που το κάνουμε με φυσικότητα και αμεσότητα και όχι κάτι που το σκεφτόμαστε, ξεχωρίζοντάς το από την υπόλοιπη ζωή μας, σαν κάποια πράξη διαφορετικής κατηγορίας από την καθημερινότητά μας και από την ικανοποίηση των αναγκών μας. Ακόμα και η ύπαρξη της λέξης αυτής ίσως δεν αντιστοιχεί σωστά στο πνεύμα της προσφοράς. Αγοράζω παπούτσια στο παιδί μου. Αυτό δεν το θεωρώ φιλανθρωπία. Αν αγοράσω παπούτσια σε ένα παιδί που δεν είναι δικό μου και ονομάσω την πράξη μου αυτή φιλανθρωπία, τότε μάλλον δεν έχω ακόμα την σωστή στάση. Θα πρέπει για μένα και η μια πράξη και η άλλη να είναι ίδιες. Είναι κάτι το φυσικό. Σηκώνομαι το πρωί, τρώω, πλένομαι, εργάζομαι, αγοράζω παπούτσια στα παιδιά μου, αγοράζω παπούτσια σε παιδιά που δεν είναι δικά μου και στερούνται, ξεκουράζομαι, βλέπω τηλεόραση, κοιμάμαι και όλα αυτά είναι το ίδιο. Δίνουν την ίδια αίσθηση. Αυτό είναι το αληθινό πνεύμα της φιλανθρωπίας. Η προσφορά που δεν την ξεχωρίζουμε από την καθημερινή μας ζωή. Είτε αναπνέουμε, είτε παίρνουμε, είτε δίνουμε, η ίδια αίσθηση. Το συναίσθημα είναι το ίδιο. Αν μας ρωτήσουν πως περάσαμε την μέρα μας, θα απαντήσουμε: "Τα συνηθισμένα, ασχολήθηκα με τις δουλειές μου".

Εμφανίζεται μπροστά μας ένα πρόβλημα. Προσπαθούμε να το λύσουμε. Δεν μας απασχολεί ποιανού είναι το πρόβλημα. Μπορεί να είναι του παιδιού μας, του παιδιού κάποιου άλλου, ή προσωπικό μας. Δεν έχει καμία σημασία. Εμείς βλέπουμε πρόβλημα και εργαζόμαστε να το λύσουμε. Δεν μας ενδιαφέρει ποιος βρίσκεται από πίσω. Λειτουργούμε απρόσωπα, χωρίς να κάνουμε διακρίσεις μεταξύ του εαυτού μας, της οικογένειάς μας, της οικογένειας κάποιου άλλου ανθρώπου, ενός παιδιού από την Κίνα. Αυτό είναι ενδιαφέρον προς τον συνάνθρωπο και προς τον εαυτό μας. Όλοι το ίδιο. Θα ρωτήσει κανείς: δεν πρέπει να ασχοληθούμε με την οικογένειά μας πρώτα; Εννοείται ότι θα το κάνουμε. Η οικογένειά μας είναι στην δική μας ευθύνη. Δεν γίνεται να την εγκαταλείψουμε χάριν κάποιων άλλων. Έχει προτεραιότητα. Αν δεν ενεργήσουμε έτσι θα βοηθήσουμε τους άλλους και θα ζημιώσουμε την οικογένειά μας. Συνεπώς στο σύνολο δεν προσφέραμε τίποτα. Πήραμε από κάπου και δώσαμε κάπου αλλού. Η βοήθεια που προσφέρουμε δεν πρέπει να ζημιώνει κανέναν, ούτε τον εαυτό μας. Πρέπει να είναι κάτι το ωφέλιμο σε όλους.

Η σκληρότητα της καρδιάς και η αδιαφορία μας για τον ανθρώπινο πόνο είναι κάτι το τρομακτικό. Με ευκολία ονομαζόμαστε εσωτεριστές, θρησκευόμενοι, πνευματικοί άνθρωποι και μετά γυρνάμε την πλάτη μας στους πάσχοντες χρησιμοποιώντας αστείες δικαιολογίες, για να μην ξεβολευτούμε. Άνθρωπος μπορεί να ονομαστεί μόνο αυτός που θα ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΕΙ ΕΜΠΡΑΚΤΑ για τον ανθρώπινο πόνο. Όχι μόνο στα λόγια. Αισθήσεις έχουν και τα ζώα, έχουν αισθήματα, διαθέτουν επίσης και κάποια υποτυπώδη λογική. Συνείδηση του πόνου των άλλων δεν έχουν (τουλάχιστον συνειδητά, γιατί μηχανικά επηρεάζονται). Αυτό είναι που κάνει την διαφορά. Αν δεχθούμε ότι στον άνθρωπο υπάρχουν κάποια ανώτερα "ένστικτα", τότε η συμπόνια είναι ένα από αυτά.


Κάποιος φίλος μας έχει μια ανάγκη. Μέσα μας αρχίζει ο πανικός. Τι θα κάνω; Έχω τα παιδιά μου, έχω τις δουλειές μου, είμαι κουρασμένος, δούλεψα πολύ, ας τον βοηθήσει κάποιος άλλος. Ίσως όμως τις δουλειές μας τις έχουμε τελειώσει, τα παιδιά μας είναι ταϊσμένα, διαβασμένα, κοιμισμένα. Η κούραση δεν είναι τόσο τραγική και το μόνο που θα στερηθούμε βοηθώντας είναι η αποβλάκωση στην τηλεόραση. Όμως για να δικαιολογηθούμε στον εαυτό μας διογκώνουμε στην φαντασία μας όλα μας τα προβλήματα. Ενώ μέχρι τώρα ζούσαμε σχετικά άνετα, είχαμε χρόνο για διασκέδαση και ξάπλα, ξαφνικά πνιγόμαστε στις δουλειές. Το πνίξιμο αυτό εμφανίζεται (ω, τι σύμπτωση!), μόλις μας ζητήσουν βοήθεια. Ακούστε μετά την δικαιολογία που θα εκστομίσετε. Παρατηρείστε τον τόνο της φωνής σας, και διασκεδάστε λιγάκι με το πόσο εύκολο είναι να σας "διαβάσει" κανείς. Ο φίλος σας το έκανε. Κατάλαβε αμέσως ότι λέτε ψέματα. Ενώ βαριέστε λέτε ότι δεν μπορείτε, φαίνεται στον τόνο της φωνής σας και αυτός μετά θα το σχολιάσει με την γυναίκα του. Η υποκρισία μας ξεσκεπάστηκε. Το ξεσκέπασμα είναι φυσικός νόμος. Κάτι σαν την βαρύτητα. Δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Αν παρατηρήσουμε όλη αυτή την διαδικασία με ειλικρίνεια, αμέσως θα χάσουμε μεγάλο μέρος της ικανότητάς μας να την εκδηλώνουμε. Θα απενεργοποιηθεί από την δύναμη της συνειδητής μας διαπίστωσης. Τότε θα αρχίσει να εμφανίζεται η προθυμία. Αυτός είναι ο σωστός δρόμος. Όχι ο καταναγκασμός, η συμμόρφωση με κάποιο πρότυπο και τα "πρέπει", αλλά η συνειδητοποίηση της κατάστασής μας. Η παρατήρηση θα διασπάσει τον μηχανισμό των αστείων υπεκφυγών και τότε θα ξεπηδήσει από μέσα μας η θέληση να βοηθήσουμε. Υπήρχε, αλλά την είχαμε καταπιέσει. Τώρα απομακρύνουμε τα εμπόδια και αυτή ξεπροβάλει από μόνη της. Η τεχνική για να αγαπήσουμε είναι η παρατήρηση του πως εκδηλώνεται μέσα μας ο εγωισμός. Όταν αναγνωρίσουμε τις ραδιουργίες του εγωκεντρισμού μας, αυτές καταρρέουν κάτω από το φως της συνείδησής μας και πηγάζει η θαμμένη αγάπη μας. Αντικειμενική παρατήρηση, χωρίς ενοχές, χωρίς κατάκριση. Θα έλεγα, ψυχρή παρατήρηση, επιστημονική. Σαν να βλέπουμε κάτι ξένο προς εμάς. Αυτή η αποστασιοποίηση θα μας προφυλάξει από την εμπλοκή του συναισθήματος σε μηχανισμούς ενοχών ή επιπόλαιων ενθουσιασμών. Αν παρόλα αυτά δεν θέλουμε, ή δεν μπορούμε να βοηθήσουμε, ας αρνηθούμε με ψηλά το κεφάλι χωρίς υποκρισία. Αυτή η στάση είναι επίσης καλή. Είναι ειλικρινής. Δεν βοηθάμε μεν, αλλά τουλάχιστον δεν ζημιώνουμε τον εαυτό μας με την υποκρισία. Και εφ' όσον είμαστε ειλικρινείς στην άρνησή μας, κάποτε όταν αλλάξουμε θα είμαστε το ίδιο ειλικρινείς στο ναι που θα πούμε.

Υπάρχει ένας τραγικός τρόπος για να δούμε μέσα στην ψυχή των ανθρώπων που μας περιστοιχίζουν. Αυτός είναι να φτωχύνουμε και να αρρωστήσουμε. Όσοι το έπαθαν αυτό γνωρίζουν τα πράγματα. Σχεδόν όλοι οι δήθεν φίλοι και οι συγγενείς εξαφανίζονται από την ζωή μας. Αυτοί που θα μείνουν είναι αυτοί που αξίζουν. Αυτό μπορεί να αποτελέσει έκπληξη. Ίσως μείνει για να βοηθήσει κάποιος που δεν τον υπολογίζαμε καθόλου. Το βάθος του χαρακτήρα δεν διακρίνεται με την πρώτη ματιά και δεν έχει σχέση με τα μεγάλα λόγια, την κοινωνικότητα, την μόρφωση, τα λεφτά και τις θορυβώδεις διασκεδάσεις. Συνήθως οι νέοι εξαπατώνται πολύ εύκολα. Νομίζουν ότι καλός φίλος είναι αυτός που διασκεδάζει μαζί τους με προθυμία, που λέει ανέκδοτα και τους κερνάει ποτά. Όταν περάσουν όμως τους "φίλους" τους από δοκιμασία, πόσοι θα τους απομείνουν; Το φαινόμενο αυτό πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε μήπως είμαστε και εμείς ένας από αυτούς που φεύγουν. Οι "πνευματικές" μας ενασχολήσεις έχουν πλέον κάποιο νόημα;

Και κάτι τελευταίο. Ο πραγματικά πνευματικός άνθρωπος δεν σκέφτεται καν ότι ασχολείται με πνευματικά ζητήματα. Όλη η ζωή του είναι ρυθμισμένη έτσι και η πνευματικότητα είναι η ίδια η καθημερινότητα και όχι κάποια ιδιαίτερη "άσκηση", ξεχωριστή από τα τρέχοντα καθήκοντά του. Δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ της πνευματικότητας και της υλικής ζωής. Ζει με φυσικό τρόπο και δεν δίνει σημασία σε αυτοπροσδιορισμούς. Το ίδιο και ο φιλάνθρωπος. Δεν λειτουργεί εγωκεντρικά και δεν ενδιαφέρεται να βάλει στον εαυτό του την ετικέτα της φιλανθρωπίας. Δεν αισθάνεται ότι κάνει κάτι το ιδιαίτερο, παρά μόνο ότι ζει την συνηθισμένη καθημερινότητά του. Δεν λέει: "πρέπει να βοηθήσω", αλλά το κάνει γιατί έτσι του έρχεται αυθόρμητα, χωρίς υπολογισμό, χωρίς να θεωρεί ότι έκανε κάτι το διαφορετικό από όλη την υπόλοιπη μέρα του. Αυτή είναι η φυσική κατάσταση και η ουσία της ταπεινοφροσύνης. Τίποτα το ξεχωριστό, μόνο η αίσθηση μιας φυσιολογικής ζωής.

Αυτή η ενοποίηση συμβαίνει μόνο όταν είμαστε ο εαυτός μας. Η επιτήδευση επιφέρει την διάσπαση σε υλική ζωή και πνευματική ζωή. Σε εκπλήρωση των προσωπικών μας καθηκόντων και σε φιλανθρωπική δραστηριότητα. Στις πυρετώδεις υποχρεώσεις μας και στο δεκαπεντάλεπτο του διαλογισμού. Και αυτά αντιμάχονται το ένα το άλλο. Είναι ανταγωνιστικά. Όταν όμως είμαστε ο εαυτός μας όλα αυτά είναι ένα. Η καθημερινότητά μας και τίποτα παραπάνω. Η υλική και η πνευματική ζωή είναι το ίδιο πράγμα. Οι υποχρεώσεις μας και η φιλανθρωπική δραστηριότητα είναι το ίδιο. Η καθημερινότητά μας συνοδεύεται από την συνεχή παρουσία της διαλογιστικής κατάστασης. Δεν υπάρχει καμία διάσπαση.

