|
|
|
|
|
Τελικά, εάν δεχθούμε τους ορισμούς της Φόρτσιουν για το μυστικισμό, ότι σε γενικές γραμμές αναζητά το Αληθινό / Αιώνιο συνεχώς και αγνοεί συνεχώς το Ψευδές / Πρόσκαιρο, τότε αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε πόσο δύσκολο είναι να είναι κάποιος μυστικιστής, ενώ ζει μέσα στην κοινωνία. Είναι αρκετά πιο εύκολο να είναι κάποιος μυστικιστής ενώ έχει αποσυρθεί από την κοινωνία. Δεν είναι αδύνατο, απλά δύσκολο. Φυσικά, δεν είναι εύκολο για κάποιον να είναι ούτε αποκρυφιστής και δεν επιθυμώ να θέσω το μυστικισμό σε υπέρτερη θέση σε σχέση με τον αποκρυφισμό δηλώνοντας ότι είναι δυσκολότερο να είναι κάποιος μυστικιστής, επιτρέποντας πιθανά σε οποιονδήποτε να συμπεράνει ότι πρέπει να είναι και καλύτερος ο μεν από τον δε. Δεν έγραψα κάτι τέτοιο και σαφώς, ούτε καν το υπαινίχθηκα. |
| Νομίζω ότι ο μυστικισμός δε χαίρει ουδεμίας συμπάθειας στο σημερινό κόσμο. Αρκετοί έχουν μία ακαθόριστη εικόνα για το μυστικισμό, όπως μονάζουσες καλόγριες με όρκους σιωπής ή Ανατολίτικους γιόγκι οι οποίοι τραγουδούν «Ωμ» για ατελείωτες ώρες. |
| θεωρώ σημαντικό να αναπτύσσει κάποιος και τις δύο όψεις του, όσο μπορεί, έως ότου δυνηθεί να επιλέξει εκείνη την ατραπό την οποία θεωρεί πιο ενδεδειγμένη. |
Σάββατο 14 Μαρτίου 2020
ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ESOTERIKA
Μυστικισμός και θρησκευτική πίστη
Μυστικισμός και θρησκευτική πίστη
Κ. Τσοπάνης Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων:
Ο μυστικισμός είχε να αντιμετωπίσει στην ιστορική του πορεία, ως φαινόμενο της θρησκευτικής σκέψης του ανθρώπου, εκτός της αντίδρασης που εκδήλωσε κατά καιρούς εναντίον του η κάθε επίσημη θρησκεία, ιουδαϊκή, χριστιανική, ισλαμική, κ.α. και τη θρησκευτική πίστη των πολλών ανθρώπων, η οποία συχνά δεν επιδίωκε την άμεση ένωση του ανθρώπου με το θείο και αντιστρατευόταν τις τακτικές και τις μεθόδους των μυστικιστών, αντιτάσσοντας σε αυτές την τυφλή πίστη στα δόγματα της επίσημης λατρείας.
Ο μυστικισμός είχε να αντιμετωπίσει στην ιστορική του πορεία, ως φαινόμενο της θρησκευτικής σκέψης του ανθρώπου, εκτός της αντίδρασης που εκδήλωσε κατά καιρούς εναντίον του η κάθε επίσημη θρησκεία, ιουδαϊκή, χριστιανική, ισλαμική, κ.α. και τη θρησκευτική πίστη των πολλών ανθρώπων, η οποία συχνά δεν επιδίωκε την άμεση ένωση του ανθρώπου με το θείο και αντιστρατευόταν τις τακτικές και τις μεθόδους των μυστικιστών, αντιτάσσοντας σε αυτές την τυφλή πίστη στα δόγματα της επίσημης λατρείας.
Έκσταση και ενόραση
Πολλές φορές ο μυστικισμός υποχώρησε, κρυμμένος στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, για να επανεμφανιστεί πιο δυνατός όταν οι περιστάσεις τον καλούσαν. Μια τέτοια έντονη επανεμφάνιση του μυστικισμού ζούμε σήμερα όπου πολλά ανήσυχα πνεύματα απορρίπτουν το σχετικό και ζητούν το απόλυτο. Τώρα ο όρος «Μυστικισμός» προέρχεται από το ρήμα μυέω-μυώ που σημαίνει καθοδηγώ κάποιον, του διδάσκω κάτι. Πολλές φορές μάλιστα οι μυούμενοι οδηγούνταν από τους μύστες στην αποκάλυψη έχοντας δεμένα τα μάτια τους. προκειμένου να μη δουν κατά την διάρκεια της μύησης ό,τι δεν έπρεπε. Από την φύση της λοιπόν η ίδια η λέξη έχει κάποια σχέση με το μυστήριο. Από την εμφάνιση του μυστικισμού ως «οδού θεογνωσίας», είτε μέσω της «έκστασης» είτε μέσω της «ενόρασης», έγιναν πολλές προσπάθειες τόσο για να εξιχνιαστεί η φύση του ως φαινομένου όσο και για να ανακαλυφθεί το τι ωθεί την ανθρώπινη ψυχή προς αυτόν. Έτσι μετά από πολύ έρευνα «έκσταση» ονομάστηκε η απομάκρυνση από την κανονική κατάσταση του ανθρώπου, η απότομη αλλαγή στη σκέψη ή τη διάθεσή του. Η λέξη σημαίνει επίσης κατάσταση δέους ή κατάπληξης, όπως όταν ο Ιησούς μιλούσε με τους μαθητές Του και οι θεατές εξίσταντο, «έμεναν έκθαμβοι». (κατά Λουκάν, β΄ 47). Μπορεί επίσης να σημαίνει υστερία ή παραφροσύνη, όπως στον Αριστοτέλη και στους ιατρικούς συγγραφείς. (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1149 b 35, εξέστηκε της φύσεως ώσπερ οι μαινόμενοι, Ιπποκράτης, Προρρητικόν, 2,9, αι…μελαγχολικαί αύται εκστάσεις οι λυσιτελέες…κ.λπ.) Επίσης. μπορεί να σημαίνει κατοχή του ανθρώπου είτε από θεϊκό πνεύμα (όπως στην περίπτωση των προφητών της Π. Διαθήκης) ή άλλο (όπως η έκσταση την οποία αποδίδει ο Ωριγένης στην Πυθία). (Ωριγένης, Κατά Κέλσου, 7.3.) Σε αυτήν την περίπτωση όμως δεν πρόκειται περί έκστασης που έχει σχέση με τη μυστική ένωση αλλά περί προσωρινής κατοχής, της γνωστής και ως «πνευματικής καταληψίας». Το υπερκόσμιο πνεύμα εισέρχεται στον άνθρωπο χωρίς να υψώνεται ο άνθρωπος πάνω από το σώμα του είτε με δικές του ενέργειες είτε με ενέργειες κάποιου άλλου.
Πολλές φορές ο μυστικισμός υποχώρησε, κρυμμένος στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, για να επανεμφανιστεί πιο δυνατός όταν οι περιστάσεις τον καλούσαν. Μια τέτοια έντονη επανεμφάνιση του μυστικισμού ζούμε σήμερα όπου πολλά ανήσυχα πνεύματα απορρίπτουν το σχετικό και ζητούν το απόλυτο. Τώρα ο όρος «Μυστικισμός» προέρχεται από το ρήμα μυέω-μυώ που σημαίνει καθοδηγώ κάποιον, του διδάσκω κάτι. Πολλές φορές μάλιστα οι μυούμενοι οδηγούνταν από τους μύστες στην αποκάλυψη έχοντας δεμένα τα μάτια τους. προκειμένου να μη δουν κατά την διάρκεια της μύησης ό,τι δεν έπρεπε. Από την φύση της λοιπόν η ίδια η λέξη έχει κάποια σχέση με το μυστήριο. Από την εμφάνιση του μυστικισμού ως «οδού θεογνωσίας», είτε μέσω της «έκστασης» είτε μέσω της «ενόρασης», έγιναν πολλές προσπάθειες τόσο για να εξιχνιαστεί η φύση του ως φαινομένου όσο και για να ανακαλυφθεί το τι ωθεί την ανθρώπινη ψυχή προς αυτόν. Έτσι μετά από πολύ έρευνα «έκσταση» ονομάστηκε η απομάκρυνση από την κανονική κατάσταση του ανθρώπου, η απότομη αλλαγή στη σκέψη ή τη διάθεσή του. Η λέξη σημαίνει επίσης κατάσταση δέους ή κατάπληξης, όπως όταν ο Ιησούς μιλούσε με τους μαθητές Του και οι θεατές εξίσταντο, «έμεναν έκθαμβοι». (κατά Λουκάν, β΄ 47). Μπορεί επίσης να σημαίνει υστερία ή παραφροσύνη, όπως στον Αριστοτέλη και στους ιατρικούς συγγραφείς. (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1149 b 35, εξέστηκε της φύσεως ώσπερ οι μαινόμενοι, Ιπποκράτης, Προρρητικόν, 2,9, αι…μελαγχολικαί αύται εκστάσεις οι λυσιτελέες…κ.λπ.) Επίσης. μπορεί να σημαίνει κατοχή του ανθρώπου είτε από θεϊκό πνεύμα (όπως στην περίπτωση των προφητών της Π. Διαθήκης) ή άλλο (όπως η έκσταση την οποία αποδίδει ο Ωριγένης στην Πυθία). (Ωριγένης, Κατά Κέλσου, 7.3.) Σε αυτήν την περίπτωση όμως δεν πρόκειται περί έκστασης που έχει σχέση με τη μυστική ένωση αλλά περί προσωρινής κατοχής, της γνωστής και ως «πνευματικής καταληψίας». Το υπερκόσμιο πνεύμα εισέρχεται στον άνθρωπο χωρίς να υψώνεται ο άνθρωπος πάνω από το σώμα του είτε με δικές του ενέργειες είτε με ενέργειες κάποιου άλλου.
Αυτό φυσικά δεν έχει σχέση με την χριστιανική «μυστική έκσταση», η οποία είναι περισσότερο «ενόραση», άπλωμα και παράδοση του εαυτού, έφεση προς την επαφή και ταυτόχρονα γαλήνη και πνευματική προσπάθεια προσαρμογής. Η ανθρώπινη ψυχή δεν εκμηδενίζεται αλλά ταυτίζεται με την θεϊκή της φύση. Όμως και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν σαφείς ομοιότητες με τις αποκαλούμενες παγανιστικές εμπειρίες. Η διαφορά και πάλι είναι ότι ο παγανιστής που επιδιώκει την ταύτιση, το κάνει για να αποκτήσει προσωπική δύναμη και μαγικοποιεί κάποιες λέξεις τις οποίες πιστεύει ικανές να προκαλέσουν την ένωση, κάτι που δεν απαντάται εν γένει στο Χριστιανισμό. Η μυστική ένωση είναι εμπειρία μικρής διάρκειας η οποία κατά κανόνα συμβαίνει μόνο ύστερα από μεγάλα χρονικά διαστήματα και πολύ κόπο. Η unio mystica η οποία αναγνωρίστηκε από την εκκλησία είναι μια στιγμιαία φώτιση που χορηγείται μόνο ευκαιριακά και ίσως μόνο για μία φορά κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Οποιαδήποτε ενέργεια και εάν ελευθερώθηκε οποιαδήποτε ασφάλεια και εάν δόθηκε, το ανθρώπινο όν που τη βίωσε δεν απέβαλε από τότε την ανθρώπινη κατάσταση του. Παρέμεινε κοινός θνητός που όφειλε να ολοκληρώσει την ζωή του στη γη. Σε αντιδιαστολή με αυτή την εμπειρία υπάρχει και η εμπειρία του αποκαλούμενου «αιρετικού μυστικού» ο οποίος αισθανόταν πως είχε πλήρως μεταμορφωθεί. Δεν είχε απλώς ενωθεί με το Θεό, είχε ταυτιστεί με τον Θεό και θα παρέμενε ταυτισμένος για πάντα.
Εκτός από την έκσταση και την ενόραση, που είναι τρόποι μυστικής ένωσης με το θεϊκό, υπάρχουν επίσης και δύο τύποι μυστικιστικής εμπειρίας. Η «εξωστρεφής» εμπειρία που στρέφεται προς τα έξω, μέσω των αισθήσεων και η «ενδοστρεφής» που στρέφεται προς τα έσω, μέσα στο νου. Και οι δύο κορυφώνονται στην αίσθηση ύστατης ενότητας με ό,τι εκείνος που την αισθάνεται θεωρεί δική του ένωση ή ακόμα ταυτότητα. Όμως, ο εξωστρεφής μυστικός. χρησιμοποιώντας τις φυσικές αισθήσεις του, αντιλαμβάνεται την πολλαπλότητα των εξωτερικών υλικών αντικειμένων να μετασχηματίζεται μυστικά, με αποτέλεσμα το Ένα, ή η Ενότητα, να ακτινοβολεί μέσω αυτών. Ο ενδοστρεφής μυστικός, αντίθετα, αναζητά, αποκλείοντας σκόπιμα τις αισθήσεις, να καταδυθεί στα βάθη του δικού του εγώ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πλωτίνου, για τον οποίον η διαδρομή της ψυχής είναι το ταξίδι της ανακάλυψης του εαυτού: «Θα φθάσει η ψυχή όχι σε κάτι άλλο αλλά στον εαυτό της…….τα πάντα βρίσκονται μέσα μας» (Πλωτίνος VI, ix, 11,38, III,viii, 6.40.) Ο ίδιος ο Πλωτίνος, ο τέλειος τύπος του ενδοστρεφούς μυστικού, μόνο τέσσερις φορές στη ζωή του «ανυψώθηκε στον πρωταρχικό και υπέρτατο Θεό μέσω του διαλογισμού και των μεθόδων που ο Πλάτων υποδεικνύει στο Συμπόσιον. (Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου, 23.7.) Ο Πλωτίνος περιγράφει αυτές τις περιπτώσεις λέγοντας ότι: «ξύπνησα έξω από το σώμα και μέσα στον εαυτό μου, κατέληξα να είμαι εξωτερικός για όλα τα άλλα πράγματα και να περιέχομαι μέσα στον εαυτό μου, όταν είδα μια υπέροχη ομορφιά και ήμουν πεπεισμένος, όσο ποτέ, ότι ανήκα στην ύψιστη τάξη, όταν απήλαυσα ενεργητικά την ευγενέστερη μορφή ζωής, όταν έγινα ένα με το Θείο και ισορρόπησα μέσα στο Θείο». (Πλωτίνος, IV, viii, 1.1.) Η προσέγγιση του Θείου κατά τον Πλωτίνο είναι αυστηρά νοητική και όχι σωματική όπως σε ορισμένες ανατολικές θρησκείες, ή μυσταγωγική όπως σε ορισμένους χριστιανούς μυστικούς. Δεν επιβάλλει ούτε ασκήσεις αναπνοής, ούτε ομφαλοσκοπία, ούτε υπνωτικές επαναλήψεις ιερών συλλαβών και καμία τελετουργία δεν απαιτείται για να προκαλέσει την εμπειρία. Για τον Πλωτίνο αυτή η εμπειρία είναι φυσικό γεγονός και όχι υπερφυσική χάρη, όπως στην χριστιανική και μουσουλμανική θεωρία. Επίσης είναι μη αμοιβαία, μονόπλευρη, μόνο από την ψυχή που αισθάνεται έρωτα προς το Ένα, το οποίο όμως δεν μπορεί να αισθανθεί επιθυμία, μια και η επιθυμία είναι σημείο ατέλειας.
