Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

ΒΑΜΠΙΡ

Τοξικοί άνθρωποι: βγάλτε τους από τη ζωή σας!!!


105
Τοξικοί άνθρωποι: βγάλτε τους από τη ζωή σας!!!
Παντού γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που ρουφάνε όλη τη θετική μας ενέργεια, προκειμένου να τροφοδοτήσουν την ακόρεστη πείνα τους για απαισιοδοξία, αρνητισμό και καταστροφή.
Το αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε μονίμως συναισθηματικά εξαντλημένοι.
Αυτά τα «ψυχολογικά βαμπίρ» χαρακτηρίζονται συχνά από διαταραχές και έχουν την τάση να είναι:
– Άτομα αδιάκριτα, χωρίς όρια
– Άτομα με τάσεις υπερβολής που παρουσιάζουν κάτι ασήμαντο ως τραγικό
– Άτομα επικριτικά που βρίσκουν ελαττώματα στους πάντες και τα πάντα
– Άτομα που γκρινιάζουν συνεχώς που δεν ικανοποιούνται με τίποτα
– Άτομα αδιάλλακτα που δε συμφωνούν ποτέ με τους άλλους
– Άτομα απαιτητικά και επίμονα
– Άτομα αρνητικά και απαισιόδοξα
– Άτομα που δεν αποδέχονται τις ευθύνες τους και κατηγορούν πάντα τους άλλους για τις πράξεις και τα προβλήματά τους
Δείτε τρεις χρήσιμες στρατηγικές που θα σας βοηθήσουν να αντιμετωπίσετε ένα τέτοιο άτομο που υπάρχει στη ζωή σας.
1. Αναγνωρίστε τα σημάδια νωρίς
Η αρνητική φύση αυτών των ανθρώπων δεν είναι πάντοτε προφανής εκ πρώτης όψεως.
Οι ιδιοτροπίες τους μοιάζουν αρχικά ασήμαντες, οι ιστορίες τους μοιάζουν ενδιαφέρουσες και ο δραματικός τόνος στη φωνή τους μοιάζει θεατρικός. Σιγά-σιγά όμως αποκαλύπτεται το πραγματικό τους πρόσωπο και εσείς δεν πρέπει να αγνοήσετε τις ανησυχητικές ενδείξεις.
2. Περιορίστε τις επαφές
Από τη στιγμή που θα εντοπίσετε το «βαμπίρ», προσπαθήστε να περιορίσετε το χρόνο που περνάτε μαζί.
Εάν πρόκειται για ένα άτομο που βλέπετε συχνά, βάλτε τα όριά σας. Επειδή τα άτομα αυτά χώνουν τη μύτη τους παντού και παίρνουν την πρωτοβουλία να ανοίγουν συζήτηση, μην ξεχνάτε να τονίζετε ότι βιάζεστε τρομερά ή ότι έχετε πολλή δουλειά και πολλές υποχρεώσεις.
3. Μην πέσετε στην παγίδα τους
Όσο κι αν θέλετε να πιστέψετε ότι μπορείτε να βοηθήσετε αυτά τα άτομα, το πιο πιθανό είναι ότι δεν μπορείτε.
Οι χρόνια αρνητικοί άνθρωποι είτε αντιστέκονται στην εξωτερική βοήθεια, είτε «δημιουργούν» μονίμως νέα προβλήματα στη ζωή τους. Η λύση στο πρόβλημά τους είναι θέμα ειδικού κι έτσι πρέπει να κάνετε το παν για να προστατεύσετε τον εαυτό σας.
 Μην σπαταλάτε λοιπόν την θετική σας ενέργεια σε άτομα που δεν θα την εκτιμήσουν και αφιερώστε το χρόνο σας σε θετικούς ανθρώπους που θα σας γεμίσουν χαρά και ζωντάνια.

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

ΕΛΛΑΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η χρεωκοπία της Ελλάδας και η έλευση του μηχανισμού της Τρόϊκας οδήγησαν αναγκαστικά σε αποκάλυψη πληθώρας στατιστικών στοιχείων σχετικά με το εύρος,την δομή και την ποιότητα του δημόσιου τομέα. Σήμερα διαθέτουμε πληρέστερη εικόνα, και επομένως μπορούμε να εξαγάγουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα.
Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι η δομή της πολιτικής, της οικονομίας, της κοινωνίας και συνολικά του κράτους της Μεταπολίτευσης παρουσιάζει τεράστιες ομοιότητες με το σοβιετικό μοντέλο, και μάλιστα αυτό της ύστερης περιόδου του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Ποιά είναι τα στοιχεία σοβιετικού χαρακτήρα του κράτους της Μεταπολίτευσης;

1. Ο πρωτοφανής αριθμός δημοσίων υπαλλήλων του στενού και του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Η πρόσφατη απογραφή κατέγραψε 768.000 υπαλλήλους της γενικής διακυβέρνησης και άγνωστον ακόμα αριθμό υπαλλήλων των ΔΕΚΟ (προφανώς η μη καταγραφή τους έχει σημασία). Συνολικά ο αριθμός, σύμφωνα με τις πιο έγκυρες εκτιμήσεις, πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο του εργατικού δυναμικού της χώρας (περίπου 5.ΟΟΟ.ΟΟΟ), αναλογία τεράστια σε σχέση με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές οικονομίες. Το εύρος αυτό δεν εξυπηρετεί απολύτως καμμία λειτουργική ανάγκη και στην ουσία αποτελεί έναν σοβιετικού τύπου κρατικό τομέα. Σ’αυτόν κυριαρχεί ο ανθρωπολογικός τύπος του αυταρχικού έναντι του πολίτη,προστατευόμενου από κάποιον κομματικό μηχανισμό, ανεύθυνου, αντιπαραγωγικού, αναποτελεσματικού και εν πολλοίς διεφθαρμένου, αλλά και μη λογοδοτούντος και μη απολύσιμου δημοσίου υπαλλήλου. Η κυριαρχία της γραφειοκρατίας επισημάνθηκε από όλους τους αναλυτές του σοβιετικού φαινομένου ως κύριο συστατικό του, που τελικώς κατίσχυσε των σοβιέτ,του «κόκκινου στρατού» και των άλλων μηχανισμών της πρωτογενούς σοβιετικής εξουσίας. Στην Ελλάδα, ο τεράστιος κρατικός τομέας ναι μεν προέκυψε από την πελατειακή και λαϊκιστική δομή των κομμάτων της Μεταπολίτευσης, αλλά δεν συνάντησε κάποια σοβαρή πολιτική ή ιδεολογική αντίσταση, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία. Και πάντως το αποτέλεσμα ήταν μία δομή προσεγγίζουσα το σοβιετικό μοντέλο κράτους.