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Η "ΠΟΣΟΤΗΤΑ" ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ


Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Η "ΠΟΣΟΤΗΤΑ" ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ

Παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια μια αγωνιώδη προσπάθεια που γίνεται από την πολιτεία, την εκκλησία και διάφορους άλλους φορείς, για την διατήρηση και την αναβίωση εθίμων και παραδόσεων. Φαντάζομαι ότι κάτι τέτοιο γινόταν ανέκαθεν. Ας εξετάσουμε όμως τι είναι η λεγόμενη παράδοση, είτε η κοινωνική μέσω των εθίμων και των ιδεών, είτε η θρησκευτική. Ακόμα ας δούμε και την προσωπική μας παράδοση, αν μπορούμε να ονομάσουμε έτσι τις συνήθειες και τις δραστηριότητες του δικού μας παρελθόντος.

Τι είναι η παράδοση; Παράδοση είναι η διαιώνιση καταστάσεων του παρελθόντος, οι οποίες είναι πλέον νεκρές. Κάτι το οποίο συνέβαινε στο παρελθόν, χρήσιμο ή επιζήμιο για εκείνη την περίοδο, που τώρα δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης. Εμείς όμως από κεκτημένη ταχύτητα, είτε για άλλους λόγους, δεν θέλουμε να απαγκιστρωθούμε από αυτό. Φανταστείτε όλα εκείνα τα πράγματα που κάναμε όταν φοιτούσαμε στο δημοτικό σχολείο. Μας χρησίμευαν τότε. Μαθαίναμε ανάγνωση, γραφή, πράγματα χρήσιμα, ίσως όμως και άλλα πράγματα άχρηστα, ακόμα και επιζήμια. Όταν όμως ενηλικιωθούμε δεν έχουμε κανένα λόγω να συνεχίσουμε να πηγαίνουμε στο δημοτικό. Ό,τι είχε να μας δώσει μας το έδωσε και πρέπει να συνεχίσουμε την ζωή μας κάνοντας κάτι άλλο. Εργασία, οικογένεια, οτιδήποτε. Αν όμως εμείς συνεχίσουμε την φοίτησή μας στο δημοτικό σχολείο, τότε το έχουμε μετατρέψει σε παράδοση. Όταν είμαστε παιδιά είναι μια χρήσιμη και ζωντανή διαδικασία, δεν είναι παράδοση, είναι ανάγκη, όταν όμως ενηλικιωθούμε είναι κάτι το νεκρό που το συντηρούμε με την δική μας προσπάθεια, χωρίς να το απαιτούν οι συνθήκες.

Κακώς πιστεύουμε ότι η παράδοση είναι αναγκαία. Ήταν ίσως απαραίτητη στο παρελθόν. Τότε όμως δεν θα την ονομάζαμε παράδοση αλλά άμεση και ζωντανή ανάγκη. Παράδοση είναι μια μουμιοποίηση του παρελθόντος. Είναι μια "φωτογραφία" που παίρνει η κοινωνία μα, σε κάποια φάση της ιστορίας της, και για λόγους που θα δούμε αργότερα προσπαθεί να διαιωνίσει τις τότε συνθήκες. Είναι μια προσπάθεια σταματήματος της προόδου. Παράδοση είναι η συντήρηση καταστάσεων του παρελθόντος, χωρίς λόγο ύπαρξης στο παρόν. Είναι ένα "μουσείο". Η πραγματική ζωή όμως δεν διαδραματίζεται μέσα στα μουσεία.

Υπάρχουν αναλογίες και σε προσωπικό επίπεδο. Το να παίζω με τις κούκλες σε ηλικία πέντε ετών είναι κάτι το χρήσιμο και πολύ δημιουργικό. Αν όμως το συνεχίσω στα τριάντα μου, τότε είναι κάτι το νοσηρό. Έχει μετατραπεί τρόπον τινά σε παράδοση. Είναι σύμπτωμα κάποιας δυσκολίας στην ενηλικίωσή μου. Είναι τα λεγόμενα "κολλήματα".

Μια παρεξήγηση που αιωρείται στην ατμόσφαιρα είναι ότι αν απορρίψουμε την παράδοση δείχνουμε ασέβεια προς το παρελθόν μας. Αυτό όμως χρειάζεται κάποιες εξηγήσεις. Αν κάποιος μου προτείνει να ξαναφοιτήσω στο δημοτικό σχολείο ασφαλώς θα απορρίψω την πρότασή του. Σημαίνει όμως ότι δεν σέβομαι την πρωτοβάθμια εκπαίδευση γενικώς; Σημαίνει ότι δεν σέβομαι την ανάγνωση, την γραφή και την αριθμητική, που έμαθα στο δημοτικό; Όχι βέβαια. Αυτά τα σέβομαι και τα χρησιμοποιώ συνεχώς στην ζωή μου. Όμως είναι χάσιμο χρόνου να πάω για δεύτερη φορά στο δημοτικό. Ό,τι έμαθα στο δημοτικό μου είναι χρήσιμο, όμως το ίδιο το δημοτικό ως διαδικασία μου είναι πλέον άχρηστο. Παράδοση λοιπόν είναι η συντήρηση επ' άπειρον, των άχρηστων για το σήμερα διαδικασιών του παρελθόντος.

Τι θα συμβεί σε μένα προσωπικά αν διατηρώ όλες τις συνήθειες του παρελθόντος μου; Αν συνεχίζω να στρώνω τραπέζι για δύο, την στιγμή που η γυναίκα μου με έχει εγκαταλείψει και ζω πλέον μόνος μου; Είναι σχιζοφρενικό. Αν στρώσω το τραπέζι μόνο για τον εαυτό μου, σημαίνει πως θα αποκοπώ από τις ρίζες μου και θα λησμονήσω το παρελθόν, ή απλώς ότι θα προσγειωθώ στην πραγματικότητα;

Αν απαλλαγούμε από όλα αυτά τα φορτία του παρελθόντος, από όλο αυτό το χάσιμο χρόνου και ενέργειας, τι θα απογίνουμε; Θα χάσουμε την ταυτότητά μας; Όχι. Απλώς θα γίνουμε ο εαυτός μας, διότι ακριβώς η μουμιοποίηση του παρελθόντος είναι που μας κάνει να χάνουμε την τωρινή μας ταυτότητα και σαν άτομα και σαν λαός. Αν διώξουμε τα φαντάσματα θα βρούμε τον σημερινό εαυτό μας, που είναι η πραγματική μας φύση. Αυτό σημαίνει ριζικές αλλαγές μέσα μας και στην ζωή μας γενικότερα. Θα βγούμε από τον προστατευμένο περίβολο του γνωστού και θα κινηθούμε στο άγνωστο, που όμως είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και όχι η φυγή και ο ύπνος μέσω της παράδοσης.

Γιατί δεν θέλουμε να απαλλαγούμε από το βάρος των παραδόσεων; Σε προσωπικό επίπεδο ίσως είναι αυτό που είπαμε. Ο φόβος του αγνώστου, η ανασφάλεια των νέων εμπειριών και των αλλαγών στον εαυτό μας. Ο φόβος του τι θα δούμε μέσα μας, τι προσωπεία θα πέσουν, τι αλήθειες θα βγουν στην επιφάνεια. Προτιμούμε την συντήρηση της παλαιάς νεκρής κατάστασης, αντί να αντιμετωπίσουμε το νέο και ενδεχομένως την αλήθεια για το άτομό μας.

Φαίνεται όμως ότι υπάρχει ένας βαθμός υποκειμενικότητας. Αυτό που για τον έναν είναι παράδοση, για τον άλλον ίσως είναι μια ζωντανή και αναγκαία πραγματικότητα. Ας πάρουμε την θρησκεία. Για κάποιους ίσως είναι βάρος το να την ακολουθούν. Ίσως τους δεσμεύει με περιττούς τύπους και άκαμπτους κανόνες, χωρίς την βαθύτερη κατανόησή τους. Αυτοί πρέπει να απαλλαγούν από αυτήν. Άλλοι όμως λόγω της ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσής τους, ίσως να αποδίδουν καλά σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Αυτοί λειτουργούν μέσα στις κατάλληλες γι αυτούς συνθήκες. Το λάθος που γίνεται εδώ είναι να προσπαθεί ο ένας να επιβάλλει τις προτιμήσεις του στον άλλον. Το τι είναι λοιπόν άχρηστη για μας παράδοση ή ζωντανή πραγματικότητα είναι κάτι το εντελώς προσωπικό. Εμείς θα το κρίνουμε, αλλά να θεωρήσουμε ότι ισχύει μόνο για το άτομό μας. Δεν πρέπει να το γενικεύσουμε και κυρίως δεν πρέπει να το επιβάλουμε στους άλλους.

Παράδοση λοιπόν σύμφωνα με την άποψή μου είναι η διαιώνιση του νεκρού για μας παρελθόντος, με τεχνητά μέσα και όχι από πραγματική ανάγκη. Η υιοθέτηση των παραδόσεων δημιουργεί μέσα μας έναν ψεύτικο εαυτό, ένα προσωπείο μεγαλείου, πίσω από το οποίο κρύβουμε την μίζερη εσωτερική μας πραγματικότητα. Έτσι όμως χάνουμε την δυνατότητα να την αλλάξουμε. Πως θα αλλάξουμε αυτό που δεν βλέπουμε; Έτσι εξηγείται η επιθετικότητα των οπαδών της παράδοσης, απέναντι σε αυτούς του την αρνούνται. Πάντοτε η παράδοση προσκολλάται στο πολιτικό κατεστημένο (ή τουλάχιστον το προσπαθεί), διότι έτσι έχει πρόσβαση σε υπάρχοντες μηχανισμούς καταστολής και προπαγάνδας, τους οποίους χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος. Αυτός που αρνείται την παράδοση αποτελεί μια απειλή για το προσωπείο μου. Είμαι ικανός να αντικρίσω την πραγματικότητά μου; Αν όχι τότε θα αγωνιστώ για την διατήρηση της παράδοσης, εξαλείφοντας αυτούς που την αρνούνται. Μπορεί να ξεγελούμε τους εαυτούς μας όσο θέλουμε. Μπορεί να ισχυριζόμαστε ότι η παράδοση είναι το στήριγμα του έθνους μας, στην πραγματικότητα όμως πίσω από αυτήν κρύβουμε εκείνες τις αδυναμίες του χαρακτήρα μας, τις οποίες δεν τολμούμε να αντικρίσουμε κατά πρόσωπο.

Η ανθρωπότητα ως συλλογική συνειδητότητα περνάει από διάφορες φάσεις. Στο παρελθόν υπήρχε ένα είδος μυθολογικής συνείδησης. Οι άνθρωποι αρέσκονταν στους μύθους και στις αναπαραστάσεις της πραγματικότητας μέσω συμβόλων, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Δεν διέθεταν ανεπτυγμένη την αφηρημένη σκέψη. Ας θυμηθούμε τις αρχαίες θρησκείες. Τώρα τα πράγματα αλλάζουν, γι αυτό αναπτύσσεται και η εμπειρική επιστήμη, ώστε το σύμβολο πλέον απομυθοποιείται. Η νοοτροπία τείνει προς την άμεση ενασχόληση με το αντικείμενο και όχι μέσω μύθων. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε κάθε άνθρωπο ατομικά. Στην παιδική ηλικία έχουμε τα παραμύθια και τα παιχνίδια. Με την ενηλικίωση τα παιχνίδια περιορίζονται και εμφανίζεται η άμεση ενασχόληση με την γυμνή πραγματικότητα. Δεν λειτουργούν πλέον οι προσωποποιήσεις. Αν η τρέχουσα συνειδητότητά μας εδράζεται στο μυθολογικό στάδιο, τότε ο αρχαίος τρόπος αντίληψης μας ταιριάζει. Για κάποιον άλλον όμως είναι προσωπική οπισθοδρόμηση. Δεν έχει κανένα νόημα να του επιβάλουμε το παλιό, γιατί αυτός έχει αλλάξει επίπεδο συνειδητότητας. Όπως μάταιο είναι αυτός να προσπαθήσει να πιέσει αυτούς που λειτουργούν με προσωποποιήσεις, να αντιμετωπίσουν την γυμνή (κατά την υποκειμενική του αίσθηση) πραγματικότητα, εξαναγκάζοντάς τους σε ένα απότομο συνειδησιακό άλμα ξένο προς την προσωπική τους πορεία. Θα αισθανθούν μετέωροι, χωρίς ρίζες. Όποιος έχει ανάγκη από ρίζες ας κρατήσει το παρελθόν, για τον εαυτό του όμως. Οι άλλοι δεν του φταίνε σε τίποτα. Όταν όμως στραφούμε προς τα μέσα, οι εξωτερικές ρίζες και το παρελθόν αντικαθίστανται από τον αυθεντικό μας εαυτό και αυτός γίνεται πλέον το στήριγμά μας. Η αλήθεια είναι ότι κάπου πρέπει να στηριζόμαστε. Το θέμα είναι που. Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε την σκέψη ότι αν εγκαταλείψουμε την παράδοση, θα πρέπει να διαθέτουμε αρκετή "ποσότητα" εαυτού για να "πατήσουμε" πάνω του. Αν όμως δεν έχουμε καταφέρει να απελευθερώσουμε αυτή την αρκετή "ποσότητα" αυθεντικού εαυτού, τότε μάλλον θα μας είναι αναγκαίες οι παραδόσεις, τα έθνη, οι θρησκείες, οι ιδεολογίες και παντός είδους ταυτίσεις και εξιδανικεύσεις.