Παρόλες λοιπόν τις προσπάθειες ερμηνείας του μυστικισμού υπάρχουν ακόμα και σήμερα μυστικιστικές εμπειρίες των οποίων ο θρησκευτικός χαρακτήρας είναι μεν αποδεκτός, αλλά η φύση τους παραμένει σκοτεινή και ακαθόριστη. Έτσι τελικά δόθηκε ένας κοινά αποδεκτός ορισμός, που μπορεί λίγο-πολύ να καλύψει το ευρύτατο πεδίο του μυστικισμού και ο οποίος είναι ο εξής: μυστικισμός είναι η πίστη στη δυνατότητα μιας προσωπικής και άμεσης ένωσης του ανθρώπινου πνεύματος με τη θεμελιώδη αρχή της ύπαρξης, ένωση η οποία αποτελεί ταυτόχρονα τρόπο ύπαρξης και τρόπο γνώσης διαφορετικό και ανώτερο από την κανονική ύπαρξη και γνώση.
Η εμφάνιση του μυστικισμού ως ατομικής εσωτερικής αναζήτησης του θείου προκάλεσε από την αρχή ακόμα αντιδράσεις όχι μόνο από μέρους των κατά καιρούς επίσημων ιερατείων αλλά και από μέρους της πλειοψηφίας των πιστών της κάθε θρησκείας στα πλαίσια της οποίας εμφανίζονταν ενίοτε οι μυστικιστικές τάσεις. Οι αντιδράσεις προέρχονταν από το γεγονός ότι οι μυστικιστές ήταν, ή τουλάχιστον εμφανίζονταν, ως οι «μύστες», οι μυημένοι δηλαδή σε κάποιες ανώτερες πνευματικές αλήθειες οι οποίες ήταν απρόσιτες στον πολύ λαό. Αυτός ο «πνευματικός ελιτισμός» που συχνά διέκρινε τους μυστικισμούς έγινε η αιτία να ενταθούν οι σχέσεις μεταξύ του ενίοτε μυστικισμού και της «κοινής θρησκευτικότητας», της πίστης των πολλών ανθρώπων δηλαδή. Το κύριο «όπλο» του μυστικισμού σεαυτήν την διαπάλη ήταν ότι εκείνος, σε αντίθεση με την κοινή θρησκευτικότητα, πρόσφερε μια άμεση μέθεξη του θεϊκού μέσω της μυστικής ένωσης.
Εδώ ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε ότι από την άλλη μεριά ο μυστικισμός ακόμα και όταν διατείνεται ότι θα απαλλάξει τον άνθρωπο από την μοίρα του, βρίσκεται στην πραγματικότητα και ο ίδιος υποκείμενος σε αυτήν την μοίρα. Η μυστική θρησκευτικότητα φέρει, όπως και κάθε άλλο δημιούργημα του ανθρώπινου πνεύματος, τη μορφή των ίδιων στιλιστικών και υφολογικών κατηγοριών, επειδή σχετίζεται απόλυτα με την ανθρώπινη ιστορία.
Θρησκευτική πίστη
Πέρα από τις, χωρίς αμφιβολία, ακραίες μυστικιστικές εκδοχές της πίστης, τον μυστικισμό δηλαδή, υπάρχει και μια ακόμα θρησκευτικότητα πολύ πιο συχνή, με μια πιο συνηθισμένη μορφή, η οποία κάποιες φορές μπορεί να είναι το ίδιο φλέγουσα, διακαής ή και βαθιά όπως και ο μυστικισμός, η οποία όμως αποφεύγει τις ελπίδες της ένωσης της ψυχής με τον Θεό, θεωρώντας τες αδύνατες, ή ακόμα και ιεροσυλία. Αυτή η θρησκευτικότητα παίρνει την μορφή της απλής «πίστης», και είναι ένα είδος πολυσύνθετο και περίπλοκο, στο οποίο ποικίλουν οι βαθμοί της έντασης. Η πίστη σαν ψυχική κατάσταση και σαν πνευματική πράξη ενέχει περισσότερο μια σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού, σαν υπάρξεις που παραμένουν παντοτινά εξωτερικές η μία προς την άλλη. Η θρησκευτικότητα την οποία συναντούμε σε κάθε βήμα στους όμοιους μας, είναι αυτού του τύπου της πίστης. Η «πίστη» δεν σημαίνει όμως μια θρησκευτικότητα απαραίτητα μετριοπαθή. Είναι αλήθεια ότι οι μειωμένες θρησκευτικές απαιτήσεις των καθημερινών ανθρώπων βρίσκουν μια ικανοποίηση κυρίως στα πλαίσια της πίστης, τον καιρό που ο μυστικισμός ζητά, προφανώς, μια εξαιρετική θρησκευτική ικανότητα. Αλλά και η θρησκευτικότητα του τύπου της απλής πίστης μπορεί να έχει ακραίες τάσεις. Για να σκιαγραφήσουμε την δύναμη μέχρι την οποία φθάνει συχνά η πίστη χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα τον πρώτο βιβλικό πατριάρχη τον Αβραάμ, ο οποίος όταν του ζητήθηκε δεν δίστασε να προσπαθήσει να θυσιάσει τον ίδιο του τον γιο τον Ισαάκ. Η πίστη του Αβραάμ δεν είναι καθόλου η επιδίωξη του ανθρώπου να ενωθεί με τον Θεό, αλλά ψυχική κατάσταση και πνευματική πράξη, πνευματικό γεγονός, χάρη στο οποίο ο άνθρωπος υπακούει, με πάθος και ίσως με πόνο και με τριγμό των οδόντων, αλλά γεμάτος από πίστη, στην θέληση του Θεού.
Πέρα από τις, χωρίς αμφιβολία, ακραίες μυστικιστικές εκδοχές της πίστης, τον μυστικισμό δηλαδή, υπάρχει και μια ακόμα θρησκευτικότητα πολύ πιο συχνή, με μια πιο συνηθισμένη μορφή, η οποία κάποιες φορές μπορεί να είναι το ίδιο φλέγουσα, διακαής ή και βαθιά όπως και ο μυστικισμός, η οποία όμως αποφεύγει τις ελπίδες της ένωσης της ψυχής με τον Θεό, θεωρώντας τες αδύνατες, ή ακόμα και ιεροσυλία. Αυτή η θρησκευτικότητα παίρνει την μορφή της απλής «πίστης», και είναι ένα είδος πολυσύνθετο και περίπλοκο, στο οποίο ποικίλουν οι βαθμοί της έντασης. Η πίστη σαν ψυχική κατάσταση και σαν πνευματική πράξη ενέχει περισσότερο μια σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού, σαν υπάρξεις που παραμένουν παντοτινά εξωτερικές η μία προς την άλλη. Η θρησκευτικότητα την οποία συναντούμε σε κάθε βήμα στους όμοιους μας, είναι αυτού του τύπου της πίστης. Η «πίστη» δεν σημαίνει όμως μια θρησκευτικότητα απαραίτητα μετριοπαθή. Είναι αλήθεια ότι οι μειωμένες θρησκευτικές απαιτήσεις των καθημερινών ανθρώπων βρίσκουν μια ικανοποίηση κυρίως στα πλαίσια της πίστης, τον καιρό που ο μυστικισμός ζητά, προφανώς, μια εξαιρετική θρησκευτική ικανότητα. Αλλά και η θρησκευτικότητα του τύπου της απλής πίστης μπορεί να έχει ακραίες τάσεις. Για να σκιαγραφήσουμε την δύναμη μέχρι την οποία φθάνει συχνά η πίστη χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα τον πρώτο βιβλικό πατριάρχη τον Αβραάμ, ο οποίος όταν του ζητήθηκε δεν δίστασε να προσπαθήσει να θυσιάσει τον ίδιο του τον γιο τον Ισαάκ. Η πίστη του Αβραάμ δεν είναι καθόλου η επιδίωξη του ανθρώπου να ενωθεί με τον Θεό, αλλά ψυχική κατάσταση και πνευματική πράξη, πνευματικό γεγονός, χάρη στο οποίο ο άνθρωπος υπακούει, με πάθος και ίσως με πόνο και με τριγμό των οδόντων, αλλά γεμάτος από πίστη, στην θέληση του Θεού.
Εάν οι μυστικιστικές επιδιώξεις μπορούν να γεννήσουν τόσες πολλές διαφορετικές παραλλαγές, είναι φυσικό ότι και η κοινή πίστη μπορεί να πάρει ένα μεγάλο φάσμα μορφών. Δεν είναι πολύ κοπιαστικό να αποδείξουμε ότι και οι μορφές της κοινής θρησκευτικής πίστης διαμορφώνονται από την απέραντη διαφορετικότητα των πνευματικών στυλ. Η περίπτωση του παρσισμού του Ζαρατούστρα, για παράδειγμα, στην οποία η θρησκευτικότητα δεν εκδηλώνει μυστικιστικές τάσεις και έχει μια εμφανή ροπή κοινής θρησκευτικής πίστης, δείχνει σε ποιο μέτρο αυτή η πίστη δέχεται τις βαθιές αποτυπώσεις του περσικού πνεύματος. Ο απέραντος ορίζοντας, η αισιοδοξία, ο εκδραματισμός, η μνημειώδης απλότητα, είναι όλοι εκείνοι οι παράγοντες του σκελετού της περσικής θρησκευτικότητας. Το γεγονός αυτό ωστόσο, της σύνδεσης της διδασκαλίας του με την περσική πολιτισμική ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης, δεν εμπόδισε τον Ζαρατούστρα να θεωρήσει την γνώστη διδασκαλία του ως άμεση αποκάλυψη από τον θεό του τον Ορμάζδ. (Αχούρα Μάζδα).
Υπάρχουν πολλές θρησκείες θεμελιωμένες στην πίστη ότι η βασική διδασκαλία τους είναι αποκαλυμμένη από τον Θεό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει κατά συνέπεια ότι η αυθεντία αυτών των δογμάτων, ως θεϊκών αποκαλύψεων, εμποδίζει τους ανθρώπους να τα εκφράσουν μέσα από το στυλ και το ύφος κάθε εποχής. Μια υφολογική ανάλυση μπορεί να αποδείξει ακριβώς την σύνδεση της θεϊκής αποκάλυψης με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες και απαιτήσεις εκ μέρους των ανθρώπων. Οι αναλύσεις αυτού του είδους συμπίπτουν όλες προς την ίδια κατάληξη: μια θεϊκή αποκάλυψη είτε θεωρηθεί γνήσια εν γένει, είτε όχι, προσαρμόζεται τόσο πολύ στις ανθρώπινες συνθήκες της εποχής κατά την οποία εμφανίζεται, ώστε γίνεται τόσο πολύμορφη όπως και τα δημιουργήματα και οι διδασκαλίες που είναι αποκλειστικά ανθρώπινης προέλευσης. Οι πιο ισχυροί σχηματισμοί της πίστης εμφανίσθηκαν στα πλαίσια του παρσισμού, του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ, του Χριστιανισμού και ούτω καθ’ εξής. Θα δούμε παρακάτω ότι και η εκάστοτε θρησκευτική πίστη όπως και ο μυστικισμός εξάλλου σχετίζονται στιλιστικά με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες.
Προφήτες στην Π. Διαθήκη
Για να εξηγήσουμε ακριβώς τι εννοούμε ας στρέψουμε το βλέμμα μας στη θρησκευτική ατμόσφαιρα της Παλαιάς Διαθήκης. Οι βιβλικές απόψεις περί της δημιουργίας του κόσμου, περί του πνεύματος του Θεού το οποίο πλέει πάνω από τα ύδατα, περί της δημιουργίας του παντός μέσα από μια σειρά θαυματουργών πράξεων, περί της δημιουργίας του ανθρώπου, περί του παραδείσου, περί της πτώσεως στην αμαρτία και της απομάκρυνσης των πρώτων ανθρώπων από τον παράδεισο, περί της αύξησης του ανθρώπινου είδους και της καταστροφής του από τον κατακλυσμό, – όλα αυτά τα μοτίβα, και πολλά άλλα, πρέπει να έρθουν στην μνήμη μας για να προξενήσουν μια βαθιά ηχώ στους υπόγειους θόλους της ψυχής μας και να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το κλίμα της εποχής κατά την οποία γράφτηκαν.
Για να εξηγήσουμε ακριβώς τι εννοούμε ας στρέψουμε το βλέμμα μας στη θρησκευτική ατμόσφαιρα της Παλαιάς Διαθήκης. Οι βιβλικές απόψεις περί της δημιουργίας του κόσμου, περί του πνεύματος του Θεού το οποίο πλέει πάνω από τα ύδατα, περί της δημιουργίας του παντός μέσα από μια σειρά θαυματουργών πράξεων, περί της δημιουργίας του ανθρώπου, περί του παραδείσου, περί της πτώσεως στην αμαρτία και της απομάκρυνσης των πρώτων ανθρώπων από τον παράδεισο, περί της αύξησης του ανθρώπινου είδους και της καταστροφής του από τον κατακλυσμό, – όλα αυτά τα μοτίβα, και πολλά άλλα, πρέπει να έρθουν στην μνήμη μας για να προξενήσουν μια βαθιά ηχώ στους υπόγειους θόλους της ψυχής μας και να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το κλίμα της εποχής κατά την οποία γράφτηκαν.