2. Η ύπαρξη σοβιετικού τύπου νομενκλατούρας, δηλαδή στρατιάς προνομιούχων κομματικών στελεχών (στις ΔΕΚΟ, αλλά και άλλων διεσπαρμένων σε όλον τον δημόσιο τομέα), με μισθούς διπλάσιους ή τριπλάσιους από αυτούς των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων και πολλαπλάσιων αυτών του ιδιωτικού τομέα (βλ. ακριβή μεγέθη στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10-12-2010). Η μισθολογική συντριβή του ιδιωτικού τομέα μπροστά στις μυθώδεις αμοιβές της νομενκλατούρας αποτελεί στοιχείο σοβιετικής αντίληψης και δομής.
3. Ο κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός, που δεν αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα την πλειοψηφία των εργαζομένων, και διευθύνεται από κρατικοδίαιτα κομματικά στελέχη, τα οποία ελέγχονται πλήρως από τους κομματικούς μηχανισμούς και μετά από πολυετή πορεία κομματικής αφοσίωσης αμείβονται με βουλευτικά και υπουργικά αξιώματα. Δεν υπάρχει καμμία ουσιώδης διαφορά από το σοβιετικό συνδικαλιστικό σύστημα, ελεγχόμενο από το κράτος και το κόμμα.
4. Η ολιγαρχική δομή διακυβέρνησης και η ύπαρξη στην πραγματικότητα ενός ενιαίου κομματικού οργανισμού, με αυτοαναφορικότητα, ελεγχόμενη κλειστή αναπαραγωγή με νεποτιστικά και ευνοιοκρατικά κριτήρια, υψηλό βαθμό διαφθοράς και ταυτόχρονα διοικητική αναποτελεσματικότητα. Η ύπαρξη διαφορετικών κομμάτων και οι ρητορικού επιπέδου διαφωνίες μεταξύ τους στην Μεταπολίτευση δημιουργούν επίφαση δημοκρατικού ανταγωνισμού και πολιτικού πλουραλισμού, ενώ στην πραγματικότητα τα στελέχη των κομμάτων αυτών συνεργάζονται στενά σε πελατειακό και επαγγελματικό επίπεδο (π.χ. ψηφίζουν πάντοτε από κοινού τις μισθολογικές τους αυξήσεις και όλα τα προνόμιά τους,καθώς και την ποινική τους ασυλία). Επίσης μοιράζονται τις ίδιες ακριβώς πελατειακές και διαχειριστικές πρακτικές, και ακολουθούν κοινά ήθη στην σχέση τους με τα ιδιωτικά συμφέροντα.
Αλλά και τα μικρά κόμματα παίζουν ρόλο απολύτως παραπληρωματικό στον δικομματικό άξονα εξουσίας, συμμετέχουν στα προνόμια και λειτουργούν ως άλλοθι. Υπάρχει δε και «καταμερισμός εργασίας», π.χ. μικρά κόμματα που λειτουργούν ως ψηφοδόχοι των δυσαρεστημένων από τα κόμματα εξουσίας,άλλα που επωμίζονται τον ιδεολογικό έλεγχο των πανεπιστημίων ή των αντιεξουσιαστικών-αναρχικών ομάδων κλπ. Αυτή η δομή δεν διαφέρει παρά μόνον επιφανειακά από το σοβιετικό πολιτικό σύστημα,το οποίο είχε ενσωματώσει σε μία μονολιθική δομή εξουσίας όλες τις τάσεις και τις αντίθετές τους.
Την διαφύλαξη του μονοπωλίου της εκπροσώπησης του εκλογικού σώματος το κράτος της Μεταπολίτευσης εμπιστεύθηκε σε εκλογικούς νόμους και εκλογικούς μηχανισμούς που αλλοιώνουν την λαϊκή προτίμηση και αποκλείουν κάθε περίπτωση ανάδειξης αντισυστημικών πολιτικών κινήσεων και προσωπικοτήτων.
5. Η απουσία διαχωρισμού των εξουσιών, κεντρικό χαρακτηριστικό του σοβιετικού συστήματος και βασική διαφορά του από τα δυτικά κράτη. Το κομματικό σύστημα επηρεάζει όλους τους επίσημους θεσμούς, την δικαιοσύνη μέσω του διορισμού της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, την βουλή μέσω της κομματικής πειθαρχίας, αλλά και τους ανεπίσημους,όπως τα ΜΜΕ, , ιδίως τα πιο ευπαθή, τα οποία επηρεάζει με κρατικές διαφημίσεις ή με άλλους αθέμιτους τρόπους.
6. Τα πανεπιστήμια της Μεταπολίτευσης δεν είναι ανεξάρτητοι οργανισμοί, όπως στην Ευρώπη, αλλά προέκταση του πολιτικού συστήματος. Στελεχώνονται με κομματικά στελέχη, αποκλείουν πρόσωπα μη ελεγχόμενα, αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία και αποτελούν φυτώρια κομματικών και συνδικαλιστικών στελεχών και γραφειοκρατών κακής ποιότητας, διαμορφώνοντας το ανάλογο ιδεολογικό και ηθικό κλίμα. Σε όλα αυτά δεν υπάρχει απολύτως καμμία διαφορά με το σοβιετικό μοντέλο ανώτατης εκπαίδευσης. Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά: ότι στα κομμουνιστικά πανεπιστήμια το «άσυλο», η βία και οι εμπρησμοί, οι ξυλοδαρμοί καθηγητών, η σταθερά επαναλαμβανόμενη καταστροφή της υποδομής, η πλήρης απουσία ιεραρχίας,ήταν αδιανόητα. Υπήρχε πειθαρχία και σκληρή μελέτη. Η αναπαραγωγή της σοβιετικής κυρίαρχης ιδεολογίας γινόταν στα πλαίσια κάποιας τυπικής τουλάχιστον ευρυθμίας και στοιχειώδους ακαδημαϊκής σοβαρότητας. Αυτή η ουσιώδης διαφορά οφείλεται στον πειθαρχημένο χαρακτήρα του ρωσσικού λαού και στον σεβασμό που επιδεικνύει προς την επιστήμη.