Η απαλλαγή από την παράδοση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω μιας συνολικής ωρίμανσης της συνειδητότητάς μας. Όχι με την βία ή με την πειθώ, αλλά μόνο μέσω της βαθύτερης κατανόησης του φαινομένου, κυρίως μέσα μας. Όταν οι μύθοι απομυθοποιηθούν, όταν απελευθερωθούμε από διαδικασίες ταύτισης, τότε θα πάψουμε να έχουμε ανάγκη το προστατευτικό δεκανίκι της παράδοσης. Θα κινηθούμε μέσω του πραγματικού μας εαυτού, θα ζήσουμε την δική μας ζωή, χωρίς την ασυνείδητη μηχανικότητα των εθίμων και θα επικοινωνήσουμε με τον Θεό, χωρίς μεσάζοντες, που έχουν αναλάβει την σωτηρία της ψυχής μας εργολαβικά. Αυτή βέβαια είναι μια ανατρεπτική νοοτροπία, διότι που θα δεχθούμε να καταθέσουμε τον οβολό μας και την πίστη μας; Ποια σημαιούλα θα ανεμίσουμε και για ποιον πολιτικό ή θρησκευτικό ηγέτη θα θυσιαστούμε; Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το εκάστοτε κατεστημένο κόπτεται για τις παραδόσεις. Υπεύθυνοι όμως για το Πνεύμα μας είμαστε μόνο εμείς. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αφήσουμε να εισχωρήσουν μέσα μας τα ιδιοτελή συμφέροντα ορισμένων, που έχουν έντεχνα μεταμφιεστεί σε ιδεολογίες και ιδανικά. Ούτε βέβαια εμείς από την μεριά μας πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να καταπιέζει τους άλλους, προκειμένου να υιοθετήσουν τις δικές μας προτιμήσεις, όποιες και αν είναι αυτές. Ο καθένας ας ζήσει την δική του ζωή, όχι την ζωή των άλλων και ας αναλάβει την ευθύνη και τις συνέπειες των επιλογών του.

Αν επιχειρήσουμε το δύσκολο εγχείρημα της αντικειμενικότητας, θα διαπιστώσουμε ότι η παράδοση είναι αναγκαία για πολλούς και αντιπροσωπεύει την τρέχουσα εξελικτική τους προσπάθεια. Είναι ένα στάδιο. Το ίδιο και η απελευθέρωση από την παράδοση, για όσους φυσικά την αισθάνονται σαν δεσμά και όχι σαν πραγματικό στήριγμα. Κάνοντας ένα βήμα εμπρός δεν μπορούμε πλέον να βασιζόμαστε πουθενά αλλού, παρά μόνο στον εσώτερο εαυτό μας, στο Πνεύμα. Αρκεί πάντοτε να προσέχουμε να μην αναπτύξουμε εκείνη την χαρακτηριστική αίσθηση αλαζονείας, η οποία σχεδόν πάντοτε προβάλει μέσα μας κάθε φορά που αλλάζουμε κατάσταση προς το καλύτερο. Αυτή είναι και η μεγάλη δοκιμασία. Να υπερβούμε την παράδοση και όμως να μην αισθανόμαστε ανώτεροι από αυτούς που ζουν ακόμα μέσα σε αυτήν. Ας μην ξεχνούμε ότι υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι της παράδοσης, των θρησκειών, που έχουν κάνει θαύματα, ενώ εμείς ενδεχομένως να μην έχουμε κάνει στην ζωή μας τίποτα, γιατί έχουμε εγκλωβιστεί στην ψευδαίσθηση της ανωτερότητάς μας ζώντας τελικά μόνο με ιδέες.

ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ


ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΥ
1. Η προσωπική εξέλιξη. Γινόμαστε ο εαυτός μας, επηρεαζόμαστε λιγότερο από εξωτερικούς παράγοντες ή εσωτερικούς. Γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι, με περισσότερη γνώση του εαυτού μας. Έχουμε περισσότερο αυτοέλεγχο, εσωτερική ισορροπία, υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας, κ.λ.π. Και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Αυτός είναι ο ένας και ο πιο προφανής σκοπός του εσωτερισμού. Επιτυγχάνεται με την άσκηση και την βαθύτερη κατανόηση της ίδιας μας της ζωής.

2. Η φιλανθρωπία. Όταν γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι σε όλες τις προηγούμενες πλευρές, θα αγαπήσουμε και περισσότερο. Η αγάπη καθίσταται ένα από τα νέα στοιχεία της προσωπικότητάς μας. Τι είναι αγάπη; Η απάντηση δεν θα έχει καθόλου θεωρία και συναισθηματισμό. Αγάπη είναι αυτό που μας ωθεί να βοηθήσουμε με ψυχραιμία τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο πάσχοντες συνανθρώπους μας, όχι όμως παρορμητικά αλλά με σύνεση, για να μπορέσουν να σταθούν στα δικά τους πόδια. Η αγάπη είναι η πλατύτερη αποδοχή των άλλων, η διεύρυνση των συναισθημάτων μας ώστε να σκύβουμε με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον πάνω στον πόνο τους, με έναν έλλογο όμως τρόπο. Ας μην ξεχνάμε ότι η αγάπη εμπεριέχει και το ναι, αλλά και το όχι. Η φιλανθρωπία συνεπώς είναι ο δεύτερος στόχος του εσωτερισμού. Η εργασία για τους άλλους.

3. Η εξέλιξη της κοινωνίας. Η κοινωνία αποτελείται από ανθρώπους. Αν γίνουμε καλύτεροι εμείς, τότε γίνεται καλύτερη και η κοινωνία. Αν βοηθήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους, τότε βοηθάμε την κοινωνία. Ένα άλλο στοιχείο είναι η διάδοση ιδεών που σχετίζονται με όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής. Ατομική εξέλιξη, προσφορά βοήθειας, επιστήμη, τέχνη, φιλοσοφία, πολιτική... Υπάρχει μια λέξη που είναι της μόδας τα τελευταία χρόνια: Ολιστικός. Τα πάντα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους και για να εξελιχθεί ένα σύνολο πρέπει να εξελιχθούν και να ενωθούν όλα του τα μέρη. Η ανθρωπότητα πρέπει να ενοποιηθεί. Οι ιδέες πρέπει να διαδοθούν. Ιδέες όμως βασιζόμενες στην υπέρβαση των προσωπικών μας αδυναμιών, ιδέες ευαίσθητες στον ανθρώπινο πόνο, ιδέες όχι προσηλυτισμού αλλά που σέβονται την ελευθερία του πνεύματος ως κάτι το ιερό. Λοιπόν ο τρίτος και τελικός σκοπός είναι η εργασία για την ανθρωπότητα. Μου περνάει από τον νου η σκέψη ότι αυτός ο τρίτος στόχος είναι στην ουσία ο μοναδικός. Οι δύο προηγούμενοι είναι απλώς στάδια προπαρασκευής.

Αυτοί είναι οι τρεις σκοποί της εφαρμογής του εσωτερισμού. Αν περιοριστούμε στον πρώτο τότε η βοήθεια του άνω προς το άτομό μας θα είναι φτωχότερη, διότι ένας άνθρωπος που εργάζεται μόνο για τον εαυτό του (συγχωρήστε μου την έκφραση: μόνο για την πάρτη του), είναι εγωκεντρικός. Ο πρώτος σκοπός εργασίας επιλύει ορισμένα προσωπικά μας προβλήματα. Στον δεύτερο βοηθάμε και άλλους για να επιλύσουν κάποια δικά τους. Στον τρίτο αλλάζει η νοοτροπία του συνόλου και γιατί όχι και οι θεσμοί.

Επειδή έχουμε να εργαστούμε για καταστάσεις και στόχους σπουδαίους που υπερβαίνουν κατά πολύ το άτομό μας, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κάποια παγίδα. Την παγίδα της αλαζονείας. Δείτε λοιπόν και αυτό: Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ.

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΕΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ


ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ – ΠΡΟΣΦΟΡΑ
Ας ξεκινήσουμε από την υπόθεση ότι κάνουμε κάποια εργασία με τον εαυτό μας. Έχουμε ορισμένα αποτελέσματα. Τι κάνουμε με αυτά; Πως τα χρησιμοποιούμε; Η προσωπική μας εξέλιξη δεν είναι κάτι το οποίο εξαντλείται στα προσωπικά μας οφέλη, στην εσωτερική γαλήνη, στο ξεκαθάρισμα των προσωπικών μας σχέσεων, στην διαύγεια της αυτογνωσίας. Υπάρχει και η αγάπη. Και μην αυταπατάστε. Αγάπη σημαίνει προσφορά. Τα άλλα είναι απλώς συναισθηματισμός. Αν δεν υπάρχει προσφορά, οποιοδήποτε είδος προσφοράς, δεν υπάρχει αγάπη. Αυτό είναι το μοναδικό κριτήριο. Εμείς συνήθως νομίζουμε ότι αγάπη σημαίνει απλώς καλά συναισθήματα απέναντι στους άλλους και επιθυμία να είμαστε μαζί τους. Ισχύει ασφαλώς και αυτό. Αλλά χωρίς την προσφορά δεν έχουμε τίποτα. Η προσφορά είναι η έμπρακτη απόδειξη της μείωσης του εγωκεντρισμού μας, ο οποίος βρίσκει χιλιάδες δικαιολογίες προκειμένου να μην βοηθήσουμε κανέναν. Δεν χρειάζεται, δεν μπορούμε, θα κάνουμε άθελά μας κακό, θα μας εξαπατήσουν, τι κάνει το κράτος και η εκκλησία ή ακόμα φανταζόμαστε ότι βοηθάμε μόνο με την παρουσία μας σε αυτόν τον κόσμο (τι αλαζονεία!).

Η θρησκεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της φιλανθρωπίας. Στον χώρο αυτό θεωρείται δεδομένο ότι ο θρησκευόμενος πρέπει να βοηθήσει τους πάσχοντες και αυτό είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα γι αυτούς που ανήκουν εκεί με σοβαρότητα. Στον χώρο του εσωτερισμού όμως η υπόθεση αυτή δεν έχει ξεκαθαρίσει. Έχω την εντύπωση ότι οι καρδιές είναι μάλλον κλειστές και οι δικαιολογίες πολλές. Όπου η διανόηση αναπτύσσεται υπερβολικά αυτό γίνεται εις βάρος της καρδιάς. Το αποτέλεσμα είναι να θέλουμε πράγματα για τον εαυτό μας και να μην μπορούμε να διακρίνουμε την μεγάλη αλήθεια που λέει ότι: ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ. Συνεπώς εργαζόμαστε με τον εαυτό μας προς χάριν όλων. Προς χάριν και του εαυτού μας και της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει πως την οποιαδήποτε ατομική μας κατάκτηση πρέπει να την προσφέρουμε στην κοινωνία, στους πάσχοντες και αντίστροφα, η προσφορά στους πάσχοντες είναι η εργασία επί του εαυτού μας. Είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε, ίσως λόγω της παιδείας μας και των συνθηκών ζωής της κοινωνίας, την σημασία της προσφοράς. Στην ιστοσελίδα αυτή πραγματευόμαστε το θέμα του διαλογισμού. Ας μην ξεγελάμε όμως τους εαυτούς μας. Ο διαλογισμός είναι ένα τίποτα χωρίς την προσφορά. Πως θα προσεγγίσει κανείς τον Θεό έχοντας μια καρδιά ψυχρή και κλειστή. Αν γυρίσουμε την πλάτη στους πάσχοντες τότε γυρίζουμε την πλάτη στον ίδιο τον Θεό, γιατί οι πάσχοντες είναι αυτός ο ίδιος. Και ο κόσμος σήμερα είναι γεμάτος από γυρισμένες πλάτες. Ας έχουμε εμπειρίες, γνώσεις, ικανότητες, οτιδήποτε άλλο φανταζόμαστε. Όπως είπε κάποιος αν δεν έχουμε αγάπη είμαστε χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον.