Οι Εβραίοι οι οποίοι έγραψαν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, διατηρώντας και καλλιεργώντας τις Γραφές, έσωσαν από τους πανάρχαιους μεσοποτάμιους πολιτισμούς ένα πλήθος από αρχαία μυθολογικά μοτίβα, τα οποία μετέδωσαν στους ευρωπαϊκούς λαούς οι οποίοι και παρήγαγαν εν μέρει από αυτά τους πολιτισμούς τους. Στην προϊστορική φάση, χαμένοι στην κοινή ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε στην Μικρά Ασία με την εξάπλωση των αρχαϊκών σουμεροακαδικών και βαβυλωνιακών πολιτισμών, οι Εβραίοι ήταν ένα πολυθεϊστικό γένος. Ακόμα και μόνο από τα αινιγματικά, από την πρώτη ματιά, υπονοούμενα, των πρώτων εντολών, γραμμένων από τον Μωυσή στις Πλάκες του Νόμου, προλέγεται ο αγώνας τον οποίον ο πρώτος και ο μεγαλύτερος προφήτης των Εβραίων, ήταν υποχρεωμένος να δώσει για την εδραίωση του Μονοθεϊσμού. «Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός Εμού». Για την πνευματική του δραστηριότητα ο Μωυσής βρήκε χωρίς αμφιβολία το έδαφος προετοιμασμένο από μια πατριαρχική παράδοση. Γιατί σύμφωνα με την παράδοση, πολύ προ του Μωυσή, τέθηκαν τα θεμέλια αυτής της ιδιαίτερης εβραϊκής συμφωνίας, «συμβολαιογραφικής» φύσεως, μεταξύ του Ιεχωβά και του εκλεκτού Του λαού, του Ισραήλ. Ας αποδώσουμε στην διαθηκική θρησκεία το νόημα, το οποίο αυτή πραγματικά είχε. Η μωσαϊκή θρησκεία, αντιληπτή ως υπόσχεση μεταξύ του Ισραήλ και του Ιεχωβά δεν ήταν από την αρχή ένας μονοθεϊσμός όπως είναι σήμερα. Η ουσία της διαγράφεται ακόμα σε ένα πολυθεϊστικό φόντο. Το φαινόμενο οδηγεί ακόμα μακρύτερα σε έναν ενοθεϊσμό. Ξέρουμε ότι στην προσευχή του ο βεδικός άνθρωπος απευθύνεται σε έναν θεό, επιλεγμένο από την μεγάλη πληθώρα των ινδικών θεών σαν να υπήρχε μόνο αυτός ο μοναδικός θεός, και συσσωρεύει επάνω στον προτιμούμενο θεό όλες τις αρετές, τις ιδιότητες και τα κατορθώματα των άλλων θεών. Στους παλαιούς Εβραίους διαπιστώνουμε ορισμένες ομοιότητες με αυτήν την κατάσταση. Ο Ιεχωβά θεωρείται από την γενιά του Ισραήλ ως ο μοναδικός Θεός, σαν να υπήρχαν και άλλοι θεοί. Ποιοι ήταν οι άλλοι θεοί; Σε πρώτη γραμμή ήταν οι θεοί των άλλων λαών. Ο Ιεχωβά φαίνεται κυριευμένος από την επιθυμία να επιβληθεί Αυτός μόνος ως μοναδικός Θεός, και γιαυτό επέλεξε έναν λαό, τον Ισραήλ. Ο Ισραήλ επέτυχε την εγγύηση και την υπόσχεση μιας κατάστασης χωρίς όμοιο της στον κόσμο μέσω της υπόσχεσης υποταγής και πίστης ενώπιον του Ιεχωβά. Είναι σαν ο Ιεχωβά προκειμένου να γίνει ο μοναδικός Θεός, να είχε ανάγκη από την αποκλειστική πίστη ενός λαού, του Ισραήλ. Και η υπόσχεση μεταξύ του Ισραήλ και του Ιεχωβά έγινε εν είδη συμβολαίου στην βάση της αρχής: «σου δίνω για να μου δώσεις».
Ο εβραϊκός μονοθεϊσμός, στην αρχή σχηματισμένος σε ένα πολυθεϊστικό φόντο, ραφινάρεται αργότερα, αναβαθμιζόμενος στη δική του γραμμή. Δανείστηκε μια φιγούρα που διατηρήθηκε αναλλοίωτη χάρη στις τρομερές κάποιες φορές και τρικυμιώδεις πάντοτε, κηρυγματικές δραστηριότητες των προφητών. Οι προφήτες μέσα από την εκστατική εμπειρία τους είναι οι εκπρόσωποι του μυστικισμού στην Παλαιά Διαθήκη. Η ψυχή των προφητών είναι το καμίνι του καθαρισμού και της ατσάλωσης της ιδέας της θεότητας. Μέσα από τη δραστηριότητα των προφητών βρήκε την έκφραση της μια σπάνια πορεία πνευματικοποίησης, εξαλείφοντας από τη μυθολογία τον ανθρωπομορφισμό και ξεριζώνοντας ολοκληρωτικά τον ζωομορφισμό. Αυτοί οι ίδιοι οι προφήτες, θεωρούνταν ένα είδος οργάνου του Θεού, ο οποίος θέλησε δυναμικά να αποκαλυφθεί, εκ διαλειμμάτων, στον εκλεκτό του λαό. Είναι θαρραλέοι υπερασπιστές της Ιεράς Υπόσχεσης, που δόθηκε μεταξύ Ισραήλ και Ιεχωβά. Όταν ο λαός ξεχνά, και αυτόν συνέβαινε αρκετά συχνά, την δέσμευση την οποία είχε δώσει, πέφτοντας στην δίνη των ανομιών, ο Ιεχωβά τον προειδοποιούσε με κάποιον προφήτη, τον ταρακουνούσε να θυμηθεί την διαθήκη, με τρομερούς λόγους που απειλούσαν το αίμα και το σπέρμα του Ισραήλ στους αιώνες των αιώνων.
Η διαμάχη των προφητών με τα αμαρτήματα του εκλεκτού λαού, περιέχει αφάνταστο πάθος, είναι πρωτόγονη και δραματική. Οι προφήτες όμως είναι πριν από κάθε άλλη πλευρά της δραστηριότητας τους προφήτες, και αυτή τους η ιδιότητα τονίζεται από την έξαρση με την οποία ανήγγειλαν το σχέδιο με το οποίο ο Θεός θα οδηγήσει τον λαό του για να νικήσει τον κόσμο. Από αυτήν την πλευρά της προφητικής δραστηριότητας παίρνει ύπαρξη ο μεσσιανικός μύθος, ο μύθος εκείνος με την όψη στραμμένη στο μέλλον, ενός Μεσσία, ενός απεσταλμένου και λειτουργού του Θεού, ο οποίος από στιγμή σε στιγμή θα έρθει. Ο μεσσιανικός μύθος αναφέρεται εξ’ ίσου στο ιστορικό πεπρωμένο του εκλεκτού λαού, όσο και σε ένα εσχατολογικό μέλλον – περί του τέλους του κόσμου. Βρίσκουμε ιδιαίτερα συχνούς υπαινιγμούς, συστάσεις και μεσσιανικές εξαγγελίες, στους στίχους του προφητάνακτος ψαλμωδού Δαυίδ και στις αποκαλύψεις του προφήτου Ησαΐα. – Για τους θαυμαστές των παραλληλισμών και των συγκρίσεων αναφέρουμε ότι στις αρχαϊκές μεσοποταμιακές λατρείες ο μύθος του σωτήρα ήταν πολύ διαδεδομένος και καλλιεργημένος με ιδιαίτερο ζήλο. Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι στην βαβυλωνιακό πολιτισμό ο μύθος του σωτήρα είχε στενή σχέση με την κυκλική και αστρολογική αντίληψη περί της πορείας των κοσμικών και ιστορικών γεγονότων. Στο τέλος κάθε ενός μεγάλου «κοσμικού έτους» ο κόσμος καταστρέφεται, και μια ανανεωτική θεότητα αναλαμβάνει την τύχη των ανθρώπινων πεπρωμένων και σώζει την ανθρώπινη ύπαρξη, κτίζοντας έναν νέο κόσμο από τα απομεινάρια του παλιού.
Ένας παρόμοιος σωτήρας, από τον οποίο ξεκίνησε μια παγκόσμια αναγέννηση, ήταν για παράδειγμα ο θεός Μαρδούχ, του οποίου η λατρεία ήταν αυταρχική και είχε το κέντρο της στην εκπληκτική πόλη της Βαβυλώνας. Το μεσσιανικό μοτίβο έχει στην βαβυλωνιακή θρησκεία έναν απροκάλυπτα αστρικό χαρακτήρα, κυκλικό-κοσμολογικό, μυθολογικό-θεϊκό, εκτεταμένο-γιγαντιαίο, υπεράνθρωπινο. Στην βαβυλωνιακή αντίληψη ο κόσμος παίρνει ύπαρξη, διαρκεί για ένα διάστημα, ξεπέφτει, καταρρέει, και τότε ένας θεός, ένας από τους πολλούς, μετατρέπεται σε σωτήρα του κόσμου, κυοφορεί μια νέα τάξη από τα απομεινάρια του γκρεμισμένου. Και το παιχνίδι αρχίζει από την αρχή σύμφωνα με ένα γιγάντιο ημερολόγιο, χωρισμένο σε συμπαντικά έτη. Ο μύθος είναι μνημειώδης χωρίς όμοιο και έχει μια εμφάνιση αστρολογική-χρονομετρική. – Το μεσσιανικό μοτίβο εμφανίζεται στους Εβραίους πολύ πιο εξανθρωπισμένο, συνδεδεμένο πρώτα από όλα με την ιστορία του ανθρώπου ή με την ιστορία κάποιων φυλών. Το μεσσιανικό μοτίβο δεν έχει στους Εβραίους χαρακτήρα κυκλικό, κοσμολογικό και αστρολογικό. Το πεπρωμένο του εκλεκτού λαού είναι αυτό που ενδιαφέρει από την αρχή έως το τέλος. Ο Μεσσίας θα έρθει για την σωτηρία του εκλεκτού λαού και για την εγκαθίδρυση μιας οριστικής κατάστασης. Το μεσσιανικό μοτίβο εμφανίζεται λοιπόν στους Εβραίους προσαρμοσμένο με τελειότητα στο πνευματικό και μονοθεϊστικό είδος της θρησκείας: ο Θεός είναι Ένας, ο Μεσσίας παρομοίως, και στο τέλος του κόσμου θα θριαμβεύσουν μια για πάντα.
Ο μοναδικός θρίαμβος του Μεσσία δεν θα ακολουθηθεί από μια νέα παρακμή ή μια νέα πτώση, όπως στην βαβυλωνιακή κυκλική αντίληψη, όπου τα κοσμικά έτη, με τους κόσμους και τους σωτήρες τους, αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο με κανονικότητα και ακρίβεια χρονομετρική των αστρικών κινήσεων και των ζωδιακών μετακινήσεων. Ο μεσσιανικός μύθος στους Εβραίους, εξανθρωπισμένος καθώς είναι, ιστορικοποιημένος, μοναδικός, συνδεδεμένος με το πεπρωμένο του ανθρώπου και κυρίως με εκείνο του εκλεκτού λαού, προϋποθέτει σαν υπόβαθρο μια θρησκεία διαθηκικής φύσης. Σίγουρα ο μεσσιανικός μύθος, απαγγέλλεται από μέρους των προφητών με προφορική αφθονία, αλλά μόνο μέσα από απερίγραπτα οράματα και υπαινιγμούς δύσκολους στην ψηλάφηση. Μέσα από τα μηνύματα τους απόκτησε μια παράξενη διαμόρφωση, κατά την διάρκεια της οποίας συμπεριέλαβε πολλά διφορούμενα. Έτσι οι πιο διαφορετικές ελπίδες αναζήτησαν μια δικλείδα στον μύθο, του οποίου κύριος συνεργάτης έγινε ο καιρός με τις καταστροφές του. Το μοτίβο του κοσμικού σωτήρα στον βαβυλωνιακό πολιτισμό είναι, είπαμε, υπερανθρώπινο. Για τους Βαβυλωνίους οι σωτήρες είναι θεοί, και δεν γνωρίζουν παρά μόνο τους δρόμους του θριάμβου. Ο ψαλμωδός Δαβίδ και ο προφήτης Ησαΐας αναγγέλλουν όμως την μελλοντική έλευση ενός Μεσσία, ο οποίος θα υποστεί πόνους και ταπεινώσεις. Το μεσσιανικό μοτίβο είναι εδώ βαθιά εξανθρωπισμένο, και τελικά προορισμένο για μια αιώνια εξέλιξη. Η ατμόσφαιρα της μεσσιανικής αναμονής ολοένα και δυνάμωνε ώστε την εποχή της γέννησης του Θεανθρώπου, του Ιησού από την Ναζαρέτ, έπρεπε να είχε λάβει κάποιες διαστάσεις πνευματικού πυρετού. Κατειλημμένος από το συναίσθημα της άμεσης έλευσης των γεγονότων ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής ανάγγειλε την άμεση εμφάνιση του Μεσσία, εκείνου ο οποίος «δεν θα βαπτίζει μόνον εν ύδατι αλλά και πνεύματι αγίω». Σε εκείνες τις πέριξ του Ιορδάνη ποταμού περιοχές και τις δυτικά της Νεκράς θαλάσσης, πρέπει να υπήρχαν πολλοί οικισμοί, χωριουδάκια με εστίες στις οποίες έκαιγε η φλόγα της αναμονής. Ένας μύθος, ζεσταμένος από την φλόγα που μεγάλωνε στις ψυχές για πολλούς αιώνες έπρεπε κάποια στιγμή να λάβει υπόσταση. Σε αυτήν την ατμόσφαιρα της έξαρσης και της λαχτάρας της αναμονής συνέβη κατόπιν ένα ιστορικό γεγονός μιας εντελώς εξαιρετικής σημασίας.
Ο μεσσιανικός μύθος έλαβε στην πραγματικότητα στην κατοχή του μια ανθρώπινη ύπαρξη και πραγματοποιήθηκε μέσω αυτής. – Η ζωή του Ιησού από την Ναζαρέτ, διηγημένη από τους Ευαγγελιστές είναι σίγουρα από πολλές απόψεις μια προσωποποίηση του μύθου. Από αυτό το γεγονός πολλοί βιάστηκαν να συμπεράνουν ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ σαν αληθινή ιστορική προσωπικότητα και να θέσουν το ζήτημα μεταξύ ιστορικού και βιβλικού Ιησού που βασάνισε την Δύση για αιώνες. Αλλά η ζωή του Ιησού διαπλάθεται μυθικά, επειδή ήταν ακριβώς η πραγματοποίηση ενός μύθου, μιας υπόσχεσης, η οποία φόρτισε με τον ηλεκτρισμό όλων των αναμονών τον αέρα για τόσους αιώνες. Ο μύθος, δημιουργημένος για να πραγματοποιηθεί, έπρεπε να πραγματοποιηθεί, ευθύς μόλις εμφανίστηκε η ύπαρξη η οποία είχε την υπερανθρώπινη δύναμη να τον ολοκληρώσει. Την εποχή εκείνη πρέπει να είχαν υπάρξει και πολλοί αποτυχημένοι «χριστοί», οι οποίοι κυριάρχησαν στις μεσσιανικές προσδοκίες και είπαν: «Εγώ ειμί! Εγώ ειμί ο αναγγελθείς!» – για να καταλάβουν την δεύτερη ημέρα ότι δεν είχαν την δύναμη που απαιτούσε ένα τέτοιο πεπρωμένο, και ότι οι ίδιοι δεν ήσαν παρά κάποιοι αποτυχημένοι. Με την εμφάνιση λοιπον του Ιησού Χριστού, αφού εκπληρώνεται στο πρόσωπο Του η μεσσιανική προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης, ο παλαιοδιαθηκικός προφητισμός λαμβάνει τέλος και στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο τελειώνει η μακρά αλυσίδα των βιβλικών προφητών, μιας και δεν είχαν πλέον λόγω ύπαρξης. Μέχρι τη γέννηση του Χριστού οι βιβλικοί προφήτες συντήρησαν την προφητεία αλλά και η προφητεία τους συντήρησε ως θρησκευτικό φαινόμενο και εκστατική μυστική θρησκευτική κατάσταση. Από εδώ και πέρα την θέση τους την παίρνει ο χριστιανικός μυστικισμός πλέον.