7. Η ποινικοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της επιχειρηματικότητας αποτελεί κοινό σημείο του σοβιετικού με το ελληνικό μεταπολιτευτικό μοντέλο. Με την λεπτή διαφορά ότι στην Ελλάδα η επιχειρηματικότητα δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο ιδεολογικής απέχθειας (ενάντια στα αφεντικά, τον ιμπεριαλισμό και τα εγχώρια όργανά του, τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό κλπ.). Αλλά συνοδεύεται και από χλεύη έναντι των κορόϊδων που εργάζονται σκληρά και προκόβουν στον ανταγωνιστικό κόσμο της ελεύθερης αγοράς, ενώ θα μπορούσαν να τακτοποιηθούν και να σιτίζονται σε κάποιο κρατικό πρυτανείο καλλιεργώντας τις κατάλληλες διασυνδέσεις (και βεβαίως με τις απαιτούμενες αντιπαροχές και δεσμεύσεις υποτέλειας). Αλλά και ο συρρικνωμένος και προβληματικός ιδιωτικός τομέας της Ελληνικής οικονομίας βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης-ομηρείας από το κράτος, μέσω των μηχανισμών της γραφειοκρατίας-διαφθοράς, των κρατικών προμηθειών, της μη πληρωμής των κρατικών προμηθευτών κλπ. Στην ουσία η ιδιωτική οικονομία περνάει από το κράτος-πολιτικό σύστημα-κομματικό σύστημα-κομματικό συνδικαλισμό.
8. Η ιδεολογική κυριαρχία του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού, σε διάφορες παραλλαγές, που λειτούργησε σε όλη την διάρκεια της Μεταπολίτευσης ως πραγματική επίσημη ιδεολογία. Όχι μόνον η πληθώρα μαρξιστικών ή μαρξιστογενών κομμάτων, γκρουπούσκουλων και παρεών αναπαρήγαγε μία μαρξιστική vulgata, αλλά και τα λεγόμενα αστικοφιλελεύθερα κόμματα διακατέχονταν από τον τρόμο των ίδιων τους των θέσεων και λειτουργούσαν σε ιδεολογικό επίπεδο απολογητικά έναντι της μαρξιστικής ρητορικής.
9. Τα γκουλάγκ συνιστούν ασφαλώς μία σοβαρή διαφορά ανάμεσα στο κράτος της Μεταπολίτευσης και την Σοβιετική Ένωση. Χωρίς να υπάρχουν κυριολεκτικά τα γκουλάγκ, οι εξουσιαστές της Μεταπολίτευσης εφηύραν έναν άλλον τρόπο εξουδετέρωσης των αντισυστημικών στοιχείων (διανοουμένων, πολιτικών, επιστημόνων, ηθικών στοιχείων κλπ.): αυτό που ο Χριστιανισμός αποκαλεί, με άλλη έννοια βέβαια, εγκόσμια εξορία. Οι αντιφρονούντες της Μεταπολίτευσης μπορούσαν να εκφράζονται ελεύθερα, να γράφουν ελεύθερα,να οργανώνονται ελεύθερα. Αλλά η δραστηριότητά τους περιβαλλόταν από μία υγιειονομική ζώνη σιωπής, με ολοκληρωτικό αποκλεισμό τους από τα συστημικά (κρατικά και διαπλεκόμενα ιδιωτικά) ΜΜΕ, τα κρατικά πανεπιστήμια, τον δημόσιο βίο γενικώτερα, ώστε η φωνή τους να εκπέμπεται σε κενό. Ταυτόχρονα, οι αντιφρονούντες λοιδωρούνταν ως γραφικοί, αντικοινωνικοί, μη συνεργάσιμοι, ακραίοι, εθνικιστές, ουτοπιστές κλπ. (βλ. το πρόσφατο βιβλίο μου ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ, εκδόσεις Παπαζήση,Αθήνα 2010). Έτσι το κράτος της Μεταπολίτευσης απέφυγε την θυματοποίηση και ηρωοποίηση των θυμάτων των γκουλάγκ της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και την μομφή του ολοκληρωτισμού.
10. Υπάρχουν πολλές αιτίες της χρεωκοπίας του κράτους της Μεταπολίτευσης. Η αποτυχία εγκαθίδρυσης σύγχρονου κράτους και κοινωνίας ευρωπαϊκού τύπου έχει σχέση ασφαλώς με τα κατάλοιπα της Τουρκοκρατίας, που εγκλώβισε τον Ελληνισμό σε μία δομή ασιατικού δεσποτισμού και την απέκοψε από την Αναγέννηση (η οποία είχε ήδη αρχίσει να συντελείται στο Ύστερο Βυζάντιο), τον Διαφωτισμό και την Βιομηχανική Επανάσταση. Επίσης σχετίζεται με το πελατειακό σύστημα, τις δομές υπανάπτυξης και την νοσηρή και εν πολλοίς εκούσια (διότι ήταν πιο εύκολο άλλοι να μας τρέφουν και να μας προστατεύουν από το να αναλάβουμε τις ευθύνες μας….) εξάρτηση του νεοελληνικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Όπως επίσης σχετίζεται με τις αποτυχία των μεταπολεμικών κυβερνήσεων να εκσυγχρονίσουν την χώρα. Υπάρχει όμως και μία πιο πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ερμηνεία, συμπληρωματική των προηγουμένων: η ιδεολογική επίδραση του μαρξισμού σε μεγάλο μέρος της ιθύνουσας τάξης.
Ήδη από την εποχή του στρατάρχη Παπάγου και της καραμανλικής ΕΡΕ, οι σημαντικώτεροι εκ των ιδεολογικών καθοδηγητών της μεταπολεμικής Δεξιάς προέρχονταν από το ΚΚΕ ή άλλα ακροαριστερά-τροτσκιστικά γκρουπούσκουλα του Μεσοπολέμου (Σάββας Κωνσταντόπουλος, Γεώργιος Γεωργαλάς, Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου κλπ.). Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών χρησιμοποίησε επίσης πρώην κομμουνιστές σε υπουργικά αξιώματα.