Αντιλαμβάνομαι ότι στον χώρο του εσωτερισμού η έννοια της φιλανθρωπίας δεν είναι διαδεδομένη, με κάποιες ίσως εξαιρέσεις. Οι ασχολούμενοι με αυτόν έχουν την τάση να θέλουν να μάθουν, να ζήσουν εμπειρίες, να κάνουν και λίγη επίδειξη στους φίλους τους. Θέλουν μόνο να πάρουν. Δεν θέλουν να κοπιάσουν προς όφελος του πάσχοντα, γιατί έτσι έχουν την αίσθηση ότι κάτι χάνουν από την ζωή τους για κάποιον που όπως δικαιολογούνται, φταίει ο ίδιος για την κατάστασή του και θα πρέπει να τον βοηθήσουν οι συγγενείς του και το κράτος. Όμως η περαιτέρω επιχειρηματολογία ίσως είναι άσκοπη διότι αν δεν υπάρχει το ανάλογο αισθητήριο ανεπτυγμένο μέσα μας, τότε κανένα διανοητικό επιχείρημα δεν θα μας πείσει. Όποιος αυτό το αισθητήριο το διαθέτει, γνωρίζει πολύ καλά ότι χωρίς την προσφορά προς τον πάσχοντα η πνευματικότητά μας είναι μόνο ένα όνειρο θερινής νυκτός.

Τι σημαίνει όμως προσφορά βοήθειας; Εδώ το ζήτημα είναι πραγματικά πολύ δύσκολο, διότι η αγάπη και η καλή διάθεση δεν αρκούν. Πρέπει να υπάρχει και διάκριση, για να μην πω σοφία, ώστε να διακρίνουμε ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες, που σπανίως είναι αυτές που φαίνονται στην επιφάνεια, ή ακόμα αυτές που ισχυρίζεται ότι έχει ο πάσχων. Αυτός που χρειάζεται βοήθεια βρίσκεται συνήθως σε μια κατάσταση αδυναμίας να αντιληφθεί το πραγματικό του πρόβλημα. Ζητάει λοιπόν βοήθεια, αλλά απαιτεί να του δοθεί κάτι άλλο, που αυτός νομίζει ότι πρέπει να λάβει και όχι αυτό που του είναι πραγματικά αναγκαίο. Αυτό το αναγκαίο πρέπει λοιπόν να το βρούμε εμείς, διαπερνώντας τα επιφανειακά στρώματα της περίπτωσής του και του χαρακτήρα του που το καλύπτουν.

Ας δούμε ένα παράδειγμα. Φανταστείτε ότι ένας υγιής άνθρωπος σας ζητάει χρήματα. Ο άνθρωπος όμως αυτός δεν έχει χρήματα διότι δεν εργάζεται. Αν του δώσουμε χρήματα θα τον καλομάθουμε και θα τον μετατρέψουμε σε παράσιτο. Θα τον βοηθήσουμε λοιπόν να βρει δουλειά. Θα ψάξουμε μαζί του, θα ρωτήσουμε γνωστούς και φίλους Αυτό είναι κάτι το λογικό. Όμως υπάρχουν και άλλες διαστρωματώσεις του προβλήματος. Ο άνθρωπος αυτός γιατί δεν έχει δουλειά; Θα πρέπει να ερευνήσουμε την αιτία. Ίσως είναι κάποια κακοτυχία, ίσως χρεοκόπησε η επιχείρηση στην οποία εργαζόταν. Ίσως όμως η αιτία να είναι κάποιο πρόβλημα στην συμπεριφορά του. Ίσως δεν ήταν αρκετά συνεπής. Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται διότι πως θα υποχρεωθούμε σε γνωστούς μας και πως θα εγγυηθούμε γι αυτόν, την στιγμή που είναι ανεύθυνος; Άρα δεν μπορούμε να ψάξουμε να του βρούμε εργασία διότι θα εκτεθούμε και δεν θα υπάρξει τελικώς κανένα όφελος, διότι η ανευθυνότητά του θα συνεχιστεί και θα χάσει και την νέα του δουλειά. Εδώ θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι ανεύθυνος και πως κατορθώνει να επιβιώνει χωρίς σταθερή εργασία. Ποιος τον καλύπτει οικονομικά; Ίσως διαπιστώσουμε ότι έχει κάποιους χρηματοδότες. Κάποια εξαρτημένη από αυτόν μητέρα που δεν θέλει να χάσει την εύνοια του γιόκα της. Όσο λοιπόν υπάρχει από πίσω του αυτή η εξαρτημένη μητέρα εμείς δεν έχει κανένα νόημα να του βρούμε δουλειά, ούτε ασφαλώς και να του δώσουμε χρήματα. Ο άνθρωπος αυτός δεν έχει κανένα λόγο να σοβαρευτεί. Διότι όταν η ανευθυνότητά του επισύρει την απόλυσή του, θα τον ταΐσει η μητέρα του. Γιατί λοιπόν να αλλάξει συμπεριφορά; Αφού βολεύεται και έτσι. Σίγουρα όμως χρειάζεται βοήθεια, αλλά όχι αυτή που ζητάει και όχι αυτή που εντοπίζουμε εμείς με λίγο επιπόλαιο ψάξιμο. Το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό, δεν είναι ούτε η ανεργία, ούτε καν η συμπεριφορά του, αλλά η νοσηρή σχέση με την μητέρα του. Η αιτία λοιπόν βρίσκεται στο τέταρτο στρώμα, όχι στην επιφάνεια, και πρέπει να την ανακαλύψουμε. Αν όμως μας κατακλύσει ο συναισθηματισμός τότε θα πέσουμε στην παγίδα αυτού του ανθρώπου, θα μας καταπιεί το πρόβλημά του. Και αντί να τον βοηθήσουμε να ξεφύγει θα πέσουμε και εμείς μέσα, σαν σε μια μαύρη τρύπα, χωρίς καν να το αντιληφθούμε. Θα ψάχνουμε για δουλειά, θα γεμίζουμε άγχος για να του πληρώσουμε τους λογαριασμούς που λήγουν, αυτός θα είναι μέσα στην δυστυχία (πραγματική ή τεχνητή) και εμείς στην ουσία θα τρέχουμε από πίσω του σαν σκυλάκι. Θέλει πάρα πολύ μεγάλη διάκριση και αποταύτιση. Δεν πρέπει με τίποτα να ταυτιστούμε συναισθηματικά με αυτόν που θέλουμε να βοηθήσουμε, διότι τότε θα βουλιάξουμε και εμείς μαζί του. Συνεπώς, εφ’ όσον το πρόβλημα είναι η σχέση με την μητέρα του, θα πρέπει να μιλήσουμε αναλυτικά και στους δύο και μετά να αποσυρθούμε. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι πραγματική βοήθεια αλλά μπαλώματα και μάλιστα επιζήμια. Θα μου πείτε πως θα πληρωθούν οι λογαριασμοί, τα χρέη κ.λ.π. Ας μην πληρωθούν. Πρώτα να σπάσει η νοσηρή σχέση και μετά όλα τα υπόλοιπα. Διαφορετικά όχι μόνο δεν βοηθάμε, αλλά κάνουμε κακό.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να ξοδέψουμε χρήμα, χρόνο, ενέργεια για να βοηθήσουμε. Όλα αυτά όμως πρέπει να τα διαθέτουμε με σύνεση και να μην τα δίνουμε απαραίτητα με τον τρόπο που μας τα ζητάνε, γιατί όπως είπαμε ίσως το πραγματικό πρόβλημα να είναι διαφορετικό από αυτό που παρουσιάζεται. Δεν πρέπει επίσης να μας απασχολεί το ποιος φταίει. Αν κάποιος αρρώστησε κατόπιν δικών του λαθών δεν είμαστε εμείς που θα το κρίνουμε. Την βοήθειά μας θα πρέπει να την προσφέρουμε ούτως ή αλλιώς, δεν υπάρχει λόγος να τον τιμωρήσουμε. Ας μην ψάχνουμε για δικαιολογίες προκειμένου να παραμείνουμε ασυγκίνητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Επίσης ας μην επηρεαζόμαστε από τον ανθρώπινο πόνο, διότι τότε η δράση μας θα είναι σπασμωδική και θα πέφτουμε θύματα καταστάσεων, χωρίς να προσφέρουμε πραγματική βοήθεια. Ας μην διστάσουμε να ζητήσουμε την συμβουλή ανθρώπων που είναι εμπειρότεροι από εμάς στα ζητήματα της φιλανθρωπίας. Πρέπει όμως να τους βρούμε πρώτα. Επίσης πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι δεν θέλουν να βοηθηθούν όλοι όσοι έχουν ανάγκη. Με έκπληξή μας θα διαπιστώσουμε π.χ. ότι κάποιοι ασθενείς δεν θέλουν να θεραπευτούν. Έχουν βολευτεί με την αρρώστια τους, που τους δίνει την δυνατότητα να κλαίγονται και να τραβάνε την προσοχή των άλλων. Η εμπειρία είναι αναντικατάστατος δάσκαλος, όμως τα λάθη δεν πρόκειται να αποφευχθούν, είναι ανθρώπινα και ας μην απογοητευόμαστε.

Η τάση για φιλανθρωπία είναι υπόθεση καρδιάς. Είναι αυθόρμητη, χωρίς σκέψη και χωρίς υπολογισμό. Όταν συναντήσουμε το πρόβλημα η πρώτη μας αντίδραση είναι η πρόθεση της προσφοράς, χωρίς ιδιοτέλεια και χωρίς όμως να πιέζουμε τους άλλους για να τους βοηθήσουμε με το ζόρι. Μετά όμως χρειάζεται και το μυαλό, προκειμένου να δούμε ΠΩΣ θα βοηθήσουμε.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΕΝΤΟΣ Ή ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ;

Γιατί άραγε τίθεται ένα τέτοιο ερώτημα; Τι είναι αυτό που μας κάνει να θεωρούμε ότι η καθημερινότητα, οι δυσκολίες της και οι απολαύσεις της, αποτελούν εμπόδια για την πνευματικότητά μας; Μήπως τα καθημερινά μας προβλήματα μας αποσπούν από κάποια πνευματική εργασία, γιατί ίσως η καθημερινότητα είναι κάτι το διαφορετικό από την πνευματικότητα; Μήπως οι απολαύσεις είναι κάτι το κακό; Γιατί έχει ταυτιστεί η υλική μας ζωή με το κακό; Και αν η ύλη με όλες τις δυσκολίες της είναι κάτι το κακό, τότε ποιο είναι το καλό; Το να κλεινόμαστε σε ένα μοναστήρι, ή να απομονωνόμαστε σε έναν κόσμο δικής μας κατασκευής, φοβούμενοι τους πειρασμούς; Και το μοναστήρι – συμβολικό ή κυριολεκτικό, πάλι ύλη δεν είναι;

Όσο περνάει ο καιρός μέσα μου γεννιέται μια υποψία, η οποία σιγά σιγά μεταμορφώνεται σε βεβαιότητα. Έχω την εντύπωση, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ότι κάποιοι έχουν σκοπό να μας κάνουν δυστυχισμένους. Δεν θέλουν να περνάμε καλά στην ζωή μας, δεν θέλουν να χαιρόμαστε και να απολαμβάνουμε όλα τα καλά αυτού του κόσμου. Μας έχουν υποβάλει την σκέψη ή μάλλον τον φόβο, ότι η υλική ζωή, υποχρεώσεις, δυσκολίες, καθήκοντα, αλλά κυρίως οι απολαύσεις δεν είναι κάτι το πνευματικό, είναι υλιστικό και αμαρτία. Δεν θέλω να υποστηρίξω ότι ο άνθρωπος το μόνο που πρέπει να επιδιώκει είναι η καλοπέρασή του. Η έννοια όμως της καλοπέρασης μπορεί να είναι πολύ ευρεία. Περνάμε καλά στην ζωή μας όταν διασκεδάζουμε, περνάμε καλά επίσης όταν εκτελούμε τα καθήκοντά μας. Αυτό σε έναν ισορροπημένο χαρακτήρα δημιουργεί το αίσθημα της πληρότητας, που δεν υπάρχει σε έναν ανώριμο που συνεχώς επιδιώκει το γλέντι και την τεμπελιά, παραμελώντας τις υποχρεώσεις του.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει σε βάθος. Τι θα μπορούσε να είναι η πνευματικότητα; Η ζωή μας μέσα στην ύλη είναι μια πραγματικότητα. Το πνεύμα που βρίσκεται; Είναι κάπου αλλού, ή εδώ; Αν είναι κάπου αλλού μήπως θα το συναντήσουμε εγκαταλείποντας το εδώ; Αν βγούμε με τους φίλους μας, διασκεδάσουμε κάπου, περάσουμε καλά, γελάσουμε, πούμε ανέκδοτα, σημαίνει ότι έχουμε εγκαταλείψει το πνεύμα; Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι μας γνωρίζουμε τις απόψεις του ασκητισμού. Αποσύρομαι από τα εγκόσμια και ζω στην απομόνωση. Αυτός θεωρείται από πολλούς ο καλύτερος τρόπος για την πνευματική μας εξέλιξη. Παραμένοντας βλοσυροί, κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο, φοβούμενοι το άγγιγμα των ανθρώπων (για να μην σκανδαλιστούμε), απαγγέλλοντας συνεχώς νευρωτικές προσευχές για να κρατήσουμε μακριά τους πειρασμούς και αποστρέφοντας το βλέμμα μας και την ψυχή μας από τις "σειρήνες" αυτού του κόσμου, εξελισσόμαστε (σύμφωνα με αυτή την θεωρία). Αποστρέφουμε το βλέμμα μας από το χαμόγελο μιας γυναίκας γιατί ο Θεός είναι κάπου αλλού.