Ο χριστιανικός μυστικισμός
Εδώ πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ της θρησκείας του Ιησού, και της θρησκείας για την οποία ο Ιησούς ο ίδιος έγινε θρησκευτικό αντικείμενο. Η διάκριση είναι επιτρεπτή και δυνατή, αλλά τα όρια μεταξύ αυτών των δύο είναι πολύ αόριστα και ανακριβή. Η θρησκεία του Ιησού ήταν περιχαρακωμένη από την ιδέα ενός Θεού ως Πατρός του κόσμου, από την ιδέα μιας σχέσης εξαρτηματικής, θεμελιωμένης στην άμετρη αγάπη μεταξύ ανθρώπου και επουρανίου Πατρός, από την ιδέα ότι η επίγεια ζωή μεταμορφώνεται σε μια Βασιλεία του Θεού, μια «υπερκόσμια γη», από την ιδέα ότι οι άνθρωποι μεταξύ τους, ακόμα και οι εχθροί είναι αδέλφια, από την ιδέα ότι στον κόσμο το θαύμα είναι δυνατόν, αλλά κυρίως ότι πάνω από όλα τα θαύματα είναι το θαύμα της αγάπης του πλησίον, που εκδηλώνεται στον άνθρωπο.
Εδώ πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ της θρησκείας του Ιησού, και της θρησκείας για την οποία ο Ιησούς ο ίδιος έγινε θρησκευτικό αντικείμενο. Η διάκριση είναι επιτρεπτή και δυνατή, αλλά τα όρια μεταξύ αυτών των δύο είναι πολύ αόριστα και ανακριβή. Η θρησκεία του Ιησού ήταν περιχαρακωμένη από την ιδέα ενός Θεού ως Πατρός του κόσμου, από την ιδέα μιας σχέσης εξαρτηματικής, θεμελιωμένης στην άμετρη αγάπη μεταξύ ανθρώπου και επουρανίου Πατρός, από την ιδέα ότι η επίγεια ζωή μεταμορφώνεται σε μια Βασιλεία του Θεού, μια «υπερκόσμια γη», από την ιδέα ότι οι άνθρωποι μεταξύ τους, ακόμα και οι εχθροί είναι αδέλφια, από την ιδέα ότι στον κόσμο το θαύμα είναι δυνατόν, αλλά κυρίως ότι πάνω από όλα τα θαύματα είναι το θαύμα της αγάπης του πλησίον, που εκδηλώνεται στον άνθρωπο.
Η θρησκεία για την οποία το πρόσωπο του Χριστού έγινε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θρησκευτικό αντικείμενο, επικεντρώθηκε στην ίδια την εμφάνιση του Ιησού. Σε αυτήν την διαδικασία συνέβαλλε κατά τρόπο αποδοτικό ο απόστολος Παύλος. Ταυτόχρονα με την επικέντρωση στην ιστορική εμφάνιση του Θεανθρώπου Ιησού από την Ναζαρέτ, διακηρύχθηκε ένα νέο κέντρο της θρησκευτικής ζωής, ένας κόμβος πνευματικής ακτινοβολίας χωρίς όμοιο του στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο θρησκευτικός σεισμός που ξεκίνησε από εδώ αντανάκλασθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο και εξελίχθηκε μέχρι τις ημέρες μας σε πολύ διαφορετικές εκφάνσεις. Η θρησκευτική ζωή, μέσα από τις παραλλαγές της πίστης, και η θρησκευτική ζωή σαν μυστική επιδίωξη, άνθισαν πολλαπλά και σύνθετα μέσω των πιο λαμπρών αντιπροσώπων και στον χώρο του χριστιανισμού. Για πολλές φορές οι δύο εξεταζόμενοι τρόποι της θρησκευτικής ζωής, η κοινή θρησκευτική πίστη και ο μυστικισμός δηλαδή, αλληλοανέχθηκαν ο ένας τον άλλον βαδίζοντας παράλληλα, και κάποιες φορές έφτασαν σε μια θαυμαστή αλληλοεπίδραση, όπως στην ψυχή και το πνεύμα του Αποστόλου Παύλου. Άλλες φορές εκείνοι οι δύο τρόποι της θρησκευτικής ζωής κυριαρχούμενοι από πείσμα, αλληλοπολεμήθηκαν για την κυριαρχία του θρησκευτικού πεδίου.
Ο χριστιανικός μυστικισμός, με την κοινή σημασία του όρου, άργησε να εμφανισθεί, και ξεκίνησε από έναν μυστικισμό όπου η έκσταση είναι στην ουσία προσδεδεμένη και εξαρτημένη από την προφητεία. (Εδώ ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε έστω παρενθετικά ότι η «έκσταση» του προφήτη είναι μια ψυχολογική κατάσταση αρκετά διαφορετική από την «έκσταση» της μυστικής ένωσης.) Στον χριστιανικό μυστικισμό γίνεται βέβαια από την αρχή λόγος για θέωση ενώ ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμα στο κτιστό του σώμα αλλά κάτω από ισχυρή πλατωνική επίδραση. Ο Κλήμης (Στρωμματείς 7.11) χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο των παγανιστικών μυστηρίων, το οποίο προσαρμόζει στην χριστιανική θρησκευτική εμπειρία, μιλά συχνά για «την εποπτείαν Θεού» αλλά δεν ξεκαθαρίζει τι εννοεί με αυτό. Κάποιες αναφορές κάνει επίσης και ο Ωριγένης όταν λέει ότι: «Συχνά μάρτυς μου ο Θεός, αισθάνθηκα τον Νυμφίο να με πλησιάζει και να βρίσκεται μαζί μου, όσο μπορεί να συμβεί αυτό, ύστερα εξαφανιζόταν ξανά και δεν μπορούσα να βρω εκείνο που ζητούσα». (Ωριγένης Hom. In Cant., 1.7.) Ωστόσο ο ίδιος ο Ωριγένης άνοιξε τον δρόμο στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης τον οποίον επηρέασε έντονα και ο οποίος αποκαλείται και ο πρώτος χριστιανός μυστικός. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει την μυστική εμπειρία ως ξύπνημα από το σώμα ή ανάβαση σε παρατηρητήριο, ως συνείδηση της θείας παρουσίας, απόκτηση της ιδιότητας του θεϊκού φωτός και ταύτιση με αυτό το οποίο αντιλαμβάνεται. (Γρηγόριος Νύσσης, P.G. 44, 996 A-D., 44, 453 A., 44, 508 B., 44, 1000 AB., 44, 1001 BC., 46, 93 C., 46, 372 BC,)
Παρόλα αυτά για πολλούς θεολόγους ο μυστικισμός παρέμεινε μάλλον μια θρησκευτική ανωμαλία. Υπάρχουν θεολόγοι με βεβαιωμένη πνευματική έφεση, οι οποίοι θεώρησαν τον μυστικισμό, την μυστική κατάσταση, ως μια κατάσταση πολύ άμορφη και η οποία απαιτεί ελάχιστα ελεγχόμενες προϋποθέσεις για να μπορεί να υποκριθεί τον ρόλο του πηδαλίου και της ρίζας της θρησκευτικής ζωής. Όμως ο μυστικισμός, ακόμα, και όταν του αποδίδουμε την αληθινή σημασία της ελπίδας της ψυχής για την ένωση της με τον Θεό, δεν αποτελεί ένα ιδανικό αποδεκτό ως τέτοιο από όλους τους θρησκευόμενους ανθρώπους. Κανείς δεν θα υποστηρίξει, όσο και αν η διαφορετικότητα της ομολογίας μας θολώνει το βλέμμα, ότι ο Λούθηρος, για παράδειγμα, δεν ήταν ένας άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος. Είναι αλήθεια ωστόσο ότι ο Λούθηρος μίλησε άνευ περιστροφών με περιφρόνηση για τις μυστικές εκστάσεις, στις οποίες αμφισβήτησε κάθε σημασία. Ο Λούθηρος, και από αυτήν την άποψη μαζί του και ο Καλβίνος, εννοούν την θρησκευτικότητα υπό την μορφή της «πίστεως», σαν πνευματική πράξη κλεισμένη στον εαυτό της. Ο μυστικισμός συχνά περιφρονήθηκε σαν ένα απλό φαινόμενο σχεδόν ανυπόστατο. Ενώ λοιπόν ο μυστικισμός περιέκλειε ένα ανώτατο και αυτονόητο ιδανικό για την ινδική σκέψη και θρησκευτικότητα, ή, σε μια ιδιαίτερη παραλλαγή, για τους οπαδούς του Λάο-Τσε, στο χριστιανικό κλίμα είχε συχνά πολύ διαφορετική αντιμετώπιση.
Μυστικισμός και ανεξιθρησκία
Εάν παραδεχθούμε ως «μυστική», με την ευρύτερη έννοια, κάθε προσπάθεια να κατασκευαστεί μια ψυχολογική γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Θεότητα, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο μυστικισμός είναι ενδημικός σε όλη σχεδόν τη θρησκευτική σκέψη. Οι «μυστικές περίοδοι» ωστόσο ταυτίζονται κυρίως με τις περιόδους αναταραχής οι οποίες γίνονται αφορμή να γεννηθούν ορισμένες κινήσεις που μπορεί να ονομασθούν «μυστικιστικές». Συγκεκριμένες τέτοιες περίοδοι είναι, για παράδειγμα στην αρχαιότητα, ο 6ος αιώνας ΠΚΕ (Πυθαγόρας, Ορφισμός), η αμέσως μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο περίοδος (Πλάτων), ο 1ος ΠΚΕ αιώνας (Ποσειδώνιος και Νεοπυθαγορισμός) και ο 3ος αιώνας (Πλωτίνος, Νεοπλατωνισμός). Δεν πρέπει λοιπόν να μας ξενίζει το συμπέρασμα ότι «εξαθλίωση και μυστικισμός είναι συγγενή γεγονότα». Κάθε φορά που ο κόσμος φτωχαίνει σε ιδεολογικό επίπεδο και γίνεται ανασφαλής σε υλικό, καταστάσεις οι οποίες γεμίζουν με συναισθήματα φόβου και μίσους τις ψυχές των ανθρώπων, αντηχούν και πάλι τα λόγια του Αγαμέμνονα στον Όμηρο: «ας φύγουμε για την δική μας χώρα», (Ιλιάδα Β΄, 140), ερμηνευμένα από κάθε ανήσυχο πνεύμα ως πρόσκληση και υπόσχεση άμεσης διαφυγής από την ζοφερή επίγεια πραγματικότητα.
Εάν παραδεχθούμε ως «μυστική», με την ευρύτερη έννοια, κάθε προσπάθεια να κατασκευαστεί μια ψυχολογική γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Θεότητα, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο μυστικισμός είναι ενδημικός σε όλη σχεδόν τη θρησκευτική σκέψη. Οι «μυστικές περίοδοι» ωστόσο ταυτίζονται κυρίως με τις περιόδους αναταραχής οι οποίες γίνονται αφορμή να γεννηθούν ορισμένες κινήσεις που μπορεί να ονομασθούν «μυστικιστικές». Συγκεκριμένες τέτοιες περίοδοι είναι, για παράδειγμα στην αρχαιότητα, ο 6ος αιώνας ΠΚΕ (Πυθαγόρας, Ορφισμός), η αμέσως μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο περίοδος (Πλάτων), ο 1ος ΠΚΕ αιώνας (Ποσειδώνιος και Νεοπυθαγορισμός) και ο 3ος αιώνας (Πλωτίνος, Νεοπλατωνισμός). Δεν πρέπει λοιπόν να μας ξενίζει το συμπέρασμα ότι «εξαθλίωση και μυστικισμός είναι συγγενή γεγονότα». Κάθε φορά που ο κόσμος φτωχαίνει σε ιδεολογικό επίπεδο και γίνεται ανασφαλής σε υλικό, καταστάσεις οι οποίες γεμίζουν με συναισθήματα φόβου και μίσους τις ψυχές των ανθρώπων, αντηχούν και πάλι τα λόγια του Αγαμέμνονα στον Όμηρο: «ας φύγουμε για την δική μας χώρα», (Ιλιάδα Β΄, 140), ερμηνευμένα από κάθε ανήσυχο πνεύμα ως πρόσκληση και υπόσχεση άμεσης διαφυγής από την ζοφερή επίγεια πραγματικότητα.
Στην σημερινή εποχή, την εποχή της ανεξιθρησκίας, εκτός από την απομόνωση και την συνεχώς αυξανόμενη υλική και πνευματική ανασφάλεια των μεγαλουπόλεων, που προετοιμάζει το έδαφος στις ψυχές των ανθρώπων για «φυγή από την κοσμική πραγματικότητα», υπάρχει και ένας ακόμα λόγος που ευνοεί την ανάπτυξη του μυστικισμού σε βάρος της κοινής θρησκευτικής πίστης. Αυτός είναι η ισοπέδωση των διαφόρων πίστεων μέσα από την κατάργηση της θρησκευτικής αυθεντίας. Σε μια εποχή όπως η δική μας όπου πίσω από τα duty-free των ευρωπαϊκών αεροδρομίων μπορεί ο καθένας να βρει στριμωγμένα ένα καθολικό προσευχητάριο, ένα προτεσταντικό παρεκκλήσιο, μια συναγωγή, ένα μικρό τζαμί και ένα βουδιστικό χώρο λατρείας, -διευθέτηση υποδειγματική και δίκαιη αλλά συνάμα και αποκαλυπτική μιας κατάρρευσης της θρησκευτικής αυθεντίας η οποία υπήρξε η βάση της κοινής θρησκευτικής πίστης- τα ανήσυχα πνεύματα φυσικό είναι να στραφούν και πάλι προς εκείνο που χάθηκε μέσα από αυτήν την αλληλοσχετικοποιητική συγκατοίκηση των θρησκειών, προς το μυστήριο.