Κατά την Μεταπολίτευση,όπως έχει αποδείξει ο Χρήστος Πασαλάρης σε σχετική μελέτη του («Oι βαρώνοι των MEDIA- χθεσινοί και σημερινοί», εκδόσεις Λιβάνη), οι σημαντικώτεροι εκδότες είχαν υπάρξει στην νεότητά τους μέλη του ΕΑΜ ή του ΚΚΕ. Η γενιά του Πολυτεχνείου, το ΠΑΣΟΚ, ο Συνασπισμός, ο κόσμος των media, το πανεπιστημιακό κατεστημένο της Μεταπολίτευσης συγκροτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από πρόσωπα που είχαν υπάρξει μέλη του ΚΚΕ, του ΚΚΕ εσωτερικού ή άλλων αριστερών οργανώσεων. Η κοινωνικοποίησή τους και η πολιτικοποίησή τους εξελίχθηκε στο πλαίσιο της νεανικής τους στράτευσης σε οργανώσεις που υμνούσαν τον Λένιν, τον Στάλιν, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον Φιντέλ Κάστρο κλπ. Ακόμη και αυτοί που εξελίχθηκαν στους πιό διεφθαρμένους και αυταρχικούς εξουσιαστές της Μεταπολίτευσης, που μετεστράφησαν στην πράξη σε ταγούς του ληστρικού, ολιγαρχικού ψευδοκαπιταλισμού τριτοκοσμοικού τύπου, διατηρούσαν την ιδεολογική επίφαση του μαρξισμού, για να εξαπατούν τις μάζες και ίσως και τον εαυτό τους.
Κορυφαίο σημείο αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας του μαρξισμού υπήρξε η δικαίωση της κομμουνιστικής ανταρσίας της περιόδου 1944-1949. Τα ξερονήσια, η εξορία, οι φυλακές, το αντάρτικο κατέστησαν τίτλος τιμής. Η απόπειρα δηλαδή να επιβληθεί στην Ελλάδα διά της βίας, από μία οπλισμένη μειοψηφία ελεγχόμενη από την Σοβιετική Ένωση, κομμουνιστική δικτατορία, υμνήθηκε, οι ηγέτες της ανταρσίας αγιοποιήθηκαν, δημιουργήθηκε μαρτυρολόγιο θυμάτων της αστικής καταστολής, συγγράφηκαν αγιογραφικές βιογραφίες και επιστημονικοφανείς μελέτες, και φυσικά εξοβελίσθηκε κάθε αντίθετη φωνή ως αντιδραστική, φασιστική κλπ. Οι μη μαρξιστές λειτουργούσαν απολογητικά και αμυντικά έναντι του μαρξισμού. Η ιδεολογική κυριαρχία της αριστεράς έφθασε στο σημείο ώστε ο Κώστας Καραμανλής να υποχρεωθεί το 2004 να επισκεφθεί και να προσκυνήσει την Μακρόνησο ώστε να κερδίσει τις εκλογές χωρίς ιδεολογικές εντάσεις και επικίνδυνες αντιπαραθέσεις.
Η δικαίωση της ένοπλης κομμουνιστικής ανταρσίας και η εξύμνηση της προσπάθειας να καταλυθεί το αστικό κράτος και να καταστεί η Ελλάδα κομμουνιστική δικτατορία όπως η Βουλγαρία ή η Αλβανία, είναι φυσικό να αντιφάσκει,να υπονομεύει, να ακυρώνει ιδεολογικά και ηθικά, κάθε προσπάθεια συγκρότησης ευρωπαϊκού τύπου κράτους στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Δικαίωση των ηττημένων κομμουνιστών σημαίνει δικαίωση του σοβιετικού μοντέλου το οποίο αυτοί επεδίωκαν να επιβάλουν στην χώρα μας. Ή εν πάση περιπτώσει σημαίνει απέχθεια προς την εξέλιξη της χώρας σε σύγχρονη αστική δημοκρατία δυτικού τύπου.
Αυτή η ιδεολογική υπονόμευση διεπλάκη με οθωμανικές επιβιώσεις, πελατειακές δομές, τριτοκοσμικές κληρονομικές ολιγαρχίες και βαθύτατη ιδιοτέλεια και διαφθορά και παρήγαγε το χρεωκοπημένο κρατικιστικό μοντέλο της Μεταπολίτευσης, όπου στόχος όλων ήταν ο διορισμός στο πρυτανείο του Δημοσίου ή ακόμα χειρότερα η διαπλοκή με το δημόσιο, στην τελευταία του εκδοχή μέσω κοινοτικών προγραμμάτων και επιδοτήσεων, με εξαπάτηση της «αφελούς» Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έτσι η Ελλάδα παρήγαγε τα αρνητικά του καπιταλισμού ληστρικού τύπου(διαπλοκή, διαφθορά, υπερκαταναλωτισμός, χρηματιστηριακός τζόγος κλπ.), χωρίς τα θετικά του καπιταλισμού δυτικού τύπου (υψηλό βιοτικό επίπεδο υποστηριζόμενο από αντίστοιχα υψηλή παραγωγικότητα, λειτουργικό κράτος,υγιής υπέρ του καταναλωτή ανταγωνισμός, καινοτομία, έρευνα).
Επίσης παρήγαγε τα αρνητικά του σοβιετικού μοντέλου, όπως τα προαναφέραμε, χωρίς όμως και τα όποια θετικά (ανώτατη εκπαίδευση υψηλού επιπέδου, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, αποτελεσματική διπλωματία).
Το σοβιετικό μοντέλο αποδείχθηκε ότι όχι μόνον είχε ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά αλλά και δεν ήταν οικονομικά βιώσιμο, διότι η κρατικοποιημένη οικονομία ήταν ανίκανη να καλύψει τις ανάγκες του σοβιετικού πληθυσμού (αυτό ίσχυσε σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες όπου επεβλήθη ο κομμουνισμός). Απουσίαζε η επιχειρηματικότητα, η καινοτομία, το ρίσκο, η φαντασία, οι ανοιχτοί ορίζοντες, καθώς και το κίνητρο του κέρδους. Την χρεωκοπία του σοβιετικού μοντέλου το 1989 ακολούθησε η ραγδαία και συνολική κατάρρευση όλων των κομμουνιστικών καθεστώτων, πλην της Βόρειας Κορέας, ενώ η Κούβα και η Κίνα ακολούθησαν έναν ομαλότερο δρόμο προς τον καπιταλισμό, διότι οι ισχυρές ηγεσίες τους απέτρεψαν το χάος.
Το Ελληνικό μοντέλο, ένα υβρίδιο σοβιετικών αντιλήψεων, μεσαιωνικών επιβιώσεων και ληστρικού ψευδοκαπιταλισμού, χρεωκόπησε είκοσι χρόνια αργότερα, απλώς και μόνον διότι είχε την βαλκανική ευφυία να ενταχθεί οικονομικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς όμως ποτέ να προσαρμοστεί στον ευρωπαϊκό τρόπο του σκέπτεσθαι και του οικονομείν. Η αυταπάτη του, προϊόν αλαζονείας, ήταν ότι το παιχνίδι αυτό θα διαρκούσε εσαεί. Αλλά τέτοιου είδους φαυλοκρατικές ισορροπίες δεν διαρκούν αιωνίως, όπως γνωρίζει και ένας πρωτοετής φοιτητής Ιστορίας ευρωπαϊκού πανεπιστημίου.