Θεωρώ ότι τα πράγματα είναι πολύ απλά. Αν θέλουμε να γίνουμε ασκητές, ας γίνουμε. Να το πραγματοποιήσουμε όμως εξ’ ολοκλήρου. Να πάμε σε ένα μοναστήρι, κάπου τέλος πάντων, και ας ακολουθήσουμε αυτό τον δρόμο. Ίσως σε τελική ανάλυση να μας ταιριάζει, να είναι η φύση μας τέτοια και να προοδεύσουμε με αυτόν τον τρόπο. Αν όμως επιλέξουμε να μην γίνουμε ασκητές, τον ασκητισμό ας τον ξεχάσουμε. Αφού δεν τον επιλέξαμε. Ας διασκεδάσουμε, ας περάσουμε καλά, ας κάνουμε σεξ, πριν η μετά τον γάμο - είναι απολύτως αδιάφορο. Τις ενοχές όμως τι τις θέλουμε; Οι ενοχές είναι ένδειξη ελλειμματικής απόφασης. Αποφασίσαμε να ζήσουμε στην λεγόμενη ζωή, όμως μέσα μας έχουμε και μια δόση ασκητικής νοοτροπίας εναντίον της ηδονής. Δεν είμαστε ξεκαθαρισμένοι. Θέλουμε και το ένα και το άλλο. Έτσι όμως το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι να βασανιζόμαστε από εσωτερικές συγκρούσεις. Αν όμως η απόφασή μας είναι εκατό τοις εκατό τότε επιλέγουμε το άλφα, ξεχνώντας το βήτα. Γινόμαστε ασκητές, χωρίς ανθρωποφοβία και γυναικοφοβία γιατί είμαστε ξεκαθαρισμένοι, ή παραμένουμε στην γνωστή ζωή και την γλεντάμε με διάφορους τρόπους, χωρίς να μας κατατρώγει το σαράκι των ενοχών.

Ο Θεός είναι παντού, συνεπώς η πνευματικότητα είναι και αυτή παντού. Μόνο στις ενοχές και στην υποκρισία δεν βρίσκεται. Η έλλειψη πνευματικότητας είναι το να μην έχουμε επιλέξει συνειδητά! Είναι το να κάνουμε το ένα και να θέλουμε το άλλο, με τραγικό αποτέλεσμα τις ενοχές και την υποκρισία. Αυτό είναι το κακό! Η υποκρισία! Το να πηγαίνουμε με μια γυναίκα και μετά να δηλητηριαζόμαστε από το συναίσθημα ότι διαπράξαμε αμαρτία. Αν το θεωρούμε αμαρτία ας μην πάμε. Αν όμως δεν το θεωρούμε αμαρτία τότε ας πάμε και ας το ευχαριστηθούμε. Αυτές οι δύο αποφάσεις εμπεριέχουν το πνεύμα. Και οι δύο επιλογές είναι απολύτως εντάξει, με την προϋπόθεση να έχουμε κάνει την συνειδητή επιλογή μας, χωρίς ενοχικά πισωγυρίσματα. Η τρίτη όμως, το να πηγαίνουμε και να μετανιώνουμε, ή να μην πηγαίνουμε και να παλεύουμε με τις φαντασιώσεις μας, είναι καταστροφή. Εκεί το πνεύμα δεν είναι παρόν. Δεν είναι παρόν στις ενοχές και στην υποκρισία. Είναι όμως παρόν στην θαρραλέα και ξεκάθαρη απόφαση. Όπως γράφει στην Αποκάλυψη, να είστε θερμοί ή ψυχροί, γιατί μισώ τους χλιαρούς.

Ίσως τελικά η πνευματική ζωή να μην είναι κάποιο εξωτερικό μοντέλο κατασκευασμένο από τις θρησκείες, ή από τα έθιμα του τόπου μας, αλλά να είναι οι συνειδητές επιλογές. Το ξεκαθάρισμα. Έτσι δεν υπάρχουν ενοχές γιατί δεν υπάρχει δίλημμα, δεν υπάρχει υποκρισία, διότι δεν θέλουμε να ξεγελάσουμε κανέναν. Δεν υπάρχει το λεγόμενο φαίνεσθε. Είμαστε ειλικρινείς. Ζούμε την ζωή που επιλέξαμε, ή στην οποία βρεθήκαμε κατ’ ανάγκη και την ζούμε ολοκληρωτικά, με προσήλωση και αφοσίωση χωρίς να ορεγόμαστε κάτι άλλο. Προσγειωνόμαστε στο εδώ και τώρα.

Θεωρώ ότι η πνευματικότητα είναι το να ζει κανείς την όποια ζωή του συνειδητά, χωρίς ενοχές. Δεν θα ήθελα να εννοηθεί ότι μπορούμε να κάνουμε το κακό επειδή έτσι δήθεν επιλέξαμε, αλλά αν διαπιστώσουμε ότι κάτι στην συμπεριφορά μας είναι κακό ας το αποβάλλουμε, ας του γυρίσουμε την πλάτη και ας το ξεχάσουμε. Έτσι θα σταματήσουν και οι ενοχές. Αλλιώς αφού δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε, ας το συνεχίσουμε με θάρρος και ας υποστούμε τις συνέπειες χωρίς κλαψουρίσματα. Το μάθημά μας ούτως ή άλλως θα το πάρουμε και αυτό θα είναι ο πόνος...

Επειδή το θέμα είναι φορτισμένο με τα μεσαιωνικά μας κατάλοιπα θεωρώ τις παρεξηγήσεις δεδομένες. Γι αυτό λοιπόν ας το αναλύσουμε λίγο ακόμα. Πότε νοιώθουμε ενοχές; Υπάρχουν δύο λόγοι. Πρώτον όταν κάνουμε κάτι πραγματικά κακό αλλά δεν το διορθώνουμε, έτσι η κατάσταση διαιωνίζεται, παλεύουμε με τον εαυτό μας και η συνείδησή μας μάς ελέγχει επειδή εμείς δεν αλλάζουμε. Αν αλλάξουμε τότε σταματάνε και οι ενοχές, γιατί η συνείδησή μας δεν έχει πλέον λόγους να διαμαρτύρεται.

Ο δεύτερος λόγος είναι το να κάνουμε κάτι που δεν είναι κακό, δεν μας ελέγχει η συνείδησή μας, ίσως να είναι και κάτι το πολύ καλό, όμως κάποιοι μας έχουν πείσει ότι είναι κακό. Εδώ ερχόμαστε στην επικρατούσα αντίληψη της ηθικής. Το έχουμε αναλύσει αυτό και σε άλλες μελέτες. Π.χ. το σεξ πριν από τον γάμο. Είναι καλό ή κακό; Το σεξ είναι καλό όταν το απολαμβάνουμε, όταν δεν κινδυνεύει η υγεία μας και όταν υπάρχει ψυχική επαφή. Αυτά είναι άσχετα με το εντός ή εκτός γάμου. Το θέμα του γάμου στην προκειμένη περίπτωση είναι εκτός θέματος. Έχουμε να κάνουμε με ένα λάθος ερώτημα. Το κριτήριο του καλού στο σεξ, ή αν θέλετε το κριτήριο του καλού σεξ, δεν συμπεριλαμβάνει τον θεσμό του γάμου. Κάλλιστα δύο άνθρωποι μπορεί να εκπληρώνουν τις παραπάνω τρεις προϋποθέσεις χωρίς να είναι παντρεμένοι. Όμως εκατομμύρια άνθρωποι που αγαπιόταν υπέφεραν από ενοχές, κυριολεκτικά για το τίποτα, διότι κάποιος με "κύρος" τους είπε ότι αυτό που κάνουν είναι κακό, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να ήταν κάτι το ευγενές, λόγω της αγάπης τους. Το συναίσθημα των ψευτοενοχών κατέστρεψε την ψυχική και σωματική τους επικοινωνία, έγιναν ψυχοπαθολογικές προσωπικότητες με εσωτερικές συγκρούσεις, και αυτοί που το πέτυχαν αυτό ένοιωσαν ικανοποίηση, διότι κατόρθωσαν να κάνουν δύο ανθρώπους δυστυχισμένους, όπως δυστυχισμένοι είναι και οι ίδιοι. Και όταν τέτοιοι ενοχικοί άνθρωποι τελικά παντρεύονται, μη νομίζετε ότι επιτέλους απολαμβάνουν το σεξ γιατί τώρα το εγκρίνει κάποια θρησκεία. Τα προβλήματα συνεχίζονται διότι ο ελέγχων εισβάλει και στην κρεβατοκάμαρα του παντρεμένου ζεύγους, με χίλια προσχήματα και έμμεσους τρόπους.


Όλα λοιπόν έχουν το μέτρο τους και τα κριτήριά τους. Οι υπερβολές και η ελευθεριότητα στα πάντα δεν είναι ό,τι καλύτερο. Όμως αν θέλουμε να έχουμε μια πνευματική ζωή πρέπει να εκδηλώσουμε τις ικανότητες του πνεύματός μας, στην ζωή που ζούμε. Να εκδηλώσουμε την συνείδηση, την θέληση και την ικανότητα του επιλέγειν. Αν εξασφαλίσουμε αυτούς τους παράγοντες τότε ό,τι κάνουμε θα είναι καλό και θα το κάνουμε χωρίς διλήμματα και ενοχές.

Μετά από όλα αυτά που είπαμε ας επιστρέψουμε στην βάση του θέματός μας για να το συνοψίσουμε. Η πνευματική ζωή (πάντοτε κατά την γνώμη μου – η οποία κάλλιστα μπορεί να αμφισβητηθεί) δεν σχετίζεται με κάποιο προκατασκευασμένο μοντέλο ζωής, αλλά είναι το να έχουμε την θέληση ώστε να επιλέγουμε τον τρόπο ζωής μας, ή έστω να αποδεχόμαστε με αξιοπρέπεια τις συνθήκες από τις οποίες δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Συνεπώς μπορούμε να ακολουθήσουμε όποια ζωή θέλουμε αρκεί να το κάνουμε όσο περισσότερο συνειδητά μπορούμε, αναλαμβάνοντας και το κόστος των επιλογών μας. Η ανάληψη των ευθυνών, χωρίς να ρίχνουμε τα βάρη στους άλλους και στις συνθήκες, είναι ένδειξη ότι έχει προηγηθεί συνειδητή επιλογή. Όταν δεν έχουμε ενεργήσει συνειδητά τότε μέσα μας υπάρχει και δεύτερη άποψη, συνήθως κρυμμένη στο υποσυνείδητό μας και αυτή είναι που μας δημιουργεί τις ενοχές. Μια από τις δύο απόψεις μπορεί να είναι ξένη και η άλλη δικιά μας με έναν βαθύτερο τρόπο. Μπορεί και οι δύο να είναι ξένες, ποτέ όμως δεν μπορούν να είναι και οι δύο δικές μας, διότι οι εσωτερικές συγκρούσεις δεν είναι χαρακτηριστικό της ενότητας του πνεύματος. Το πνεύμα λοιπόν είναι μέσα στην ζωή και θα το αντιληφθούμε να δρα όταν εμείς είμαστε ξεκαθαρισμένοι.