Παρόλο τον σεβασμό, για παράδειγμα, που έδειξε προς όλα τα θρησκεύματα η συμπροσευχή της Ασίζης, ωστόσο στέρησε από τον χριστιανισμό την ιερή και απαραβίαστη αρχή του: εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία (Extra Ecclesiam nulla sallus). Ένα από τα αόρατα προπύργια της Εκκλησίας μέσα στην συνείδηση του κάθε πιστού, η μεταφυσική αυθεντία, κλονίσθηκε και η εκκλησία τείνει να μετατραπεί σε μια ηθική αυθεντία ανάμεσα στις άλλες, γεγονός που απογοητεύει τους πιστούς. Υπάρχει επομένως στις ημέρες μας μια δυσφορία του πιστού που είναι πεπεισμένος στην καρδιά του ότι κατέχει την αλήθεια αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αναγκασμένος να την υποβιβάσει κοινωνικά στο επίπεδο της άποψης. Έτσι, όπως και άλλοτε, είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στην ατομική ευλάβεια ή την μητρική ζεστασιά μιας θρησκευτικής κοινότητας ή σέκτας όπου θα μοιραστεί μαζί με άλλους ανθρώπους την ίδια αφοσίωση σε έναν Θεό, πλάστη και κύριο του σύμπαντος, που ωστόσο δεν έχει καν το δικαίωμα να βγει από τον περίβολο της συναγωγής, του καθεδρικού ή του τζαμιού. Μπορεί να προσεύχεται σε όποιον θέλει αλλά η προσευχή του δεν πρέπει να έχει κοινωνικές συνέπειες. Μπορεί να ζει την πίστη του σαν μια απολυτότητα που δεν διαψεύδεται ή δεν αναιρείται, αλλά που όμως ισοπεδώνεται από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή μαζί με τις άλλες.
Γεννημένη από την φρίκη των θρησκευτικών διώξεων η ανεξιθρησκία δεν είναι τίποτα άλλο από την πρακτική έκφραση της απελπισίας. Οι άνθρωποι δεν συνεννοούνται παρά μετριάζουν τις πεποιθήσεις τους προκειμένου να μπουν στο κοινό καλούπι της απογοήτευσης. Η θλιβερή ειρωνεία αυτής της περιπέτειας είναι ότι προσπαθώντας οι σύγχρονοι καιροί να ψυχράνουν το φλογερό ποτάμι της πίστης προκειμένου να το διοχετεύσουν σε ρεύματα λιγότερο ορμητικά, απελευθέρωσαν κυρίως την δεισιδαιμονία. Κράτησαν από τις μεγάλες πίστεις όχι τον δυναμισμό και το ενωτικό πάθος αλλά τα χειρότερα ελαττώματα τους όπως την ευπιστία, την απλοϊκότητα, την μανία του εξωλογικού. Και αυτό συνέβη γιατί μπορεί η λογική να κλόνισε την πίστη, κλόνισε όμως ταυτόχρονα και την πίστη στην ίδια την λογική. Ο θρίαμβος της ανευλάβειας αντί να αποτελέσει αύξηση της ελευθερίας έγινε η παραμόρφωσή της και το βύθισμα της στον παιδισμό και στην άβυσσο φτηνών πολλές φορές μυστικισμών οι οποίοι «με τον έπαινό τους για την αγνότητα διεγείρουν κρυφά την ασέλγεια», όπως πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Νίτσε. Το ιερό μετά την απόρριψη του από τον σύγχρονο άνθρωπο μετενσαρκώθηκε σε μια γκροτέσκα παρουσία και το αποτέλεσμα θα είναι κάποια στιγμή να ζητεί ο άνθρωπος την επαφή μαζί του μέσω κομπιούτερ, όπως σήμερα συμβουλεύεται το ωροσκόπιο του. Ήδη ένα μεγάλο μέρος όσων ασχολούνται με τους υπολογιστές έχει ενσυνείδητα ή ασυνείδητα δραπετεύσει στην «δική τους χώρα» που δεν είναι τίποτα άλλο από τον πλασματικό κόσμο του κυβερνοχώρου. (Cyberspase) Η θρησκευτική μισαλλοδοξία επιτέλους νικήθηκε, δυστυχώς στην θέση της ήρθε η πνευματική αδιαφορία και απάθεια. Ο κόσμος ολόκληρος βλέπει με απογοήτευση όλες τις απόπειρες που έγιναν στο παρελθόν προκειμένου να εγκατασταθεί ο παράδεισος επί της γης, και οι οποίες κόστισαν πολύ ακριβά ιδίως σε ανθρώπινες ζωές, να έχουν καταλήξει στην πραγματική επικράτηση της κόλασης. Πολλά ελεύθερα πνεύματα έχοντας απορρίψει τους «θεούς της πόλεως» και μη βρίσκοντας κάποιον νέο θεό στο λίκνο ή στα σπάργανά του καταφεύγουν στο καθαρτήριο του εαυτούς του όπου δεν περιμένουν πια τίποτα, ούτε Σωτηρία, ούτε Υπέρτατο Αγαθό. Ως συνέπεια όλων αυτών, μέσα στην κυριαρχία της ανεξιθρησκίας, η πόρτα της ψυχής των ανθρώπων έχει ανοίξει και πάλι για τον μυστικισμό. Η σημερινή στροφή πολλών νέων προς τον αθωνικό κυρίως μοναχισμό από την μια αλλά και το θερμό ενδιαφέρον για τα ανατολικά θρησκεύματα από την άλλη μαρτυρεί του λόγου το αληθές.
Βιβλιογραφία:
Αγουρίδη Σάββα, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1985.
Βέλλα Β., Πίνακες ισραηλιτικής ιστορίας, Αθήναι 1956.
Του ίδιου, Εβραϊκή Αρχαιολογία, Αθήναι 1965.
Γαλίτη Γεωργίου, Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1991.
Loisy A., Les mystères païens et le mystère Chrétien, Paris 1930.
Cross, J., La Divinisation des chrétiens d’ après les pères grecs, 1938.
Dodds E.R., Pagan and Christian in an Age of Anxiety, Cambridge University Press, 1990.
Kirk, K.E., The Vision of God, 1931.
Momigliano A., The conflict between Paganism and Christianity in the Fourth Century, 1963.
Otto Rudolf, Mysticism East and West, 1932.
Stace W.T., Mysticism and Philosophy, 1960.
Zaehner, R.C., Mysticism Sacred and Profane, 1961.
Αγουρίδη Σάββα, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1985.
Βέλλα Β., Πίνακες ισραηλιτικής ιστορίας, Αθήναι 1956.
Του ίδιου, Εβραϊκή Αρχαιολογία, Αθήναι 1965.
Γαλίτη Γεωργίου, Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1991.
Loisy A., Les mystères païens et le mystère Chrétien, Paris 1930.
Cross, J., La Divinisation des chrétiens d’ après les pères grecs, 1938.
Dodds E.R., Pagan and Christian in an Age of Anxiety, Cambridge University Press, 1990.
Kirk, K.E., The Vision of God, 1931.
Momigliano A., The conflict between Paganism and Christianity in the Fourth Century, 1963.
Otto Rudolf, Mysticism East and West, 1932.
Stace W.T., Mysticism and Philosophy, 1960.
Zaehner, R.C., Mysticism Sacred and Profane, 1961.
© Κ. Τσοπάνης 2004
Αγ Συμεών ο θεολόγος τρεις τρόποι προσευχής
Αγ.Συμεών του νέου θεολόγου: Περί των τριών τρόπων της προσευχής

Περί των τριών τρόπων της προσευχής
Αγίου Συμεών νέου Θεολόγου
Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται· υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή· γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.
Περί της πρώτης προσευχής
Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία.
Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία.
Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί· κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια. Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα· άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου; Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσοχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος.
Περί της δεύτερης προσευχής
Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Όταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια· και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό· κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης.
Περί της δεύτερης προσευχής
Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Όταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια· και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό· κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης.
Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ' εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν. Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός· και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς.
Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.
Περί της τρίτης προσευχής
Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο· και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς· και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται· και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.
Περί της τρίτης προσευχής
Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο· και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς· και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται· και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.
Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό· αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους· πληγώνεται, και δεν το ξέρει· πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ' αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.
Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό· δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα· και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς, και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία· και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.
Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή· να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος, δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: «Είναι ωραία να είμαστε εδώ». Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο· και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.».
Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό, άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία· άλλοι, προσοχή· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι, νήψη και αντίρρηση· άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου· όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου»· λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί». Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί», και: «Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!», και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι· ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.».
Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα». Και οι θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό. Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης· και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.
Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα· συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου· και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω· κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις.
Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα· αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να ειδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού· γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».
Ερώτηση - Απόκριση
Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό;
Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό· δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα· και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς, και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία· και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.
Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή· να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος, δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: «Είναι ωραία να είμαστε εδώ». Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο· και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.».
Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό, άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία· άλλοι, προσοχή· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι, νήψη και αντίρρηση· άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου· όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου»· λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί». Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί», και: «Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!», και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι· ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.».
Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα». Και οι θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό. Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης· και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.
Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα· συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου· και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω· κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις.
Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα· αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να ειδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού· γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».
Ερώτηση - Απόκριση
Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό;
Απόκριση: Γιατί δεν τις μεταχειριζόμαστε με τη σειρά που πρέπει. Ο Ιωάννης της Κλίμακος αυτά τα παρομοιάζει με μία κλίμακα, λέγοντας: «Άλλοι περιορίζουν τα πάθη· άλλοι ασχολούνται με την ψαλμωδία και αφιερώνουν σε αυτή τον περισσότερο χρόνο· άλλοι καταγίνονται με τη νοερά προσευχή· και άλλοι ενατενίζουν στη θεωρία και ζούνε στο βυθό. Στο πρόβλημα αυτό ας χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα της κλίμακας.» Όσοι λοιπόν θέλουν να ανεβούν μία κλίμακα, δεν αρχίζουν από επάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω επάνω, και ανεβαίνουν το πρώτο σκαλί κι έπειτα το επόμενο κι όλα τα πιο πάνω· κι έτσι μπορεί κανείς να σηκωθεί από τη γη και ν' ανεβεί στον ουρανό. Αν λοιπόν θέλομε να γίνομε τέλειοι άνδρες με την πληρότητα του Χριστού, ας αρχίσομε σαν βρέφη την κλίμακα που είπαμε, ώστε με τις διάφορες μεθηλικιώσεις να φτάσομε διαδοχικά τα μέτρα του παιδιού, του άνδρα και του πρεσβυτέρου.
Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.
Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.
Δεύτερη βαθμίδα και μεθηλικίωση, που από έφηβο τον κάνει νέο πνευματικά, είναι η απασχόληση με την ψαλμωδία. Γιατί μετά τον κατευνασμό και τη μείωση των παθών, η ψαλμωδία προξενεί γλυκύτητα στη γλώσσα και λογίζεται ευάρεστη στο Θεό, αφού δεν είναι δυνατό να ψάλλομε στο Θεό σε γη ξένη, δηλαδή σε εμπαθή καρδιά. Τούτο είναι το σημάδι αυτών που προκόβουν.
Τρίτη βαθμίδα και μεθηλικίωση αυτού που από νέος γίνεται πνευματικά άνδρας, είναι η επιμονή στην προσευχή, που είναι σημάδι αυτών που έχουν προκόψει. Και διαφέρει η προσευχή από την ψαλμωδία όσο ο ώριμος άνδρας από το νέο και από τον έφηβο, ανάλογα με το βαθμό πού έχομε.
Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη· η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα. Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν' ανεβεί στην τελειότητα.
Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς· διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο. Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ' αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ' αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ' εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.
Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.
Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη· η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα. Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν' ανεβεί στην τελειότητα.
Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς· διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο. Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ' αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ' αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ' εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.
Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.
Όποιος λοιπόν τα μεταχειρίζεται αυτά ορθά και στον καιρό του το καθένα, αυτός μπορεί, μετά την αποβολή των παθών από την καρδιά του, και στην ψαλμωδία να επιδοθεί και ν' αντιπολεμήσει τους λογισμούς που ξεσηκώνονται μέσω των αισθήσεων και ταράζουν την επιφάνεια του νου, και στον ουρανό να υψώνει τα αισθητά μαζί με τα νοητά μάτια όταν χρειαστεί, και να προσεύχεται αληθινά και καθαρά· τούτο όμως να το κάνει σπάνια, για το φόβο των δαιμόνων που ενεδρεύουν στον αέρα. Γιατί τούτο μόνο ζητά ο Θεός από μας, να είναι καθαρμένη η καρδιά μας με τη φύλαξη· κι αν η ρίζα είναι αγία, καθώς λέει ο Απόστολος, φανερό είναι πως και οι κλάδοι είναι άγιοι κι ο καρπός. Χωρίς όμως τον τρόπο που είπαμε, όποιος σηκώνει τα μάτια και το νου του στον ουρανό και θέλει να φαντάζεται κάποια νοητά, αυτός σχηματίζει μέσα του είδωλα και όχι την αλήθεια· γιατί με το να είναι ακάθαρτη η καρδιά του δεν προκόβει ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προσοχή. Όταν δηλαδή θέλομε να κτίσομε ένα σπίτι, δε βάζομε πρώτα τη σκεπή κι υστέρα το θεμέλιο, γιατί τούτο είναι αδύνατο· αλλά πρώτα βάζομε το θεμέλιο κι ύστερα κτίζομε το σπίτι και τότε βάζομε και τη σκεπή. Έτσι πρέπει να κάνομε και σ' αυτά που λέμε. Πρώτα να βάλομε πνευματικό θεμέλιο, δηλαδή να φυλάξομε την καρδιά και να λιγοστέψομε σε αυτή τα πάθη· κι ύστερα να κτίσομε τους τοίχους του πνευματικού σπιτιού, δηλαδή να αποκρούομε με τη δεύτερη προσοχή τη θύελλα των πονηρών πνευμάτων που ξεσηκώνουν οι εξωτερικές αισθήσεις και να ξεφεύγομε το γρηγορότερο από αυτόν τον πόλεμο. Και τότε να στήσομε και τη σκεπή με την τέλεια στροφή προς το Θεό και την αναχώρηση, οπότε ολοκληρώνομε το πνευματικό μας σπίτι με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σε Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν
Αμήν
ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ -ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
Ορισμός – Χαρακτηριστικά
Σκοπός του Μυστικισμού είναι η βιωματική, υπαρξιακή αναζήτηση, η άμεση σχέση και η πνευματική ένωση με τον Θεό η το θείο· αυτή επιδιώκεται με αυτοσυγκέντρωση, προσευχή, απάθεια, θεωρία, έκσταση. Ο Μυστικισμός αποτελεί συνήθως το διαισθητικό στοιχείο στη θρησκευτική εμπειρία και εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις θρησκείες, από τις πιο πρωτόγονες έως τις πιο εξελιγμένες. Κάποτε αναπηδά μέσα από πετρώδεις περιοχές μιας εξωτερικής θρησκευτικότητας, δίνοντας νέα άνθηση στο θρησκευτικό αίσθημα.
Λόγω των ποικίλων μορφών με τις όποιες εμφανίζεται στην Ιστορία των Θρησκευμάτων και των αντιφατικών στοιχείων τα όποια κάποτε περιλαμβάνει, δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός. Κατά κανόνα ο Μυστικισμός, ο όποιος εκφράζει την άμεση εμπειρία και σχέση του ανθρώπου με το Άγιο, διαφέρει από την αποκρυφιστική μυστικοπάθεια και τις απόκρυφες δοξασίες και τεχνικές.