Και, οπωσδήποτε, μία ιθύνουσα τάξη που διαμόρφωσε την ιδεολογική της συνείδηση με άξονα την απόρριψη της αστικής κοινωνίας και την καταγγελία του καπιταλισμού, είναι εντελώς – μα εντελώς – αδύνατον να συγκροτήσει σύγχρονο κράτος, στην θέση των ερειπίων της Μεταπολίτευσης.


κείμενο: ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος*

*Διδάκτωρ Κοινωνικών και Οικονομικών Επιστημών Πανεμιστημίου Γενέυης





Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις … είναι εντελώς συμπτωματική. Και σίγουρα το κείμενο δεν το γραψε μόλις χτες ο Καστοριάδης, όσο κοντινό κι αν μας φαίνεται
Απ’ όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές-, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ασημαντότητα.
Ας πάρουμε τη διαμάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Στις ημέρες μας έχει χάσει το νόημα της. Όχι επειδή δεν υπάρχει υλικό, για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, και μάλιστα μια πολύ σοβαρή διαμάχη. Αλλά επειδή τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα.
Στη Γαλλία το 1983 οι Σοσιαλιστές ακολούθησαν κάποια πολιτική. Μετά, ήρθε η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ακολούθησε την ίδια πολιτική. Μετά, ξανάρθαν οι Σοσιαλιστές με τον Μπερεγκοβουά και συνέχισαν την ίδια πολιτική. Μετά, ξανά η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ξανά η ίδια πολιτική. Μετά, ο Σιράκ κέρδισε τις εκλογές λέγοντας “εγώ θα κάνω κάτι άλλο” και, τελικά, έκανε κι αυτός τα ίδια.
Οι πολιτικοί είναι ανίσχυροι. Αυτό είναι βέβαιο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να “πηγαίνουν με το ρεύμα», δηλαδή να εφαρμόζουν μια υπερ-φιλελεύθερη πολιτική, η οποία είναι της μόδας. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για πολιτικούς αλλά για μικροπολιτικούς που επιδίδονται σε ψηφοθηρία με οποιοδήποτε μέσον, με το marketing, κ.λπ. Ουσιαστικά, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πρόγραμμα. Στόχος τους είναι: είτε η παραμονή τους στην εξουσία, είτε η επιστροφή τους σ’ αυτήν. Και για να τον πετύχουν, είναι ικανοί για όλα. Ο Μπιλ Κλίντον, για παράδειγμα, στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία αποκλειστικά και μόνον στις μετρήσεις· το επιτελείο του, σε κάθε περίπτωση, θεωρούσε ότι η επικρατούσα γνώμη μιας μέτρησης ταυτίζεται με την κοινή γνώμη…
Οπωσδήποτε, υπάρχει ενδογενής σχέση ανάμεσα στη μηδαμινή πολιτική αυτού του είδους -ουσιαστικά, πρόκειται για το μη γίγνεσθαι της πολιτικής- και στην ασημαντότητα που χαρακτηρίζει τους άλλους τομείς’ την ασημαντότητα στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία. Είναι το πνεύμα του καιρού μας. Όλα συνεργούν προς αυτήν την κατεύθυνση, προς τα ίδια αποτελέσματα. Όλα οδηγούν στην ασημαντότητα.
Περίεργο επάγγελμα η πολιτική, ακόμη κι αυτή εδώ η μηδαμινή πολιτική. Γιατί; Διότι προϋποθέτει δύο ικανότητες που δεν συνδυάζονται μεταξύ τους.
Η πρώτη ικανότητα είναι η κατάκτηση της εξουσίας (μπορεί να έχει κανείς τις καλύτερες ιδέες, αλλά αυτό δεν χρησιμεύει, εάν δεν έχει κατακτήσει την εξουσία).
Η δεύτερη είναι, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να την αξιοποιήσει κανείς, δηλαδή να κυβερνήσει.
Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι κάποιος που είναι ικανός να κυβερνήσει, είναι επίσης ικανός να ανέβει στην εξουσία. Στο παρελθόν, στις απόλυτες μοναρχίες, η άνοδος στην εξουσία προϋπέθετε να κολακεύει κανείς τον βασιλιά ή να είναι ευνοούμενος της Μαντάμ Πομπαντούρ.Σήμερα, στις ψευδοδημοκρατίες μας, η άνοδος στην εξουσία προϋποθέτει να κολακεύει κανείς την κοινή γνώμη ή να έχει τηλεοπτική φωτογένεια.
Χρησιμοποίησα τον όρο «ψευδο-δημοκρατία», διότι ανέκαθεν πίστευα και πιστεύω ότι η λεγόμενη “αντιπροσωπευτική δημοκρατία” δεν είναι αληθινή δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι της ελάχιστα αντιπροσωπεύουν τους εκλογείς. Κατά κύριο λόγο, αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, ιδιαίτερα συμφέροντα, λόμπυ, κ.λπ. ‘Οταν λέμε ότι κάποιος με αντιπροσωπεύει για τέσσερα χρόνια, χωρίς να έχω τη δυνατότητα ανάκλησης του, αυτό σημαίνει ότι απεκδύομαι της κυριαρχίας μου. (Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ το έχει πολύ καλά διατυπώσει: “οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, επειδή εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους κάθε πέντε χρόνια, πλην όμως είναι ελεύθεροι μόνον μία ημέρα κάθε πέντε χρόνια – την ημέρα των εκλογών».) Το πρόβλημα δεν είναι μήπως στις εκλογές γίνει νοθεία και αλλοιωθούν τα αποτελέσματα. Αλλού έγκειται το πρόβλημα. Οι εκλογές είναι υπονομευμένες, διότι οι επιλογές των ψηφοφόρων έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων.
s-ARISTOTEΘα σας θυμίσω μια φράση του Αριστοτέλη: “Ποιος είναι πολίτης; Πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί”.
Στη Γαλλία, υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια πολίτες. Γιατί δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν; Διότι όλη η πολιτική ζωή στοχεύει ακριβώς στο να μη μαθαίνουν οι πολίτες πώς να κυβερνούν και, τελικά, να εμπιστεύονται στους ειδικούς το έργο της διακυβέρνησης. Υπάρχει δηλαδή μια αντι-πολιτική εκπαίδευση. Ενώ οι άνθρωποι έπρεπε να αναλαμβάνουν όλων των ειδών τις πολιτικές ευθύνες και να παίρνουν ανάλογες πρωτοβουλίες, τελικά, εθίζονται στο να ακολουθούν και να ψηφίζουν τις πολιτικές επιλογές που άλλοι τους παρουσιάζουν έτοιμες.