Όταν δεν έχουμε επηρεαστεί από τις διάφορες φωνές του περιβάλλοντός μας, που επίμονα προσπαθούν να μας υποδείξουν το τι είναι σωστό, χειραγωγώντας μας μέσω των υποσχέσεων, του φόβου και των ενοχών, θα συνειδητοποιήσουμε τι είναι η πραγματικά πνευματική ζωή. Αυτή δεν έχει καμία σχέση με υποκριτική ηθική, ούτε όμως και αχαλίνωτη δήθεν ελευθερία. Είναι ένα ξεκαθάρισμα με τον εαυτό μας και με την ζωή μας. Και τελικά δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Ας προσέξουμε αυτό το σημείο. Όσο αισθανόμαστε ότι κάνουμε κάτι το ιδιαίτερο τότε είμαστε μακριά από το πνεύμα. Η πνευματικότητα δεν μας δίνει την αίσθηση κάποιας υπεροχής απέναντι των άλλων. Είναι κάτι το συνηθισμένο. Κάτι το καθημερινό. Τελικά την βιώνουμε ως την συνηθισμένη μας κατάσταση, οπότε στην διαδικασία των συνεχών ξεκαθαρισμάτων με τον εαυτό μας δεν προσάπτουμε την ετικέτα της πνευματικότητας. Απλώς ζούμε την ζωή μας συνειδητά χωρίς να το συζητάμε πολύ με τον εαυτό μας, γιατί οι πολλές σκέψεις περί του ατόμου μας και περί του τι κάνουμε στην ζωή υποκρύπτουν δικαιολογίες και ωραιοποιήσεις.

Να και ένα διαγνωστικό εργαλείο χρήσιμο στην αυτογνωσία μας. Όταν πραγματικά πράττουμε κάτι, όταν πραγματικά είμαστε κάτι, το σκεφτόμαστε λίγο, όταν όμως σκεφτόμαστε πολύ μάλλον δεν κάνουμε τίποτα. Απλώς έχουμε φαντασιώσεις.

ΗΘΙΚΗ


Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

Κάτι το οποίο συνήθως παραβλέπουμε στα σχέδιά μας για την πνευματική μας ανάπτυξη είναι το ζήτημα της ποιότητας του χαρακτήρα μας. Ενδιαφερόμαστε για απόκτηση εμπειριών, γνώσεων, μελετούμε βιβλία και διδασκαλίες, ξεχνούμε όμως τον χαρακτήρα μας. Οι διάφορες θρησκείες δίνουν μεγάλη σημασία στο θέμα αυτό. Στον χώρο όμως του εσωτερισμού η έμφαση δίνεται στις εμπειρίες, στις γνώσεις και σε ένα είδος συγκαλυμμένου αισθησιασμού (χαλάρωση, γαλήνη, οραματισμοί με ωραία τοπία, μουσική κ.λ.π. – όχι βέβαια ότι ο αισθησιασμός είναι κάτι το εξ΄ ορισμού κακό). Οπωσδήποτε δεν είμαστε εναντίων όλων αυτών των ενδιαφερόντων διότι μπορεί να έχουν την σημασία τους, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τις ανάγκες του καθενός από εμάς. Το ερώτημα όμως είναι: Είμαστε τελικά καλοί άνθρωποι, εργαζόμαστε για το καλό; Η ερώτηση αυτή ακούγεται απλοϊκή στα αυτιά μας, όμως έχει τεράστια σημασία για την πρόοδό μας και η απάντηση σε αυτή δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, διότι το ονειροπαρμένο εγώ μας έχει πάντοτε την τάση να αποδίδει στον χαρακτήρα μας προτερήματα που ενδεχομένως δεν διαθέτουμε. Έτσι νοιώθουμε σπουδαιότεροι (ή κατώτεροι) από αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε. Τέτοιου είδους αυταπάτες στέκονται σαν ένα τεράστιο εμπόδιο ανάμεσα σε εμάς και την πραγματική μας κατάσταση, εμποδίζουν την αυτογνωσία και δεν μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε την σωστή εικόνα για τον εαυτό μας.

Τι είναι άραγε η ηθική; Οι περισσότεροι από εμάς θα συμφωνούσαμε ότι είναι κανόνες συμπεριφοράς (με μεγάλη δόση καθωσπρεπισμού και σεμνοτυφίας) που μας κάνουν σωστούς ανθρώπους, καλούς χαρακτήρες, χρήσιμους στην κοινωνία. Οι έννοιες όμως αυτές ποικίλουν από εποχή σε εποχή και από λαό σε λαό. Το να δανείσει κανείς την σύζυγό του στον φιλοξενούμενό του για την σεξουαλική του ικανοποίηση, είναι θεμιτό και ένδειξη καλής φιλοξενίας σε διάφορες πρωτόγονες φυλές, όμως στην δική μας κοινωνία αυτό μάλλον δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Αυτές είναι διάφορες εθιμικές καταστάσεις που συνεχώς τροποποιούνται και καθορίζουν το τι είναι η κατά τόπους και χρόνους ηθική. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η ηθική καθορίζεται από τα ήθη και τα έθιμα ενός λαού. Είναι κάτι το μεταβλητό, υποκειμενικό και αμφισβητήσιμο. Υπάρχει όμως αντικειμενική ηθική όπως υπάρχουν αντικειμενικοί φυσικοί νόμοι, στους οποίους μπορούμε να βασιστούμε;

Κατά την προσωπική μου πάντοτε άποψη υπάρχει αντικειμενική ηθική, μη εξαρτώμενη από ήθη, έθιμα, συνήθειες και κοινωνικές συνθήκες. Είναι ένα είδος ηθικού νόμου, αντίστοιχου με τους φυσικούς νόμους και την σταθερότητά τους. Κάτι που δεν εξαρτάται από τις ορέξεις του καθενός. Αυτή η ηθική εκφράζεται με την λεγόμενη φωνή της συνείδησής μας, με την φωνή της καρδιάς μας, που θα μας πληροφορήσει σαφώς πότε πράττουμε σωστά και πότε λάθος. Πάντοτε όμως με την προϋπόθεση ότι το αισθητήριο της καρδιάς μας δεν είναι μολυσμένο, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, από τον εγωισμό και την κακία μας και δεν έχει μπερδευτεί η λογική μας σκέψη από τις διάφορες απόψεις περί καλού, που κυκλοφορούν στην κοινωνία. Αν λοιπόν αυτό το αισθητήριο όργανο είναι υγιές θα μας πληροφορεί το τι είναι καλό και τι κακό, ανάλογα με την κάθε περίσταση. Η υπόδειξη αυτή θα είναι πάντοτε σαφής.

Για να μπορέσει όμως κάποιος άνθρωπος να βρει μέσα του αυτή την αίσθηση της ηθικής, πρέπει να απελευθερωθεί από τους ηθικούς κανόνες της κοινωνίας. Πρέπει να απορρίψει την κοινωνική, ενδεχομένως και την εκκλησιαστική ηθική (αποφεύγω να πω θρησκευτική ηθική – γιατί αυτή είναι το πραγματικό ζητούμενο). Η αντικειμενική ηθική που την αισθανόμαστε σαν μια αίσθηση μέσα μας (εφ΄ όσον μπορούμε ασφαλώς), δεν έχει καμία σχέση με κανόνες. Είναι προσαρμοστική, ανάλογα με τις ιδιομορφίες της κάθε περίπτωσης, πράγμα που οι κανόνες δεν μπορούν να το πράξουν γιατί είναι άκαμπτες δογματικές γενικότητες. Αυτός ο οποίος απορρίπτει τους κανόνες και επικοινωνεί με την φωνή της δικής του συνείδησης, δεν έχει καμία σχέση με δόγματα, θεωρίες και την λεγόμενη κοινή γνώμη. Υπακούει στην δική του εσωτερική πηγή της ηθικής και έχει, όπως λέμε, ανοιχτό μυαλό. Όχι όμως με την έννοια της ευμεταβλητότητας, ή της αποδοχής του κακού σαν να μην διαφέρει σε τίποτε από το καλό, αλλά με την έννοια της ανταπόκρισης σε κάθε ιδιαίτερη και ξεχωριστή περίπτωση με τον κατάλληλο μη τυπικό, αλλά ουσιαστικό τρόπο. Αν κάνουμε μια τολμηρή σκέψη θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος που λειτουργεί έτσι δημιουργεί, μάλλον εφευρίσκει, έναν διαφορετικό ηθικό κανόνα για κάθε περίσταση. Όχι όμως αυθαίρετο προκειμένου να βολευτεί, αλλά διαισθητικά βασισμένο σε αιώνιους σταθερούς πνευματικούς νόμους, που υπερβαίνουν τα δόγματα και την διανοητική κατανόηση και είναι προσαρμοσμένος στην τρέχουσα πραγματικότητα, χωρίς φαντασιώσεις και ξένες επιρροές.

Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει συμπεριφορά ακατανόητη από τους πολλούς. Τέτοια ήταν η στάση του Ιησού σε σχέση με τα έθιμα της εποχής του. Συγχωρούσε παραπτώματα γυναικών (τότε δεν τις είχαν πολύ σε εκτίμηση), τις υπερασπιζόταν μπροστά σε όλους λέγοντας το περίφημο – ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω – έδινε όμως και κάποιες συμβουλές σε αυτές, δείχνοντας έτσι ότι δεν εγκρίνει την συμπεριφορά τους. Αυτό έδειχνε ως κάτι αρνητικό, ή τουλάχιστον αντιφατικό, αν χρησιμοποιήσουμε σαν κριτήρια τα ήθη και τα έθιμα της εποχής του. Σύμφωνα όμως με την δική του ηθική ήταν κάτι σωστό και η καταλληλότερη αντίδραση στο πρόβλημα του είχε να αντιμετωπίσει. Αυτός λειτουργούσε έξω από κανόνες. Έλεγε ότι το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο. Το πνεύμα δεν μπορούμε να το κλείσουμε σε κανόνες, δεν υπακούει σε αυτούς. Είναι απόλυτα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της πραγματικότητας.

Η ουσιαστική ηθική λοιπόν είναι η επαφή με την ίδια την φωνή της συνείδησής μας. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, διότι το εσώτερο καρδιακό αισθητήριό μας είναι επηρεασμένο από τις τρέχουσες απόψεις, από τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά δόγματα, από την ανατροφή μας, από την διάθεσή μας την κάθε στιγμή, από τις παραξενιές μας και γενικώς από αυτό που μας βολεύει. Ερευνώντας όμως σταθερά μέσα μας, με ειλικρίνεια, με επιμονή και σε συνάρτηση πάντα με την άμεση πραγματικότητα, κάνοντας ασφαλώς πειραματισμούς και λάθη, κατορθώνουμε σιγά σιγά να ξεδιαλύνουμε την φωνή της ηθικής μέσα μας και να αφουγκραζόμαστε τις υποδείξεις της. Θα διαπιστώσουμε ότι εμπεριέχει μεγάλη σοφία, σταθερότητα, αυστηρότητα και ευσπλαχνία ταυτόχρονα, όχι όμως κατάκριση και ενοχές, μεγάλη αγάπη και αποδοχή των άλλων και του εαυτού μας. Μια αίσθηση ισορροπίας ανιδιοτέλειας και πίστης. Μια εγγενή ικανότητα να βάζει κανείς τον εαυτό του στην θέση των άλλων. Διαφέρει πολύ από τα καθιερωμένα, τα καθώς πρέπει, τις θρησκοληπτικές ενοχικές φοβίες και τα πάντοτε ύποπτης προέλευσης "μη".

Όποιος κατορθώσει να ξεδιαλύνει την φωνή της πραγματικής του συνείδησης, ανάμεσα στις πολλές άλλες ξένες φωνές, θα βρει τον δάσκαλο μέσα του. Θα έχει μια ασφαλή πυξίδα που θα τον καθοδηγεί στις διάφορες περιστάσεις της ζωής του. Οι κανόνες και οι πάσης φύσης δεκάλογοι χρειάζονται σε εκείνους που δεν έχουν ζωντανή επικοινωνία με την φωνή της καρδιάς τους. Μας συγκρατούν από τον ηθικό κατήφορο, είναι όμως άκαμπτες δογματικότητες που πολλές φορές μας οδηγούν σε αδέξιες συμπεριφορές εκτός πραγματικότητας, ίσως και σε φανατισμό. Για να ακούσουμε την ζωντανή φωνή της καρδιάς μας πρέπει να ξεφύγουμε από τους δεκάλογους, από τον ασφυκτικό κλοιό της ανατροφής μας, από τον αρνητισμό των συναισθημάτων μας και από το βόλεμα της αυτοδικαιολογίας. Τότε τα ενδιαφέροντά μας διευρύνονται και μπορούμε να βλέπουμε τα πράγματα σφαιρικά. Δηλαδή να μπαίνουμε και στην θέση των άλλων πριν τους καταδικάσουμε και πριν σταυρώσουμε τους πάντες εκτός από τον εαυτό μας.