Η σχέση Μυστικισμού και οργανωμένης θρησκείας εμφανίζεται ιδιότυπη, ένα μείγμα σεβασμού και δυσπιστίας. Συνήθως, ένα αληθινά θρησκευόμενο πρόσωπο έχει φλέβα μυστική, και ένας δονούμενος από τη βίωση του Αγίου μυστικός είναι έντονα θρησκευτική προσωπικότητα. Παρά ταύτα δεν πρέπει να συγχέεται η εν γένει θρησκευτικότητα με τον Μυστικισμό. Η θρησκεία είναι ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο. Όπως, εξάλλου, υπάρχουν μορφές μυστικισμού μη θρησκευτικές.
Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τα χαρακτηριστικά του Μυστικισμού. Η W.R. Inge (1889) είχε διακρίνει: Πρώτον, την εσωτερική γνώση. Δεύτερον, την ησυχία. Τρίτον, την ενδοσκόπηση. Και τέταρτον, την περιφρόνηση και παραμέληση των υλικών πραγμάτων. Στον 20ό αι. ως χαρακτηριστικά του Μυστικισμού αναγνωρίζονται συνήθως τα επισημανθέντα από τον W. James (1902): 1. Το ανέκφραστο (ineffability). 2. Το νοητικό στοιχείο (noetic), εφόσον η μυστική εμπειρία επιζητεί μιά ολική αντίληψη του σύμπαντος, που ασφαλώς ανήκει στη νοητική σφαίρα. 3. Η παθητικότητα (passivity). 4. Η παροδικότητα (transiency). Τελευταίως, ο L. Duprey (1987) προτείνει στη θέση της παροδικότητας την έννοια της ρυθμικότητας (rythmic), διότι η εμπειρία αυτή επανέρχεται με κάποιο ρυθμό. Και ακόμη προσθέτει ως 5, την ολοκλήρωση (integration), διευκρινίζοντας ότι η μυστική συνείδηση επιτυγχάνει να υπερβεί διάφορες αντιθέσεις και με την ενόραση να τις συνθέσει.
Πολλοί υποστήριξαν ότι υπάρχει κοινός παρονομαστής κάτω από τις πιο ποικίλες μορφές Μυστικισμού. Όσο όμως και αν διαπιστώνονται κοινά γνωρίσματα στη μυστική εμπειρία διαφόρων θρησκευτικών συστημάτων, σοβαρές επίσης είναι και οι αποκλίσεις, οι ιδιαίτεροι χρωματισμοί. Η κάθε μυστική εμπειρία διατηρεί κάτι το ειδικό, το προσωπικό.
Μέσα στον θρησκευτικό μυστικισμό διακρίνονται καθαρά δύο ρεύματα: το ενα, που γενικά θα μπορούσε να ονομασθεί μονιστικής ή μονιστικιζούσης κατευθύνσεως (Νεοπλατωνισμός, ινδουιστική Αντβάιτα, Ταοϊσμός), και το άλλο το θεϊστικό, που αναπτύχθηκε στις προφητικές θρησκείες. Στο πρώτο, το μυστικό βίωμα κορυφώνεται στον πλήρη αφανισμό του ανθρώπινου εγώ μέσα στην απόλυτη Αρχή ή το θείο Πνεύμα. Στο δεύτερο, η ανθρώπινη προσωπικότητα εξυψώνεται και διατηρείται ενωμένη με τον Θεό. Ανάλογα με τον βαθμό της συμμετοχής του Μυστικού στη διαδικασία για την επιστροφή του στον Θεό, ο Μυστικισμός εμφανίζεται ως ενεργητικός, θεωρητικός ή ησυχαστικός.
Ως προς τους εξωτερικούς τύπους, διακρίνονται:
1. Θεωρητικές και διανοητικές μορφές Μυστικισμού, στις όποιες αναζητείται μια συνεκτική ενότητα. Και εδώ αναπτύχθηκαν ήπιοι η ακραίοι, εξωστρεφείς ή εσωστρεφείς, θεϊστικοί ή μη θεϊστικοί τύποι.
2. Μορφές αφοσιώσεως, που τονίζουν το συναισθηματικό στοιχείο και επιζητούν την προσέγγιση του Απολύτου με την αγάπη.
3. Εκστατικές και ερωτικές μορφές, πού προκαλούν ερωτικά αισθήματα και εξάρσεις. Μερικές φορές οι δύο τελευταίοι τύποι συγχέονται.
Η μυστική εμπειρία συχνά αναπτύσσει μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση τη συναίσθηση της παγκοσμιότητας και της ενότητας με όλους τους ανθρώπους. Συνήθως, στις πνευματικότερες μορφές μυστικισμού δεσπόζει ειρηνική, ενοποιός διάθεση. Οι μυστικές εμπνεύσεις ζωογονούν το θρησκευτικό βίωμα, κρίνουν και υπερβαίνουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές δομές, κάποτε αμφισβητούν και σείουν τη συμβατική εξωτερική θρησκευτικότητα, ενώ δεν λείπουν και οι επικίνδυνες παρεκκλίσεις.
Ίχνη Μυστικισμού σε πρωτόγονους πολιτισμούς
Η βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνήσει με μιά υπέρτερη δύναμη, να την προσοικειωθεί, να υπερβεί τα όρια του σώματος του, να ενωθεί με μιά θεότητα, συναντάται ήδη σε πρωτογενή θρησκευτικά στάδια και πρωτόγονους πολιτισμούς. Φαινόμενα που κλίνουν προς τον Μυστικισμό διαφαίνονται σε ορισμένες πλευρές του Σαμανισμού -ο οποίος αναπτύχθηκε από λαούς της Β. Ασίας, Ευρώπης και Αμερικής-, καθώς επίσης σε θρησκευτικά έθιμα των αυτοχθόνων της Αυστραλίας, της Αμερικής, ως και στην πνευματοληψία διαφόρων αφρικανικών λαών. Ως μυστικό στοιχείο στον Σαμανισμό θα μπορούσε να θεωρηθεί η βεβαιότητα στην παρουσία του θείου στον Σαμάνα, η πίστη ότι κατά την έκσταση η ψυχή του εγκαταλείπει το σώμα, για να ενωθεί με τον Θεό η τουλάχιστο να παραμείνει μπροστά του.
Η έκσταση, εξάλλου, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει συνείδηση των εξωτερικών ερεθισμών και υπόκειται σε εξαιρετικές εμπειρίες, γνωστή ήδη στη λατρεία του Διονύσου, παρουσιάζεται σε πολλές γηγενείς θρησκείες στην Αφρική και την Αμερική. Η κατάσταση αυτή σε πρωτόγονους πολιτισμούς προκαλείται με διάφορα μέσα: ναρκωτικά, νηστείες, εκκωφαντική μουσική, οργιαστικούς χορούς. Ιδιαίτερα η όρχηση εντείνει τις ψυχοσωματικές δυνάμεις, για να οικειοποιηθεί ο άνθρωπος υπερβατική δύναμη ή να ενωθεί με ένα υπέρτερο πνεύμα. Η έκσταση συνήθως προϋποθέτει την πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί και να ενωθεί με το θείο. Παραμένει βεβαίως συζητήσιμο κατά πόσον τα φαινόμενα αυτά εντάσσονται στον θρησκευτικό Μυστικισμό. Θα μπορούσαν, εντούτοις, να θεωρηθούν προστάδια, τάσεις ή ίχνη Μυστικισμού, υποδηλώνοντας τη φορά του ανθρώπου προς υπερβατικές μυστικές εμπειρίες.
Ελληνικός Μυστικισμός
Ο ελληνικός μυστικισμός πρωτοαναπτύχθηκε κυρίως φιλοσοφικά στην περί ενός και παντός διδασκαλία των προσωκρατικών φιλοσόφων και μέσα στο ευρύτερο θρησκευτικό κλίμα που είχαν δημιουργήσει η διονυσιακή λατρεία και τα ορφικά μυστήρια με τον εκστασιακό χαρακτήρα τους. οι μύστες του Διονύσου πίστευαν ότι εγίνοντο «ένθεοι», ενώ οι ορφικοί αποσκοπούσαν στην επιστροφή στη θεία ουσία με την έκσταση. Η ελληνική φιλοσοφική διανόηση εξευγένισε τις αρχικές παραστάσεις ενώσεως με το θείο των ελληνικών μυστηρίων και στη θέση των παλαιών τελετουργιών καλλιέργησε την έκσταση που προκαλείται κυρίως με διαλογισμό.
Οι Έλληνες ανέπτυξαν, μεταξύ άλλων, τον μονισμό και τον πανθεϊσμό, διδάσκοντας ότι ο κόσμος προέρχεται από μιά πρώτη Αρχή, στην οποία και επιστρέφει. Μ’ αυτήν τη σύλληψη συνδέθηκε η αντίληψη της αιώνιας ανακυκλήσεως των όντων και ακόμη η θεωρία της μετεμψυχώσεως. Ο Πλάτων (428/427-348/ 347 π.Χ.) πλούτισε περισσότερο τον ελληνικό φιλοσοφικό μυστικισμό με τη θεωρία του περί ιδεών, ενώ οι στωικοί προσέφεραν την πανθεΐζουσα φιλοσοφία περί λόγου.
Η πιο εντυπωσιακή όμως μυστική σύνθεση πραγματοποιήθηκε με τον Νεοπλατωνισμό, που συνέκρασε στοιχεία από την πλατωνική, αριστοτελική, πυθαγόρεια και στωική φιλοσοφία, συμπληρώνοντας πιθανώς το αμάλγαμα αυτό με συλλήψεις της ιουδαϊκής ερμηνευτικής παραδόσεως. Ο Νεοπλατωνισμός παρουσιάσθηκε ως καθολικό φιλοσοφικό σύστημα, ανυψωτικό πνευματικά και εδραίο διανοητικά. Ιδρυτής του θεωρείται ο Αμμώνιος Σακκάς (175-242), αλλά διαμορφωτής του υπήρξε κυρίως ο Πλωτίνος (206-269),που δίδαξε στη Ρώμη.
Στη συνέχεια αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Πορφύριο (232-303), τον Ιάμβλιχο (205-330) στη Συρία και τον Πρόκλο (411-485) στην Αθήνα. Για τον Νεοπλατωνισμό, αρχή και πηγή του κόσμου είναι το Εν, το Πρώτο, το Αιώνιο, το Ύψιστο, το Αγαθό, που ταυτίζεται με τον Θεό. Ο κόσμος προήλθε από το εν με απορροή, που συντελέσθηκε σε επάλληλες φάσεις. Πρώτη απορροή είναι ο νους, ο όποιος αποτελείται από ιδέες που αντιστοιχούν στον πλατωνικό νοητό κόσμο, δεύτερη η ψυχή του παντός, τρίτη οι επιμέρους ψυχές και τελευταία η ύλη, που είναι περισσότερο απομακρυσμένη από το Εν. Στη φιλοσοφία του Πλωτίνου κάθε απορροή από το εν αντανακλά την πρότερα της ως εικόνα. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από εξωτερικό αντίγραφο· η κάθε σφαίρα της πραγματικότητας αναφέρεται στο βάθος της ουσίας της σε μιά ανώτερη και πρέπει να επιστρέψει σ’ αυτήν. Με τη μεταφυσική αυτή, και κυρίως με τη θεωρία της απορροής, συνάπτεται ο νεοπλατωνικός μυστικισμός.
Η ανθρώπινη ψυχή πρέπει να διαπεράσει τα σύνορα των αισθήσεων, της ύλης, και να κοινωνήσει με το Εν, το Απόλυτο. Η τελική ένωση μαζί του συντελείται με ασκητική κάθαρση και έκσταση που οδηγεί στη μυστική θεωρία του θείου. Η πλωτίνεια ένωση με το εν έχει ονομασθεί εκστατική, αλλά κυρίως είναι εισδυτική (διείσδυση εις εαυτόν). Ο Πλωτίνος ενέταξε στο σύστημα του τις τέσσερις βασικές αρετές της πλατωνικής ηθικής – σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη -, απλώς ως προϋποθέσεις. Εκείνο στο όποιο κυρίως αποβλέπει ως ύψιστο σκοπό, ως ευδαιμονία και αγαθό, είναι η μυστική ένωση της ψυχής με τον Θεό. Η συγχώνευση με το εν μπορεί, κατά τον Νεοπλατωνισμό, να πραγματοποιηθεί ήδη κατά τη διάρκεια του επίγειου ανθρώπινου βίου. Ο Πλωτίνος και ο Πορφύριος υποστήριξαν ότι είχαν τέτοια εμπειρία. Γενικά, η νεοπλατωνική διδασκαλία παρουσιάζεται μάλλον ψυχρή, χωρίς συναισθηματισμό και οράματα. Ο Νεοπλατωνισμός υπήρξε ο μεγάλος αντίπαλος του Χριστιανισμού και στην αντιπαράθεση μαζί του ορισμένες ιδέες μεταπλάσθηκαν από τους χριστιανούς μυστικούς.
Κινεζικός Μυστικισμός
Στην Κίνα βλάστησε και αναπτύχθηκε ένα από τα πιο αρχαία μυστικά συστήματα. το θεωρητικό του υπόβαθρο βρίσκεται στα αρχαία φιλοσοφικά αξιώματα του Λάο-Τσέ και τα αποφθέγματα της ποιητικής δημιουργίας του Τσουάνγκ-Τσέ. Το βασικό ιερό βιβλίο του Ταόισμού Τάο-τε-Τσίνγκ (προφερόμενο Ντάου-ντα-Τσίνγκ),που αποδίδεται στον Λάο-Τσέ (6ος αι. π .Χ.), καθορίζει μιά γραμμή ασκητική με πολλές μυστικές τάσεις. Η ύψιστη πραγματικότητα, το Τάο, προσδιορίζεται με αντιφατικές φράσεις και αποφατική γλώσσα. Είναι αθέατο, ακατανόητο, άμορφο, τέλειο, αναλλοίωτο, απρόσωπο, πληροί τα πάντα, είναι πηγή των πάντων. Υπήρχε πριν από όλους τους αιώνες, πριν από τη γη και τον ουρανό. Είναι η πρώτη αρχή του σύμπαντος. Πρόκειται για μιά τάση μονιστική, που διαβλέπει απόλυτη ενότητα στο σύμπαν.