Στις νεωτερικές κοινωνίες -ας πούμε από την εποχή της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης έως περίπου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- υπήρχαν φλέγουσες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Αυτούς τους δύο αιώνες τους σημάδεψαν σημαντικοί αγώνες. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν διαδηλώσεις. Όμως δεν διαδήλωναν απλώς για μια σιδηροδρομική γραμμή (χωρίς αυτό να είναι περιφρονητέο), αλλά για μεγάλα πολιτικά ιδεώδη. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν απεργίες. Όμως δεν απεργούσαν απλώς για τα μικρά συντεχνιακά συμφέροντα τους, αλλά για μεγάλα ζητήματα που αφορούσαν όλους τους μισθωτούς.
Σήμερα, παρατηρείται σαφής υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας. Όσο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την πολιτική δραστηριότητα και αποσύρονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, τόσο οι γραφειοκράτες και οι μικροπολιτικοί προελαύνουν. Και οι τελευταίοι έχουν για δικαιολογία ότι “ο κόσμος δεν κάνει τίποτα… γι’ αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουμε εμείς πρωτοβουλίες…”.
Με τη σειρά του ο κόσμος λέει ότι “δεν αξίζει τον κόπο να ανακατευόμαστε… φθάνουν τόσοι που ασχολούνται, στο κάτω-κάτω τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;…” Και έτσι δημιουργείται φαύλος κύκλος.
Η υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας συνδέεται και με την κατάρρευση των μεγάλοι πολιτικών ιδεολογιών, είτε επαναστατικών είτε ρεφορμιστικών, οι οποίες ήθελαν πραγματικά να αλλάξουν την κοινωνία. Για χίλιους δυο λόγους, αυτές οι ιδεολογίες έχασαν το κύρος τους- έπαψαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών, στις προσδοκίες των ανθρώπων, στην κατάσταση της κοινωνίας, στην ιστορική εμπειρία.
Η κατάρρευση του κομμουνισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένα κεφαλαιώδες γεγονός. Κατονομάστε μου όμως έστω έναν πολιτικό -για να μην πω πολιτικάντη- της Αριστεράς, ο οποίος πράγματι να συλλογίστηκε τι συνέβη και γιατί. Ποιος πολιτικός της Αριστεράς αποκόμισε κάποια διδάγματα από τα γεγονότα αυτά;
Κι όμως η πορεία του κομμουνισμού -η πορεία προς τη θηριωδία, τον ολοκληρωτισμό, τα Γκουλάγκ έως την κατάρρευση- απαιτεί οπωσδήποτε πολύ βαθύ στοχασμό και συναγωγή συμπερασμάτων. Στοχασμό, για το τι ένα κίνημα -που θέλει να αλλάξει την κοινωνία- μπορεί ή δεν μπορεί, πρέπει ή δεν πρέπει, οφείλει ή δεν οφείλει να κάνει. Στην προκειμένη περίπτωση οι κύριοι της Αριστεράς παίρνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδέν.
ron-mueck-hyper-realistic-sculptures-1Πώς δημιουργείται, λοιπόν, ο καλός πολίτης; Ποιες ιδιότητες πρέπει να διαθέτει; Πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις; Και τελικά, ποιοι πολίτες πρέπει να κυβερνούν; Αυτό το δίλημμα έχει τεθεί από τον Πλάτωνα.
Ο Πλάτων έλεγε ότι οι φιλόσοφοι -αυτοί που έχουν γενική θεώρηση των πραγμάτων και είναι πάνω από τους ειδικούς- πρέπει να βασιλεύουν, δηλαδή να κυβερνούν. Η εναλλακτική λύση στις θέσεις του Πλάτωνος είναι η αθηναϊκή δημοκρατία.
Ας πάμε στην Αθήνα του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Για τους Αθηναίους εκείνης της εποχής κάθε πολίτης, ανεξαιρέτως κάθε πολίτης, είναι ικανός να κυβερνήσει (θυμίζω ξανά τη διατύπωση του Αριστοτέλη: “πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί»).
Και πώς γίνεται αυτό; Με κλήρωση! Ρίχνουν κλήρο!
Γιατί; Διότι πιστεύουν έμπρακτα ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση των ειδικών. Διότι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική επιστήμη. Υπάρχει μόνον γνώμη – “δόξα”στα αρχαία ελληνικά- περί της πολιτικής. Και θέλω να υπογραμμίσω ότι η ιδέα πως η πολιτική δεν αποτελεί υπόθεση των ειδικών και πως όλες οι γνώμες έχουν ίσην αξία, είναι η μόνη λογική δικαιολόγηση της αρχής της πλειοψηφίας.
Στην αρχαία Αθήνα, λοιπόν, τις πολιτικές αποφάσεις τις παίρνει ο λαός και όχι οι ειδικοί. Υπάρχουν όμως και εξειδικευμένες δραστηριότητες. Οι Αθηναίοι ασφαλώς δεν ήταν τρελοί να νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα…
Τι έκαναν, τότε, οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας σε σχέση με αυτό το θέμα; Πώς το αντιμετώπισαν; Έκαναν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δημιούργησαν τις εκλογές. Σωστά ή λάθος, πάντως τις δημιούργησαν. Και αυτό είναι γεγονός ιστορικά τεκμηριωμένο.
Για τις εξειδικευμένες δραστηριότητες και μόνον γι’ αυτές -για την κατασκευή ναυπηγείων, για την ανέγερση ναών, για τη διεξαγωγή του πολέμου- χρειάζονται οι ειδικοί! Και αυτούς, τους ειδικούς, οι Αθηναίοι πολίτες τους εκλέγουν! Να ποιο είναι το νόημα των εκλογών. Διότι εκλογές σημαίνει εκλογή των καλυτέρων.