Δυστυχώς συνταγή για την εργασία αυτή δεν υπάρχει. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να υπάρξει, γιατί μια συνταγή προϋποθέτει τυποποιημένες συμπεριφορές και ερμηνείες. Όμως αν την εργασία αυτή την θελήσουμε και την πιστέψουμε τότε δεν θα αλλάξει μόνο το μέσα μας, αλλά και η εξωτερική μας ζωή. Θα έχουμε μια δημιουργική επίδραση στο περιβάλλον μας και θα το βοηθήσουμε να ξεφύγει από διάφορους εγκλωβισμούς και ηθικά ψευτοδιλήμματα. Ίσως τελικά να είναι σωστή η άποψη που ισχυρίζεται ότι ένα ηθικό δίλημμα δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα κακώς τοποθετημένο πρόβλημα. Αν ξεκαθαρίσουμε με απλότητα και αμεσότητα τις παραμέτρους ενός προβλήματος, αποφεύγοντας τις θεωρητικολογίες και το στενό ατομικό συμφέρον, τότε η λύση παρουσιάζεται μπροστά μας με σαφήνεια και το ηθικό δίλημμα αυτοκαταργείται.

ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;
Να μια ασυνήθιστη ερώτηση. Ποιος άραγε θα δεχόταν κάτι τέτοιο για τον εαυτό του; Κανένας δεν θέλει να σκοτώνονται άνθρωποι. Το θεωρούμε άδικο και αποτρόπαιο. Η αποστροφή μας όμως αυτή είναι, για τους περισσότερους, καθαρή υποκρισία. Δεν υπάρχουν πολλοί, εκατομμύρια ασφαλώς, που θέλουν να πάρουμε την Κωνσταντινούπολη; Πως θα γίνει κάτι τέτοιο; Χωρίς να ανοίξει μύτη; Πόσοι από εμάς κατά την διάρκεια του προβλήματος με το όνομα των Σκοπίων, δεν είχαν την φαντασίωση της ένδοξης εισβολής του ελληνικού στρατού στην γειτονική μας χώρα. Φτωχή κατά τα άλλα, με ανθρώπους που υποφέρουν περισσότερο από εμάς, με παιδιά που χαίρονται λιγότερο και με ηλικιωμένους που πεθαίνουν νωρίτερα επειδή δεν υπάρχει καλή περίθαλψη. Κατά τα άλλα τα χριστιανικά μας αισθήματα δεν ενοχλήθηκαν καθόλου από τις πολεμοχαρείς μας φαντασιώσεις.

Ας με συγχωρήσετε για την ακραία συναισθηματική οπτική γωνία από την οποία προσεγγίζω το θέμα αυτό. Έχει τα μειονεκτήματά της. Αλλά το να πιστεύει κανείς ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους αξίζει να σκοτώσει έναν άνθρωπο, το θεωρώ ως την μεγαλύτερη βαρβαρότητα. Είναι κάτι το υπανθρώπινο. Και μην βιαστείτε να προβάλετε το επιχείρημα της αυτοάμυνας. Μπαίνει κάποιος εγκληματίας στο σπίτι μας και θέλει να σκοτώσει την οικογένειά μας και οι συνθήκες είναι ακριβώς έτσι ρυθμισμένες, με μαθηματική ακρίβεια, ώστε αν δεν τον σκοτώσουμε εμείς θα μας σκοτώσει αυτός... και άλλες τέτοιες ανοησίες. Σε πόσους έχει συμβεί κάτι ανάλογο; Τον πόλεμο όμως τον θέλουν και τον δικαιολογούν οι περισσότεροι και μάλιστα στα καλά καθούμενα. Ιδίως οι θρησκευόμενοι. Αυτό είναι μια ακατανόητη αντίφαση, που ίσως βρίσκει την Φροϋδική της εξήγηση στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα.

Είναι απογοητευτικό να βλέπει κανείς την πλειοψηφία των ανθρώπων να υποστηρίζει τον πόλεμο, για τους δικούς τους συμπλεγματικούς λόγους. Έχω κατά νου τον τελευταίο πόλεμο στο Ιράκ και αναφέρομαι και στις δύο πλευρές. Εδώ στην Ελλάδα η πλειοψηφία των πολιτών ήταν εναντίον του πολέμου στο Ιράκ. Οι ίδιοι όμως άνθρωποι ήταν υπέρ της εισβολής στα Σκόπια, θέλουν την Κωνσταντινούπολη και ευχαρίστως θα ξεκινούσαν μαζικούς βομβαρδισμούς και εισβολές (αρκεί στον στρατό να μην υπηρετούσαν οι ίδιοι και τα παιδιά τους). Είμαστε λοιπόν εναντίον ενός πολέμου όταν αυτός δεν μας συμφέρει, ή δεν μας αφορά, και είμαστε υπέρ ενός άλλου πολέμου όταν κρίνουμε ότι αυτός συμφέρει. Άρα δεν βάζουμε πρώτα την ειρήνη αλλά το συμφέρον. Τον πόλεμο τον αποδεχόμαστε ή τον απορρίπτουμε ανάλογα με το συμφέρον. Έβλεπα τους πολιτικούς στην τηλεόραση, να εκφράζονται στην συντριπτική τους πλειοψηφία εναντίον του πολέμου αυτού, με το επιχείρημα ότι δεν συμφέρει στην χώρα μας. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που τον απορρίπτουν όχι γιατί δεν συμφέρει, αλλά γιατί σκοτώνονται και υποφέρουν οι συνάνθρωποί μας. Αυτοί απορρίπτουν όλους τους πολέμους, όλη την βαρβαρότητα, όλη την αθλιότητα της ανθρώπινης φύσης. Το να σκοτώσεις έναν άνθρωπο και μάλιστα εσκεμμένα μετά από οργανωμένη προετοιμασία μηνών ή ετών, έτσι όπως γίνεται στους πολέμους, είναι η πιο ανίερη πράξη. Όλα τα κίνητρα και όλες οι ιδεολογίες οι οποίες έμμεσα ή άμεσα υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, δεν μπορεί παρά να προκαλούν στον φυσιολογικό ψυχικά άνθρωπο τη βαθύτερη αηδία.

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Η ανθρωπότητα είναι διαιρεμένη σε πολλές χώρες, σε πατρίδες στις οποίες οι περισσότεροι από εμάς ανήκουν με πάθος. Γιατί άραγε έχουμε την ανάγκη να ανήκουμε κάπου; Θα έλεγε κάποιος ότι δεν ανήκουμε στον εαυτό μας. Γινόμενοι μέλη μιας ομάδας αποκτούμε ψευδή αίσθηση ασφάλειας, αξίας, κάποιας ταυτότητας και προσανατολισμού στην ζωή. Δεν είμαστε πλέον ο ασήμαντος κύριος τάδε, αλλά ένας Έλληνας, ένας Άγγλος, ένας Γερμανός, με μια μεγάλη ιστορία πίσω του και με ένα μέλλον που διαγράφεται πιθανώς ένδοξο. Λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο η ψυχολογία του όχλου, αν και μπορεί να είμαστε στο σπίτι μας μόνοι. Αποκτούμε όμως αυτή την αίσθηση της ασφάλειας και της αξίας. Είμαστε διαφορετικοί και καλύτεροι από τους άλλους.

Αυτοί οι άλλοι τώρα εκτός από άλλοι είναι μάλλον κατώτεροι και μάλλον απειλητικοί. Η τοποθέτησή μας σε κάποιο κομμάτι της κατακερματισμένης ανθρωπότητας, μας δίνει όλη αυτή την αίσθηση του μεγαλείου και του σκοπού, αλλά μετατρέπει όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους σε ξένους οι οποίοι μας ανταγωνίζονται και από τους οποίους κινδυνεύουμε. Πληρώνουμε έτσι ένα ακριβό τίμημα.

Η κατάσταση όμως είναι αυτή που είναι και εμείς ζούμε σε μια συγκεκριμένη χώρα. Τι πρέπει να κάνουμε; Θα πρέπει να σεβαστούμε την χώρα στην οποία ανήκουμε, να τηρήσουμε τους νόμους της, να εργαστούμε γι αυτήν με τιμιότητα και να της προσφέρουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε (σύμφωνα πάντα με την δική μας κρίση, διότι πολλοί θα μας πουν ότι προσφορά είναι να σκοτώσουμε σε κάποιον πόλεμο). Θα πρέπει επίσης να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για ό,τι έχει προσφέρει αυτή σε μας. Εμείς όμως σε ψυχολογικό επίπεδο ας διατηρήσουμε την απόλυτη ανεξαρτησία μας. Δεν θα ανήκουμε πουθενά, σε καμία ομάδα, σε καμία πατρίδα. Θα σεβαστούμε τους νόμους του κράτους στο οποίο ζούμε που είναι προϊόν κατακερματισμού της ανθρωπότητας, αλλά μέσα μας εμείς δεν θα είμαστε διαιρεμένοι. Ζούμε αναγκαστικά σε ένα εξωτερικό περιβάλλον διαίρεσης, αλλά για το μέσα μας είμαστε απολύτως υπεύθυνοι εμείς. Εκεί το αφεντικό είμαστε εμείς. Είναι στο χέρι μας η εξωτερική διαίρεση να μην εισχωρήσει μέσα μας.

Η επίτευξη αυτής της κατάστασης απαιτεί να γίνουν από μέρους μας κάποιες διεργασίες. Να τακτοποιήσουμε τις ανασφάλειές μας και το εσωτερικό μας κενό. Όσο αυτό το κενό υπάρχει εμείς θα τρέχουμε να το γεμίσουμε με οτιδήποτε άλλο εκτός από τη φωνή της συνείδησής μας. Όταν όμως το τρομακτικό και ταπεινωτικό εσωτερικό μας κενό εξαλειφθεί, όλα όσα αναφέραμε καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος. Η εξάλειψή του δεν σημαίνει την ανάπτυξη μιας αίσθησης ανωτερότητας και υπεροχής απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι υπεροψία. Σημαίνει όμως την ολοκληρωτική συμμετοχή μας στην προσωπική μας ζωή. Εκεί θα εκδηλωθούν οι όποιες ικανότητές μας και θα εκπληρωθούν οι βαθύτερες επιθυμίες μας, αν μπορούμε να τις ονομάσουμε επιθυμίες. Ίσως είναι προορισμός.

Η ολοκληρωτική αυτή συμμετοχή είναι στην πραγματικότητα η διαλογιστική κατάσταση. Είναι το δόσιμο της συγκεντρωμένης μας συνειδητότητας στην καθημερινότητά μας. Είναι η συγκέντρωση της προσοχής μας στο εδώ και τώρα, η οποία προκαλεί την διάλυση όλων των νοητικών εικόνων, διότι η πραγματικότητα η οποία πλημμυρίζει την συνειδητότητά μας γεμίζει την ψυχή μας και τις καθιστά πλέον άχρηστες. Τότε δεν έχουμε την ανάγκη να ανήκουμε πουθενά. Ακόμα και αν διαπιστώσουμε κάποια ενδεχόμενη εσωτερική φτώχια, το ίδιο το γεγονός της διαπίστωσης αυτής είναι ένας πλούτος. Δεν είναι ούτε εικόνα, ούτε ιδέα, ούτε φαντασίωση, ούτε συναισθηματισμός, διότι ο διαλογισμός όλα αυτά τα διαλύει. Όσο έχουμε μέσα μας τον πλούτο της επίγνωσης και της εσωτερικής σιωπής δεν μας χρειάζονται τα υποκατάστατα. Αυτό ακούγεται ίσως τρομακτικό. Όλα όσα πιστεύαμε έως τώρα ήταν υποκατάστατα; Όλα αυτά τα οποία αγαπήσαμε και με τα οποία γαλουχηθήκαμε; Αυτό ας το κρίνει ο καθένας μόνος του.