Η ταόιστική αντίληψη για τη δημιουργία είναι ότι από το Τάο προήλθε το Εν, δηλαδή η μεγάλη Μονάδα, και από αυτήν οι δύο πρώτες ουσίες, «γιάν» και «γίν », θετική και αρνητική, που αντιπροσωπεύουν και αγκαλιάζουν όλες τις μεγάλες αντινομίες: φως-σκιά, αρσενικό-θηλυκό κ.λπ. Τέλος, αυτές γέννησαν τον ουρανό, τη γη, τον άνθρωπο· από αυτές προήλθαν όλα τα δημιουργήματα. Το Τάο δεν είναι μόνο η απόλυτη πηγή κάθε υπάρξεως, αλλά συγχρόνως κρατάει σε αρμονία όλα τα φαινόμενα της φύσεως. Η ενέργεια του είναι αναγκαία και αυτόματη. Αποτελεί τον ύψιστο ανθρώπινο σκοπό. Ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώξει την αυτοεγκατάλειψή του στο Τάο. Βασικά, τα μέσα γι’ αυτή την εναρμόνιση είναι η ησυχία, η απάθεια, η επιστροφή στην πρωτόγονη απλότητα.
Η βασική θέση που προτείνει ο Ταοϊσμός (η περίφημη «γουό γουάι») θα μπορούσε να συνοψισθεί στην παρότρυνση «μην κάνεις τίποτε» ή «κάνε το καθετί μην κάνοντας τίποτε». Για να επιτύχει ο άνθρωπος τον συντονισμό με το Τάο και να βρίσκεται σε αρμονία με τα εξωτερικά πράγματα, η ταοϊστική παράδοση καθόρισε μιά μυστική διαδικασία, με πρώτη φάση την κάθαρση, δεύτερη τον φωτισμό -όταν η αρετή δεν χρειάζεται πλέον μιά συνειδητή προσπάθεια, αλλά γίνεται αυθόρμητα- και τρίτη, την εσωτερική ενότητα. Όλοι οι άνθρωποι δυνάμει μπορούν να προχωρήσουν προς το Τάο. Ο Ταοϊσμός κήρυξε την περιφρόνηση του πλούτου, των ηδονών, της συσσωρεύσεως γνώσεως και διαμόρφωσε μιά νοοτροπία διαμετρικά αντίθετη από την αντίστοιχη του κλασικού Κομφουκιανισμού.
Αργότερα, ο Ταοϊσμός εκφυλίστηκε σ’ ένα σύστημα μαγείας, αλχημείας, αποκρυφιστικής μυστικοπάθειας. Το έργο του Τάο-Λίνγκ (1ος ή 2ος αι. μ.Χ.) έδωσε στον Ταοϊσμό σαφέστερη εξωτερική οργάνωση· ιδρύθηκαν πολλά μοναστήρια, ανδρικά και γυναικεία, που παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τα βουδδιστικά, καθώς και ναοί, οι όποιοι στέγασαν ποικίλες εικόνες διαφόρων θεοτήτων. Ανεξάρτητα από αυτή την εξέλιξη, ο κινεζικός μυστικισμός στις βασικές του πηγές εμφανίζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με τον Νεοπλατωνισμό, με τον όποιο συμφωνεί τόσο στο θέμα της τελικής ενότητας, που είναι απρόσιτη στη γνώση και μπορεί να επιτευχθεί με διαίσθηση, ανάταση και έκσταση, όσο και στην άποψη ότι η απόλυτη Αρχή δεν μπορεί να ταυτισθεί με το όλο ή μέρος του υλικού σύμπαντος.
Ινδουιστικός Μυστικισμός
Οι Ινδοί διακρίθηκαν σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους για έντονη μυστική διάθεση. Τον Ινδουισμό διατρέχει μιά εσωστρεφής μυστική τάση στις περισσότερες όψεις του, τόσο στις φιλοσοφικές και μεταφυσικές πτήσεις, όσο ακόμη και στις λατρευτικές εκδηλώσεις, που προσεγγίζουν τα σύνορα του Σαμανισμού και της μαγείας. Η αναζήτηση της πρώτης Αρχής πρωτοεμφανίζεται ήδη σε ορισμένα κείμενα των Βεδών (όπως στον Ύμνο της δημιουργίας). Από την έμφαση στη σπουδαιότητα της θυσίας αναδύθηκε η λέξη Μπράχμαν (Brahman), που στην αρχή δήλωνε την ιερή δύναμη που είναι παρούσα στη θυσία και αργότερα έφθασε να σημαίνει το Απόλυτο.
Κυρίως όμως οι Ουπανισάντ συγκέντρωσαν το διάσπαρτο υλικό του ινδικού διανοητικού μυστικισμού και προσέφεραν μιά πλούσια πηγή, που τον άρδευσε στους επόμενους αιώνες. Υποστήριξαν ότι το Μπράχμαν περικλείει τα πάντα -ό,τι υπάρχει και ό,τι δεν υπάρχει- και ότι είναι μέσα σε όλα και πάνω από όλα, πέρα από κάθε ορισμό: μιά ύψιστη, απρόσωπη Αρχή. Παράλληλα με την αντίληψη περί Μπράχμαν ανελίχθηκε η διδασκαλία περί άτμαν, που συνιστά το αόρατο τμήμα της ανθρώπινης υπάρξεως. Σε επόμενη φάση η ινδική σκέψη θα ταυτίσει το Ένα και μοναδικό Μπράχμαν με το Ατμαν. Η σχέση της κοσμικής ψυχής του παντός με την ατομική ψυχή κάθε ανθρώπου μοιάζει με τη σχέση που περιέγραψε αργότερα ο Πλωτίνος.
Από τις Ουπανισάντ κυρίως, πήγασε μία από τις τυπικότερες μορφές μυστικισμού, που σε πολλά συμβαδίζει με τον πανθεϊστικό μονισμό. Αναπτύχθηκε φιλοσοφικά από τη Βεντάντα, ένα από τα έξι ορθόδοξα φιλοσοφικά θρησκευτικά συστήματα του Ινδουισμού, και ιδιαίτερα από τον κλάδο της Αντβάιτα. Η μη-δυϊστική σχολή της Αντβάιτα Βεντάντα (Advaita Vedanta) διαμορφώθηκε φιλοσοφικά, όπως είδαμε, κυρίως από τον Σάνκαρα (788-820), που υποστήριξε τη μη πραγματικότητα του κόσμου, τη μη δυαδικότητα του Μπράχμαν και τη μη ύπαρξη διαφοράς ανάμεσα στο Ατμαν και το Μπράχμαν.
Σύμφωνα με αυτή, μία και μόνη σταθερή πραγματικότητα υπάρχει, το Μπράχμαν, το όποιο ενυπάρχει και στον άνθρωπο ως ατμαν. Το ατμαν δεν ταυτίζεται με αυτό που στην ελληνική ονομάζεται ψυχή. Είναι το σταθερό και αναλλοίωτο, που παραμένει όταν αφαιρεθούν αυτά που σκεπτόμαστε, που θέλουμε, που αισθανόμαστε. Με την ενόραση και την επίγνωση που μπορούν να προέλθουν από τη μυστική εμπειρία, ο άνθρωπος κατορθώνει να συνειδητοποιήσει την ταυτότητα του με το υπέρτατο Μπράχμαν, αναφωνώντας το: «συ είσαι τούτο» (τάτ τβάμ ασύ), δηλαδή το πνεύμα σου είναι ένα με το όλον, είσαι το όλον. Ο αφανισμός της ίδιας της προσωπικότητας και η ένωση του ατομικού ατμαν με το Μπράχμαν είναι η λύτρωση. Η πνευματική ύπαρξη του ανθρώπου, μιά σταγόνα από τον ωκεανό, επιστρέφει, ύστερα από ποικίλες μεταμορφώσεις και μετεμψυχώσεις, ύστερα από την περιπέτεια της σαμσάρα, στην υπέρτατη και απόλυτη πηγή της. για να προχωρήσει όμως κανείς σ’ αυτό το μυστικό μονοπάτι, απαιτείται άσκηση, παραμερισμός των επιθυμιών και κυρίως γνώση, που αποκτάται με έντονη διανοητική αυτοσυγκέντρωση.
Ο άλλος τύπος μυστικισμού που αναπτύχθηκε στην Ινδία συνδυάσθηκε με ένα δυαλισμό και στηρίχθηκε φιλοσοφικά από μιά άλλη μεγάλη ορθόδοξη Ινδουιστική σχολή, τη Σάνκυα. Αυτή υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές αρχές, η «πρά-κριτι», υλική αρχή, πηγή ενέργειας, και η «πουρούσα», ξεχωριστές πνευματικές οντότητες. Οι τελευταίες μπορούν και πρέπει να ελευθερωθούν από την ύλη, με μιά συστηματική προσπάθεια αυτοσυγκεντρώσεως, σε μιά μυστική αυτομόνωση. Ο μυστικισμός αυτός δεν οδηγεί σε συγχώνευση με μιά υπερβατική οντότητα, δεν σχετίζεται με τον πανθεϊστικό μονισμό, αλλά οδηγεί σ’ έναν απόλυτο ατομικισμό.
Μιά τρίτη κατεύθυνση του ινδικού μυστικισμού έχει έντονο θεϊστικό χαρακτήρα. Οι πηγές του βρίσκονται στο περίφημο μυστικό ποίημα «Μπαγκαβάτ-γκιτά». Εδώ η διήγηση για τον Κρίσνα προϋποθέτει σαφή θεϊστική τοποθέτηση. Προτείνει μιά σύνθεση θεωρητικής και δραστήριας ζωής, ενώνοντας μονισμό και θεϊστικό ρεύμα. Παρακινεί σε νοητική πειθαρχία, ηρεμία, απάθεια, με τα όποια και ο πιο δραστήριος άνθρωπος θα κατορθώσει να ανακαλύψει την παρουσία του αιώνιου σε όλα τα πράγματα. Το ποίημα αυτό, που κορυφώνεται στο δράμα και τη θεοφάνεια του Κρίσνα, καταλήγει με τη συμβουλή να αναζητεί κανείς τον Θεό με αφοσίωση σ’ αυτόν μάλλον παρά με τον αυτοβυθισμό. Έτσι εξαίρει την μπάκτι (bhakti), την οδό της αφοσιώσεως σε προσωπική θεότητα.
Αυτός ο τύπος του αγαπητικού μυστικισμού στερεώθηκε φιλοσοφικά κυρίως από τον Ραμανουτζα (1017-1137) και τη σχολή που ίδρυσε. Κατ’ αυτήν υπάρχουν τρεις απόλυτες αρχές, ο Θεός, οι ψυχές και η ύλη, και ο Θεός αποτελεί τη μοναδική αυτόνομη πραγματικότητα, τόσο της ψυχής, όσο και της ύλης. Ο Ραμανουτζα στη θέση του απρόσωπου Απολύτου τοποθετεί και πάλι την παραδοσιακή αντίληψη περί προσωπικού Θεού, που βοηθεί την ψυχή στον δρόμο για τη λύτρωση και αντί της ψυχρής διανοητικής μεταφυσικής αναζητήσεως συνηγορεί για μιά βιωματική στάση αφοσιώσεως.
Από το γόνιμο αυτό φιλοσοφικό έδαφος άντλησε νέους χυμούς ο ερωτικός μυστικισμός, που άνθησε στην Ινδία ως αφοσίωση (μπάκτι). Ο ινδικός συγκινησιακός τύπος μυστικισμού έφθασε σε μιά υστερική φόρτιση και έξαρση στον μυστικισμό του Τσαϊτάνυα (1486-1534) και των οπαδών του, καθώς και στον αισθησιασμό ορισμένων άλλων ινδουιστικών αιρέσεων. Η μπάκτι θρησκευτικότητα παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή στη δεύτερη χιλιετία και συνεχίζει να επηρεάζει έως σήμερα την ινδική πνευματικότητα.
Βουδδιστικός Μυστικισμός
Εφόσον ο Μυστικισμός είναι η άμεση, διαισθητική σχέση με το Απόλυτο, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, μένοντας συνεπής σ’ αυτό τον αυστηρό ορισμό, ότι δεν υφίσταται βουδδιστικός μυστικισμός, διότι στις κλασικές μορφές αυτού του θρησκεύματος δεν γίνεται δεκτό ότι υπάρχει Απόλυτο. Αντίθετα προς τις προφητικές θρησκείες, που το μήνυμα τους καθορίζεται από τον λόγο, ο Βουδδισμός, ως θρησκεία της σιωπής, αρνείται όλους τους τρόπους ονομασίας του Απολύτου, ενώ στο βάθος αφήνει να διαφαίνεται ότι δέχεται ένα άρρητο Απόλυτο, που το ταυτίζει με την κενότητα. Προβάλλοντας την ιδέα του «ανάτμαν»-«ανάττα» (μη-ψυχής), θέτει ως ιδανικό την επίτευξη της «νιρβάνα». Άλλα ενώ αρνείται ένα πραγματικό, θετικό Απόλυτο, δέχεται έναν απόλυτο σκοπό.
Η βουδδιστική κατάδυση και διάλυση στην κενότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί μία sui generis μυστική εμπειρία, που αντιστοιχεί με τη συγχώνευση στο εν της Ινδουιστικής Αντβάιτα η του Νεοπλατωνισμού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι ο τελικός βουδδιστικός σκοπός, η νιρβάνα, περιγράφεται με αποφατικό βέβαια τρόπο, με μυστικές όμως φράσεις, δανεισμένες από τον Ινδουισμό. Τέλος, στη λατρευτική πράξη, όταν ο βουδδιστής ευχαριστεί τη χωρίς όνομα πηγή κάθε συμπαθείας και καλοσύνης, συντονίζεται σιωπηλά, υποσυνείδητα, με μιά ανομολογούμενη πίστη στην ύπαρξη ενός ευνοϊκού Απολύτου.
Αντίστοιχα με τις ιδιαίτερες θεωρητικές αντιλήψεις, που τονίστηκαν στους τρεις κλάδους του Βουδδισμού, εξελίχθηκε και η μυστική έφεση. Στον Χιναγιάνα κλάδο τα στοιχεία του παρουσιάζονται πιο υποτονικά, γίνονται όμως εμφανή στα τρία τελευταία στάδια της οκταπλής ευγενικής οδού, που σχετίζονται με την περισυλλογή, την έντονη νοητική συγκέντρωση και τον αύτοβυθισμό («σαμάντι» -samadhi), ο όποιος στη συνέχεια επιτυγχάνεται με οκτώ άλλες διαδοχικές μορφές διανοητικής ασκήσεως («ντιάνα» -dhyana). Πρόκειται τελικά για μιά πεποίθηση, πού κατευθύνεται σε κάποια μυστική εμπειρία. Μέσα από αυτό το μονοπάτι ο βουδδιστής με τη δική του προσπάθεια οδηγείται στην επίγνωση, τόν φωτισμό, τη νιρβάνα.