Αλλά πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Πώς επιτυγχάνεται η εκλογή των καλυτέρων; Εδώ υπεισέρχεται ο όρος «εκπαίδευση του λαού». Ο λαός καλείται να επιλέξει, να εκλέξει. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, εκλέγουν κάποιον για πρώτη φορά. ‘Εστω ότι κάνουν λάθος. ‘Εστω, ότι διαπιστώνουν, για παράδειγμα, πως ο Περικλής είναι ένας θλιβερός στρατηγός. Τι κάνουν σε μιαν τέτοια περίπτωση; Απλούστατα, δεν τον ξαναεκλέγουν ή τον ανακαλούν. Όμως, προκειμένου να έχει ουσία η γνώμη -η «δόξα»- των πολιτών για τα κοινά, θα πρέπει να έχει καλλιεργηθεί. Αλλά με ποιον τρόπο καλλιεργούν τη “δόξα” τους τη σχετική με τη διακυβέρνηση οι Αθηναίοι πολίτες; Μα βέβαια κυβερνώντας! Ως εκ τούτου, η αθηναϊκή δημοκρατία -και αυτό είναι το σημαντικό αποτελεί μια υπόθεση εκπαίδευσης και αγωγής των πολιτών. (Αυτή η καίριας σημασίας διάσταση, καθώς όλοι γνωρίζουμε, λείπει εντελώς σήμερα.)
Πρόσφατα, ένα γαλλικό περιοδικό δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας, σύμφωνα με την οποία το 60% των βουλευτών στη Γαλλία ομολογούν ότι δεν έχουν ιδέα από οικονομία! Πρόκειται για τους βουλευτές, που αποφασίζουν να αυξηθούν ή να μειωθούν οι φόροι, που αποφασίζουν συνεχώς, ενώ δεν έχουν ιδέα από οικονομία… Τελικά, οι βουλευτές, όπως και οι υπουργοί, είναι υπόδουλοι των τεχνικών συμβούλων τους. Συμβουλεύονται τους δικούς τους ειδικούς, πλην όμως έχουν και οι ίδιοι προκαταλήψεις ή προτιμήσεις.
Εάν παρακολουθήσετε από κοντά τη λειτουργία μιας κυβέρνησης ή ενός μεγάλου γραφειοκρατικού μηχανισμού, θα διαπιστώσετε ότι οι κυβερνώντες και οι υπεύθυνοι εμπιστεύονται τους ειδικούς. Ωστόσο, επιλέγουν πάντα εκείνους τους ειδικούς που συμμερίζονται τις δικές τους απόψεις. Πάντα βρίσκεται ένας οικονομολόγος που θα πει “ναι, κύριε υπουργέ, όπως το λέτε πρέπει να γίνει”. Πάντα βρίσκεται ένας ειδικός για θέματα στρατιωτικά που θα πει «ναι, χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός» ή «όχι, δεν χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός » και ούτω καθεξής… Πρόκειται για ένα εντελώς ανόητο παιχνίδι, πλην όμως έτσι κυβερνόμαστε σήμερα.
worry2bΕπανέρχομαι στο δίλημμα: «ο πολίτης πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις;». Η δική μου απάντηση: πρώτον, οι ειδικοί στην υπηρεσία των πολιτών και όχι στην υπηρεσία κάποιων πολιτικών δεύτερον, οι πολίτες κυβερνώντας μαθαίνουν να κυβερνούν… Αλλά, για να είναι σε θέση οι άνθρωποι να ασχοληθούν με τα κοινά, θα πρέπει να έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Όμως, η σύγχρονη παιδεία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό το αίτημα. Στο σχολείο, ουσιαστικά, παίρνουμε εξειδικευμένες γνώσεις. Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Στο σχολείο θα έπρεπε να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά τους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας.
Αλλά τι λέω τώρα… Εδώ τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμη και Ιστορία. Τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας, ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικό.
Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αληθινή εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει αλλαγή των θεσμών. Προϋποθέτει νέους θεσμούς που να επιτρέπουν -και όχι να αποτρέπουν, όπως οι σήμερον ισχύοντες- την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.
Ας εξετάσουμε, τώρα, για λίγο, τη σχέση του ανθρώπου με τη γνώση και με την πίστη. Στον 20ό αιώνα γνωρίσαμε την άκρατη κυριαρχία της ιδεολογίας -της ιδεολογικής πίστης- με την αυστηρή έννοια και, θα έλεγα, με την κακή έννοια του όρου.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη δεκαετία του ’70. Ας πάρουμε τις μαοϊκές ομάδες. Το πρόβλημα με τους μαοϊκούς δεν έγκειται στην άγνοια τους για το τι πραγματικά συνέβαινε στην Κίνα. Οι μαοϊκοί, είτε είχαν μυηθεί στο δόγμα από τους καθοδηγητές τους, είτε το είχαν δεχτεί από μόνοι τους χωρίς την παρεμβολή τρίτων. Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται στο ότι οι ίδιοι -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- αποδέχτηκαν μιαν τέτοιου τύπου χειραγώγηση. Γιατί; Για ποιον λόγο; Διότι ήταν ανάγκη να είναι χειραγωγημένοι. Διότι είχαν ανάγκη να πιστεύουν. Και αυτό ακριβώς το θέμα ήταν ανέκαθεν η μεγάλη πληγή του επαναστατικού κινήματος.
Η γνώση και η πίστη. Ο Αριστοτέλης, στον οποίο συνεχώς αναφέρομαι και για τον οποίο έχω απέραντο σεβασμό, έχει πει κάτι – δεν μπορώ να πω ότι είναι ανοησία, δεδομένου ότι πρόκειται για τον Αριστοτέλη, που δεν είναι σωστό: “ο άνθρωπος είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση”. Δεν συμφωνώ.
Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι ο άνθρωπος δεν είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση, αλλά ζώον το οποίο επιθυμεί την πίστη και, ακριβέστερα, τη βεβαιότητα μιας πίστης’ εξ ου η μεγάλη δύναμη των θρησκειών, εξ ου η μεγάλη δύναμη των πολιτικών ιδεολογιών.
Στο ξεκίνημα του, το εργατικό κίνημα χαρακτηριζόταν από έντονα κριτική στάση. Θυμηθείτε τους δύο πρώτους στίχους από το δεύτερο κουπλέ της Διεθνούς, που εξ άλλου είναι ο ύμνος της Κομμούνας: “δεν υπάρχει υπέρτατος Σωτήρας ούτε Θεός” (άρα, εξοβελίζεται η θρησκεία), “δεν υπάρχει Καίσαρ ούτε Αρχηγός” (άρα, έξω κι ο Λένιν)! Είδαμε όμως τι επακολούθησε …. Είδαμε πού οδήγησε η ανάγκη για πίστη… Άραγε, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί, γίναμε σήμερα τουλάχιστον λίγο πιο σοφοί; Νομίζω ότι η εξέλιξη στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και η εξέλιξη γενικώς της κοινωνίας έχουν συμβάλει, ώστε να αποκτήσουν οι άνθρωποι κάπως πιο κριτική διάθεση. Βέβαια, η ανάγκη για πίστη παραμένει. Υ’πάρχει πάντα ένα ποσοστό που διακαώς αναζητεί την πίστη’ μιαν πίστη. ‘Ετσι, βλέπουμε σε άλλες χώρες -όχι τόσο στη Γαλλία- φαινόμενα και, κινήματα, όπως η σαϊεντολογία, οι διάφορες σέχτες, ο φονταμενταλισμός.