Ο άνθρωπος τότε διαπιστώνει ότι μέσα του δεν υπάρχουν πλέον πατρίδες, θρησκείες, ή ιδεολογίες και αυτή η απουσία τον κάνει να αισθάνεται όλους τους ανθρώπους σαν αδελφούς του. Αν θέλουμε να προσφέρουμε κάτι στην πορεία της ενοποίησης της ανθρωπότητας, που είναι πλέον μια σαφής και πραγματική δραστηριότητα, θα πρέπει να αρχίσουμε από τον εαυτό μας αποβάλλοντας ό,τι μας χωρίζει από τους άλλους ανθρώπους. Για να γίνει αυτό πρέπει να εξαλείψουμε τις βαθύτερες αιτίες που το προκαλούν, τις ανασφάλειες, τις φοβίες μας, τον ανταγωνισμό και την διαμάχη, τον εγωισμό μας και την μισαλοδοξία μας. Έτσι παύουμε να έχουμε την ανάγκη να ανήκουμε κάπου. Η εξαφάνιση αυτής της ανάγκης μας καθιστά πολίτες του κόσμου και αδελφούς με όλους τους ανθρώπους.

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Όλοι μας έχουμε συνηθίσει από το σχολείο, την οικογένεια, το κράτος να ακούμε ότι οφείλουμε σεβασμό στην παράδοση του τόπου μας. Είτε αυτή είναι πολιτιστική, είτε είναι θρησκευτική. Η προτροπή αυτή έχει κάτι το αυτονόητο από την εξής άποψη. Παράδοση είναι η κληρονομιά του παρελθόντος. Αναλογικά αντιστοιχεί με το προσωπικό μας παρελθόν, αν και η παράδοση είναι το ομαδικό παρελθόν. Στο προσωπικό μου παρελθόν λοιπόν, όταν ήμουν παιδί, πήγαινα στο σχολείο. Κάτι έχω κληρονομήσει από εκεί. Π.χ. την ικανότητα της ανάγνωσης. Ο σεβασμός προς το σχολείο λοιπόν είναι κάτι το φυσικό, παρ΄ όλο που το εκπαιδευτικό σύστημα ίσως μας έχει δημιουργήσει και προβλήματα. Απομονώνουμε τα προβλήματα και μένουν μόνο τα θετικά στην συνείδησή μας και τους αποδίδουμε τον πρέποντα σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

Φανταστείτε ότι για το σχολείο δεν τρέφουμε κανένα σεβασμό. Τότε δεν θα σεβόμαστε και την ικανότητα της ανάγνωσης που κληρονομήσαμε από αυτό, την οποία όμως χρησιμοποιούμε συνεχώς. Εδώ θα υπήρχε κάποια αντίφαση η οποία απλώς υποδηλώνει ότι είμαστε αχάριστοι. Άρα λοιπόν ένας ψυχικά υγιής άνθρωπος με την ιδιότητα του σεβασμού και της ευγνωμοσύνης, θα αποδώσει τις ανάλογες τιμές στην κληρονομιά και του προσωπικού, αλλά και του ομαδικού παρελθόντος.

Τι συμβαίνει όμως με την πάροδο του χρόνου; Ο άνθρωπος αυτός μεγαλώνει, εργάζεται, κάνει πιθανώς οικογένεια και έχει πολλά καθήκοντα να εκπληρώσει. Το σχολείο στο οποίο φοίτησε το σέβεται και αναγνωρίζει την προσφορά του, δεν είναι όμως δυνατόν να ξαναπάει σε αυτό. Η ζωή έχει προχωρήσει και τώρα οι συνθήκες, οι υποχρεώσεις και οι δυνατότητές του είναι διαφορετικές. Έχει να προσφέρει στα παιδιά του και στην κοινωνία, δεν μπορεί να ασχολείται με αριθμητική και γραμματική. Αυτό θα τον παρέλυε στην τωρινή του ζωή.

Ο σεβασμός λοιπόν δεν σημαίνει πισωγύρισμα. Ούτε σημαίνει αγκίστρωση στο παρελθόν. Φανταστείτε έναν εργαζόμενο, ή έναν πατέρα, ο οποίος αντί να συγκεντρωθεί στην δουλειά του και στην ανατροφή των παιδιών του, θα αναπολούσε συνεχώς τις σχολικές μέρες με νοσταλγία. Υπάρχει η έκφραση – γυρίζω σελίδα στην ζωή μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι την προηγούμενη σελίδα την περιφρονώ, αλλά ότι κοιτάω να ξεκολλήσω από το παρελθόν και να κινηθώ προς το μέλλον. Η υπερβολική εμμονή στην παράδοση (με το πρόσχημα του σεβασμού), από ορισμένους θεσμούς, όπως το κράτος και η εκκλησία, δείχνει μάλλον μια δυσκαμψία όσον αφορά την κίνηση προς το μέλλον. Μια ανασφάλεια, ίσως και κάποιο φόβο απώλειας της κεκτημένης εξουσίας. Αυτό έχει βάση κυρίως για τις οργανωμένες θρησκείες οι οποίες στο παρελθόν κυβερνούσαν σχεδόν τα πάντα. Το μέλλον όμως φαίνεται πως έχει την δυναμική να τους αφαιρέσει την εξουσία αυτή, γι αυτό υπάρχει και αυτή η παθολογική εμμονή στην παράδοση. Προσπαθούν να συγκρατήσουν ζωντανό το παρελθόν γιατί φοβούνται ότι θα τους νικήσει το μέλλον.

Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Πεθαίνουν. Στο παρελθόν βρίσκονται όλα τα νεκρά πράγματα. Η επίδρασή τους είναι ζωντανή μέσα στο παρόν, αλλά δεν υφίσταται αμιγής όπως ήταν κάποτε. Έχει υποστεί μια ας πούμε μετάλλαξη. Το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας ασφαλώς και είναι ζωντανό στο σήμερα, όχι όμως ακριβώς όπως υπήρχε τότε. Μέρος του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος ήταν και οι συνεχείς εμφύλιοι πόλεμοι. Αυτό το κομμάτι έχει ευτυχώς πεθάνει, έτσι ώστε αυτό που τώρα υπάρχει ως αρχαίο πνεύμα δεν είναι το ίδιο που υπήρχε τότε. Έχει αλλάξει από άλλες προσμίξεις, οι οποίες τελικώς εμπόδισαν τους εμφύλιους.

Φανταστείτε τώρα μια γυναίκα η οποία έχασε τον άνδρα της. Θα τον πενθήσει, αλλά κάποτε το πένθος θα ξεπεραστεί, θα βρει άλλον σύζυγο και όπως λένε θα ξαναφτιάξει την ζωή της. Αυτό δεν σημαίνει ότι τον προηγούμενο δεν τον σέβεται, ή ότι τον ξέχασε εντελώς. Σκεφτείτε όμως να λειτουργήσει όπως λειτουργεί η πολιτεία μας. Να διοργανώνει γιορτές και παρελάσεις προς τιμήν του αποθανόντος όπου θα αναβιώνει διάφορες συνήθειες της κοινής τους ζωής, ενώ είναι πλέον παντρεμένη με άλλον (ζωντανό), ο οποίος θα είναι υποχρεωμένος να υφίσταται αυτή την παρανοϊκή κωμωδία, ή τραγωδία. Δεν νομίζω ότι μια τέτοια γυναίκα θα μπορέσει να λειτουργήσει ως σύζυγος και μητέρα. Χρειάζεται ψυχίατρο. Αυτή όμως είναι και η συμπεριφορά της οργανωμένης πολιτείας μας και της θρησκείας μας. Μια παρελθοντολαγνεία σχιζοφρενικού τύπου. Από την μια μεγαλειώδη οράματα παγκόσμιας ενοποίησης και Ευρωπαϊκής ένωσης και από την άλλη αναβίωση ανόητων, σύμφωνα με την σημερινή πραγματικότητα εθίμων, τα οποία δημιουργήθηκαν από ανθρώπους υποτελείς στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αγράμματους και καταπιεσμένους. Τα έθιμα αυτά για τις τότε συνθήκες δεν ήταν καθόλου ανόητα, είχαν την αξία τους και ενδεχομένως περιέσωσαν πολλά πράγματα, τώρα όμως έχουμε την Ευρωπαϊκή ένωση, όχι την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Όταν ακούμε μια άποψη από κάποιον άλλον άνθρωπο δεν πρέπει να την δεχόμαστε ασυζητητί, αλλά να την περνούμε και από κάποια φίλτρα. Το ίδιο ισχύει και για τους λαούς. Δεν πρέπει να αφομοιώνουν χωρίς εξέταση όλες τις ξένες επιδράσεις. Ας δούμε ένα παράδειγμα. Ο γνωστός φυσικός Χώκινς είχε εκφράσει την άποψη ότι μετά από την δημοσίευση των θεωριών του ο Θεός έπαψε πλέον να είναι απαραίτητος. Υποθέτουμε ότι εννοούσε την απλοϊκή άποψη να αποδίδουμε στον Θεό ό,τι δεν έχει εξηγήσει η επιστήμη. Αυτός λοιπόν ισχυρίστηκε ότι εξήγησε τόσα πολλά, που δεν έχουν απομείνει άγνωστα φαινόμενα για να πούμε ότι τα προκαλεί ο Θεός. Βρήκε φυσικούς νόμους για τα πάντα (κάτι τέτοιο βέβαια δεν ισχύει, ήταν ένας ενθουσιασμός του ιδίου). Άρα ο Θεός σαν εξήγηση είναι περιττός. Αυτή η άποψη αν και εκφράζει κάποια ψυχολογική πραγματικότητα, χρειάζεται συζήτηση και αφομοίωση. Ίσως και κάποιες αντιστάσεις. Ποιες είναι λοιπόν οι αντιστάσεις του έθνους μας; Οι γιαγιάδες που πλέκουν στο τζάκι και τα δημοτικά τραγούδια; Θα αντιμετωπίσουμε λοιπόν την πυρηνική φυσική με τα κλαρίνα;

Όταν ένας οργανισμός, άνθρωπος, κοινωνία, εξελίσσονται, δεν απορρίπτουν τα προηγούμενα στάδια που έχουν πλέον ξεπεράσει, αλλά τα ενσωματώνουν διαφοροποιημένα και προσαρμοσμένα στην τρέχουσα κατάσταση. Ένας ενήλικας δεν διαγράφει την παιδική του ηλικία, προκειμένου να σταματήσει να παίζει με στρατιωτάκια και κούκλες, διότι θα ξεχάσει επίσης την ανάγνωση, την γραφή, την ομιλία και το βάδισμα. Όλα αυτά τα μαθαίνει ως παιδί. Άρα λοιπόν την παιδική μας ηλικία την έχουμε ενσωματωμένη μέσα μας, σαν μια θετική κληρονομιά. Όχι όμως όπως ακριβώς ήταν όταν την ζούσαμε αλλά διαφοροποιημένη, χωρίς παιδικά παιχνίδια, έχοντας το αποτέλεσμα όλων των βιωμάτων και των γνώσεων, συγχωνευμένο στην νοοτροπία του ενήλικα. Ενώ δηλαδή την ξεπερνάμε, ταυτόχρονα την χρησιμοποιούμε και ως στήριγμα της τωρινής μας ζωής. Όταν ανεβαίνουμε ένα σκαλοπάτι το προηγούμενο δεν το εξαφανίζουμε με περιφρόνηση, αλλά το αφήνουμε στην θέση του, γιατί στηρίζει μαζί με όλα τα άλλα την σκάλα. Βρισκόμαστε όμως σε επόμενο σκαλοπάτι και όχι στο προηγούμενο, κοιτώντας μπροστά και όχι πίσω. Αυτή είναι η υγιής ψυχολογική στάση. Ο παλιμπαιδισμός θεωρείται διαταραχή. Από παλιμπαιδισμό όμως πάσχουν οι κοινωνίες μας σε σχέση με το δικό τους παρελθόν.

Η κατάσταση αυτή της κοινωνίας μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο όταν ο καθένας από εμάς, ως άτομο, βρει τις ισορροπίες μέσα του. Όταν ξεκαθαρίσει τις σχέσεις του με το δικό του παρελθόν, όταν νοιώσει την απαραίτητη ευγνωμοσύνη προς τους γονείς του, προς την κοινωνία, προς τους πάντες και ταυτόχρονα μπορεί να κινείται προς το μέλλον, κάνοντας επαναστατικές αλλαγές μέσα του. Αυτά τα δύο φαίνονται αντιφατικά αλλά δεν είναι. Η αντίφαση υπάρχει μόνο στην μαθηματική λογική του ανθρώπου. Η λογική της καρδιάς μπορεί να τα συνδυάσει με μεγάλη ευκολία. Εισχωρώντας κανείς σε βάθος μέσα του φτάνει σε μια κατάσταση όπου μπορεί να ωφελείται από το παρελθόν και ταυτόχρονα, όταν χρειαστεί, να το ξεχνάει σαν να μην υπήρξε ποτέ, ώστε να ξεπεράσει τα παλιά σύνορα και να κινηθεί σε νέους χώρους.