Χωρίς αμφιβολία, σήμερα, η στάση των ανθρώπων είναι πιο κριτική και πιο σκεπτικιστική από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Είναι όμως μια στάση που αναστέλλει τη δράση.
Στο σημείο αυτό θα θυμήσω ότι ο Περικλής στον Επιτάφιο λέει στους Αθηναίους πως μόνον αυτοί έχουν κατορθώσει, ώστε η σκέψη τους να μην αναστέλλει τη δράση τους! Καταπληκτικό! Και προσθέτει: “εις τους άλλους, αντιθέτως, η μεν αμάθεια γεννά θράσος, η δε σκέψις ενδοιασμόν». (Θουκιδίδου Ιστορίαι, μτφ. Ελ. Βενιζέλου, Βιβλίο Β’, κεφ. 38-41.)
Τις τελευταίες δεκαετίες διανύουμε μιαν περίοδο κατάργησης των φραγμών και των ορίων σε όλους τους τομείς. Αυτό συνεπάγεται την επιθυμία του απεριόριστου. Πρόκειται για μια μορφή απελευθέρωσης, που υπό μιαν έννοια αποτελεί μεγάλη κατάκτηση. Πρέπει όμως επίσης να μάθουμε -και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία- να αυτοπεριοριζόμαστε, τόσο ως άτομα όσο και ως σύνολο. Η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι μια κοινωνία που από κάθε άποψη οδεύει προς την καταστροφή της’ μια κοινωνία ανίκανη να αυτοπεριοριστεί. Όμως μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία αυτόνομη, πρέπει να ξέρει να αυτοπεριορίζεται.
Ο αυτοπεριορισμός ισοδυναμεί με απαγόρευση, θα υποστηρίξουν ορισμένοι. Όχι. Δεν εννοώ απαγόρευση με την έννοια της καταστολής. Εννοώ, να ξέρουμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να τα επιθυμούμε ή που δεν πρέπει να τα κάνουμε.
Παράδειγμα, το περιβάλλον. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, στον οποίο ζούμε. Σκέφτομαι τα θαύματα: το Αιγαίο Πέλαγος, τις χιονισμένες οροσειρές, την «όψη» του Ειρηνικού ωκεανού από μια γωνιά της Αυστραλίας, το Μπαλί, τις Ινδίες, την επαρχία της Γαλλίας που την ερημώνουμε. Όσα θαύματα, τόσες καταστροφές. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, ενώ θα έπρεπε να είμαστε οι κηπουροί του. Θα έπρεπε να τον θεραπεύουμε, δηλαδή να τον καλλιεργούμε και να τον φροντίζουμε έτσι όπως είναι. Μια τέτοια δραστηριότητα θα έπρεπε να αποτελεί βάση και προσανατολισμό της ζωής μας. Αλλά αυτή είναι πολύ δύσκολη αποστολή.
Προφανώς όμως όλα τα παραπάνω δεν έχουν σχέση ούτε με το σημερινό σύστημα, ούτε με το σημερινό κυρίαρχο φαντασιακό. Το φαντασιακό της εποχής μας είναι το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης και της συσσώρευσης άχρηστων πραγμάτων… Δηλαδή; Δηλαδή, μια τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε κάθε δωμάτιο και ούτω καθεξής. Σ’ αυτό το φαντασιακό στηρίζεται το σύστημα. Και είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να καταστραφεί.
Τι θα μπορούσε λοιπόν να προτείνει κανείς για τη σημερινή κατάσταση, δεδομένου ότι είναι πολύ εύκολο να παρασυρθούμε, να αφεθούμε; (Ως γνωστόν, ο άνθρωπος είναι ζώον οκνηρόν.) θα καταφύγω και πάλι στους αρχαίους. Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Θουκυδίδη: “πρέπει να δικλέξουμε ανάμεσα στην οκνηρία και την ελευθερία»! Αλλά και ο Περικλής, εάν δεν κάνω λάθος, έλεγε στους Αθηναίους: «εάν θέλετε να είστε ελεύθεροι, πρέπει να εργάζεστε»!
Η ελευθερία είναι δραστηριότητα. Μια δραστηριότητα, η οποία ξέρει τα όρια της, ξέρει να αυτοπεριορίζεται. Η ελευθερία γνωρίζει ότι όλα μπορεί να τα κάνει, αλλά επίσης γνωρίζει ότιδεν πρέπει να τα κάνει όλα. Αυτό είναι, για μένα, το μεγάλο πρόβλημα της δημοκρατίας και του ατομικισμού.__
**************Castoriadis
Τον Νοέμβριο του 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δέχτηκε τον δημοσιογράφο Ντανιέλ Μερμέ και συζήτησε μαζί του -με αφορμή το βιβλίο του Η άνοδος της ασημαντότητας (La montee de Γ insigni- Gance., εκδ. Seuil, 1996)- στο πλαίσιο της εκπομπής La-has si j’y suis του δημοσίου ραδιοφωνικού σταθμού France Inter. Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Τον Δεκέμβριο του 1997, η France Inter επανέλαβε την εκπομπή με θλιβερή αφορμή τον θάνατο του. Τις επόμενες ημέρες πολλοί ακροατές τηλεφωνούσαν στον σταθμό και ζητούσαν το ((κείμενο της εκπομπής»’ το αίτημα τους ικανοποιήθηκε. Αυτή η η ραδιοφωνική συζήτηση δημοσιεύτηκε, με μορφή ενιαίου κειμένου, στην Ελευθεροτυπία (20.7.1998) και έναν μήνα αργότερα στη Monde Diplomatique (Αύγουστος 1998), ενώ το φθινόπωρο του ίδιου έτους κυκλοφόρησε σε μια μικρή έκδοση με τίτλο Υστερόγραφο στην ασημαντότητα (Post-scriptum sur Γ insignifiance, εκδ. L’Aube, 1998).
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Καστοριάδης – Υστερόγραφο στην ασημαντότητα Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις ... είναι εντελώς συμπτωματική. Και σίγουρα το κείμενο δεν το γραψε μόλις χτες ο Καστοριάδης, όσ...
ANHSYXIA.WORDPRESS.COM