Ο Μαχαγιάνα Βουδδισμός άνοιξε νέους ορίζοντες στο μυστικό αυτό βίωμα, που οδηγεί στο απέραντο κενό. Η διδασκαλία για την απόλυτη κενότητα («σουνυάτα» -sunyata), την οποία ανέπτυξε φιλοσοφικά ο Ναγκαρτζούνα (τέλος 2ου αι. μ.Χ.) και προώθησε η σχολή Μαντυαμίκα, υπερβαίνει όλες τις αντιλήψεις που σχετίζονται με τις έννοιες του είναι και του μη είναι. Εντούτοις, έχει σαφή σωτηριολογική πρόθεση και αποβλέπει να ξεριζώσει πλήρως τη δυνατότητα επιθυμίας και να οδηγήσει στην απόλυτη κενότητα. Ενώ η ιδέα του κενού εμφανίζεται στις Χιναγιάνα σχολές ως βασική ποιότητα του τελικού σκοπού, της νιρβάνα, στις Μαχαγιάνα η έμφαση στην κενότητα επεκτείνεται ακόμη και στα προπαρασκευαστικά στάδια. Διότι η απόλυτη πραγματικότητα είναι κενή, άδεια από κάθε διάκριση, εντελώς απροσδιόριστη. Η απελευθέρωση από την ψευδαπάτη αυτή που δημιουργεί ο κόσμος, έρχεται με το ξερίζωμα κάθε προσωπικής ιδιότητας, επιθυμίας, και με την επίγνωση, που εδώ δεν σημαίνει επιστημονική κατάρτιση και γνώση, αλλά σχεδόν το αντίθετο της αντιληπτικής ικανότητας – επίγνωση που κερδίζει κανείς με έντονη μυστικιστική σιωπή.
Στα πλαίσια του Μαχαγιάνα Βουδδισμού αναπτύχθηκαν επίσης τάσεις ενός μυστικισμού αφοσιώσεως, όπως ο Αμινταϊσμός, που μοιάζει αρκετά με την μπάκτι θρησκευτικότητα του Ινδουισμού. οι οπαδοί του Αμίντα αναζητούν τη λύτρωση προσκολλώντας τη σκέψη τους στον ουράνιο αυτό Βούδδα. Αντίθετα, ο βουδδιστικός κλάδος του Ζεν, με απόλυτη συνέπεια στην αναζήτηση της κενότητας, καλλιέργησε τον επίμονο διαλογισμό, τη νοητική εξάσκηση, για την έξοδο από τη συμβατική λογική στην άμεση εμπειρία και τον φωτισμό. Αλλ’ αυτή η κατάδυση στην κενότητα, όπως διαφαίνεται στον Ζεν Βουδδισμό, δεν καταλήγει σε μιά απόσυρση από τον παρόντα βίο, αλλά σε εξυψωμένη ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς καθετί και σ αυτή τη ζωή, ελεύθερος από πάθος και προσκόλληση. Αλλά κάθε μορφή Ζεν στον Βουδδισμό, όπως και κάθε μορφή γιόγκας στην ινδική θρησκευτικότητα ή άσκηση στον Νεοπλατωνισμό δεν είναι κατ’ ανάγκη μυστική.
Στον Βατζραγιάνα Βουδδισμό, που ονομάσθηκε και εσωτερικός, όπως εξελίχθηκε στο Θιβέτ, αναπτύχθηκαν περίπλοκες διδασκαλίες αποκρυφισμού και μυστικοπαθών ροπών. Ιδιαίτερα για την επίτευξη του φωτισμού καλλιεργήθηκαν σύνθετη μυστική γνώση, έντονη περισυλλογή, γιογκική άσκηση, ερωτικοί συμβολισμοί και κυρίως η έκσταση με απόκρυφες πλευρές και ψυχοσωματικές διεγέρσεις. Γενικά, μέσα στις διάφορες πολυδαίδαλες κατευθύνσεις και διδασκαλίες που αναπτύχθηκαν στον Βουδδισμό, διαφαίνεται η δυνατότητα μιας άμεσης επαφής με το Άρρητο, ενώ προσδιορίσθηκαν μεθοδικά δρόμοι, στη σύσταση τους μυστικοί, που οδηγούν στη συγχώνευση, στην απόλυτη σιωπή της νιρβάνα.
Ιουδαϊκός Μυστικισμός
Από την ποικιλία μορφών μυστικισμού που παρήγαγε ο Ιουδαϊσμός, άλλες ανέπτυξαν βαθιά διαλογιστικά συστήματα, άλλες καλλιέργησαν έντονες συναισθηματικές μορφές μυστικής εμπειρίας, γενικά όμως ο ιουδαϊκός μυστικισμός διακρίνεται για τον ζωηρό εσχατολογικό προσανατολισμό του. Ήδη στον 1ο αι. μ.Χ. εισέδυσαν στην ιουδαϊκή σκέψη πολλά στοιχεία του ελληνικού φιλοσοφικού μυστικισμού με την αλληγορική ερμηνεία που καλλιέργησε ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς (περίπου 15/10 π .Χ.-50 μ.Χ.).
Η πρώιμη φάση του ιουδαϊκού μυστικισμού, η Μερκαβά (Merkavah) έχει κέντρο της το δράμα του Ιεζεκιήλ, περί του θρόνου άρματος. Άρχισε τον 1ο αι. μ.Χ., υιοθετώντας ένα σύστημα πνευματικών ασκήσεων που οδηγούσαν στο δράμα της δόξας του Θεού καθήμενου σε ουράνιο θρόνο. Στη μορφή αυτή μυστικισμού διαφαίνονται επιδράσεις γνωστικών αντιλήψεων, σχετικά με το «πλήρωμα», και ακόμη ελληνιστικών συνδυασμών μαγείας και μυστικισμού. Ο τύπος αυτός, ονομαζόμενος και νοτιοϊουδαϊκός, έδινε έμφαση στη θεωρία και την περισυλλογή. Παρήκμασε μετά τον 7ο αι., αλλά είχε μιά αναζωογόνηση στην Ιταλία, στους 9ο και 10ο αί.
Ο μεσαιωνικός Χασιδισμός, δηλαδή εύσεβισμός (χασίδ = ευσεβής), που συχνά αναφέρεται και ως βόρειος, άρχισε τον 12ο αι. στη Γερμανία, ως λαϊκή κίνηση στενά συνδεδεμένη με τον νόμο (χαλακά). Χαρακτηρίζεται από ζωηρή εσχατολογική συναίσθηση, που γίνεται πιο έντονη στην εξέλιξη της, έμφαση στην απλότητα, την απάθεια, τις ψυχικές αξίες, την προσευχή, την πνευματική άσκηση και το βύθισμα στη θεία αγάπη. Η χασιδική θεολογία εμφανίζει μερικές κοινές γραμμές με τον Νεοπλατωνισμό και ασχολήθηκε στο διανοητικό επίπεδο με τη δόξα του Θεού (καμπόθ), τονίζοντας ότι η δόξα είναι διαφορετική από την ουσία, τη βασιλεία και την κεκρυμμένη παρουσία του Θεού.
Το πιο σημαντικό μυστικό ιουδαϊκό ρεύμα υπήρξε η Καββάλα (ή Καμπάλα -qabbala), που αναπτύχθηκε στην Ισπανία τον 13ο αι. σαν ιδιαίτερη εσωτερική διδασκαλία, και στη συνέχεια, με την εκτόπιση των Ιουδαίων από εκεί (1392), διαδόθηκε σε μεγάλα τμήματα του ιουδαϊκού κόσμου. Το θεωρητικό σύστημα της έχει επηρεασθεί από θεολογικές και κοσμολογικές συλλήψεις γνωστικού τύπου, ενώ συγχρόνως απορρόφησε νεοπλατωνικές ιδέες, που είχαν διαχυθεί στον ιουδαϊκό και αραβικό πολιτισμό της ‘Ισπανίας του 12ου και 13ου αί.
Το βασικό έργο της Καββάλα, ή Ζωχάρ (Βίβλος Λαμπρότητας), που γράφηκε στην Ισπανία στην προσπάθεια να αναχαιτίσει το ορθολογιστικό ρεύμα, έδωσε στον παραδοσιακό Ιουδαϊσμό μιά κρυφή, μυστική ενέργεια. Κεντρική διδασκαλία της είναι η θεωρία περί 10 «σεφιρότ», που υπάρχουν ανάμεσα στον αΐδιο Θεό και στα δημιουργήματα του, των 10 περιοχών, στις όποιες η θεία απόρροια εκτείνει εαυτήν. Το «πλήρωμα» αυτών των σεφιρότ δεν απορρέει από τον Θεό, αλλά παραμένει εν τω Θεώ. Η Ζωχάρ τόνισε τον τελετουργικό συμβολισμό, ερμηνεύοντας τις ιεροτελεστίες ως μυστικά σημεία επαφής μεταξύ θείου και ανθρώπου, και γενικά ενίσχυσε την ιουδαϊκή αυτοσυνειδησία, φθάνοντας στο σημείο να διδάσκει ότι ο Ιουδαίος κατέχει μία ποιότητα ψυχής που λείπει από τον μη ‘Ιουδαίο.
Στην Καββάλα αναπτύχθηκε επίσης και μιά περισσότερο προφητική ροπή, με κύριο εκφραστή τον Αβραάμ Μπέν Σεμουέλ Άμπουλάφια (1240-1291), ο οποίος, συνδυάζοντας πολλά στοιχεία φιλοσοφικών θεωριών του Μαϊμονίδη (1135/8-1204), αποσκοπεί να βοηθήσει την ψυχή να λύσει τα δεσμά που τη συγκρατούν στον κόσμο της πολλαπλότητας και να διευκολύνει την επιστροφή της στην πρωταρχική ενότητα. για την επίτευξη αυτού του σκοπού συνιστάται ιδιαίτερα η ενατένιση, ή θεωρία ενός αφηρημένου αντικειμένου, π .χ. τα γράμματα του εβραϊκού αλφαβήτου. Η ανύψωση της συνειδήσεως σε μιά υψηλότερη κατάσταση ενότητας με τον Θεό αναπτύσσει και την ανθρώπινη προφητική ικανότητα.
Τον 16ο αι. στην Παλαιστίνη ορισμένοι Ιουδαίοι μυστικοί, εξόριστοι από την Ισπανία, έδωσαν στην Καββάλα μεσσιανική εσχατολογική κατεύθυνση. Μία από τις διδασκαλίες αυτής της σχολής, της οποίας σημαντικότερος εκπρόσωπος είναι ο Ισαάκ Λούρια (1534-1572), υπογραμμίζει ότι με την προσευχή και την εν γένει ευσέβεια του ο Μυστικός συμβάλλει ενεργώς στην αποκατάσταση της αρχικής τάξεως του σύμπαντος.
Τον 18ο αι. αναπτύχθηκε στην Πολωνία ένας νέος Χασιδισμός, περισσότερο συναισθηματικός παρά διανοητικός, που υπήρξε μάλλον ανανεωτική κίνηση παρά νέα θεολογική σχολή. Άρχισε με τον Μπέστ (Ίσραέλ μπέν Έλιέζερ, 1700-1760) και τον μαθητή του Ντόβ Μπαέρ. Απορρίπτοντας τις μεσσιανικές υπερβολές υιοθέτησε πολλά στοιχεία της μυστικής ευσέβειας της Καββάλα. Πιο πρακτικός και κοινωνικός, τόνισε τον ηθικό βίο, το χαρούμενο πνεύμα που πηγάζει από μιά μυστική εσωτερική εμπειρία. Αντιδρώντας στις τάσεις των διανοουμένων της ραββινικής ηγεσίας στην Ουκρανία και τη Ν. Πολωνία, τόνιζε την αξία του άπλού Ιουδαίου. Με αφετηρία καββαλιστικές διδασκαλίες σχετικά με τις θείες απορροές μέσα στη δημιουργία, έδινε περισσότερη έμφαση στην εσωτερική στάση του ανθρώπου, στην προσκόλληση στον Θεό παρά στη διανοητική επεξεργασία και κατανόηση της παραδόσεως. Σταδιακά ο Χασιδισμός, ενώ κράτησε την ιδιαίτερη ταυτότητα του διαμορφώνοντας αυτοτελείς κοινότητες, απομακρύνθηκε από την καββαλιστική επίδραση και έγινε μέλος της ιουδαϊκής ορθοδοξίας (Ασκενάζι) των Ιουδαίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο χασιδικές ομάδες κατέφυγαν στην Αμερική.
Παρά την πολυμορφία και τις εξωτερικές επιδράσεις που τον επηρέασαν κατά καιρούς, ο ιουδαϊκός μυστικισμός κράτησε μιά δική του δυναμική ενότητα, με άξονα την Παλαιά Διαθήκη, την κυριαρχία του λόγου και την εσχατολογική προσδοκία.
Ισλαμικός Μυστικισμός – Σουφισμός
Σκοπός και προσπάθεια των μουσουλμάνων μυστικών, των σούφι, υπήρξε η υπέρβαση της ατομικότητας, ο εκμηδενισμός του εγώ, η πλήρης παράδοση στον Αλλάχ, η αγαπητική προσκόλληση στον Θεό. (Για τις πηγές, την ιστορική διαδρομή, βλ. Ισλάμ. Πνευματικά ρεύματα. Σουφισμός.) Οι πρώιμοι «σούφι» (sufi) υιοθέτησαν τα πρότυπα ασκητισμού και την πνευματικότητα των χριστιανών αναχωρητών της ερήμου. Το μάλλινο ένδυμα «σούφ», από το όποιο μάλλον προήλθε το όνομά τους, υπενθυμίζει αυτή την επίδραση. Στο μεγαλύτερο ποσοστό του ο ισλαμικός μυστικισμός θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ερωτικός. Πολλά κείμενα των σούφι φανερώνουν εκπληκτική ομοιότητα στο πνεύμα, ακόμα και στην έκφραση, συγχρόνων τους μυστικών της δυτικής Χριστιανοσύνης.
Κατά την πρώτη περίοδο του Σουφισμού η έκφραση του θείου έρωτα είχε χαρακτήρα συγκρατημένο και εναρμονιζόταν με την ατμόσφαιρα του Κορανίου και των Χαντίθ. Αργότερα απέκτησε δική του ορμή και πάθος. Στον πρώτο αυτό ερωτικό μυστικισμό δεσπόζει η ευγενική μορφή της Rabic al-cAdawiya (θάν. 801 μ.Χ.). Με ερωτική αφοσίωση στον Θεό, αδιαφορεί για κάθε ανταμοιβή, ανησυχία η φόβο. Από τις ωραιότερες προσευχές των μυστικών παραμένει η περίφημη δέηση της: «Αν σε λατρεύω από τον φόβο της Κολάσεως, ρίξε με στο πυρ της Κολάσεως. Κι αν σε λατρεύω με την ελπίδα του Παραδείσου, απόκλεισε με από τον Παράδεισο. Αλλ’ αν σε λατρεύω μόνο για χάρη Σου, μη μου στερήσεις το αιώνιο κάλλος Σου!».
Οι νεοπλατωνικές κατηγορίες, πού υιοθέτησαν μερικοί πρωταγωνιστές του Σουφισμού, δυνάμωσαν θεωρητικά τη μυστική κίνηση μέσα στο Ισλάμ, αλλά ευνόησαν και την ανάπτυξη στους κόλπους της ενός είδους μονισμού. Απόψεις του Πλωτίνου υιοθέτησε ο al-Junaid (θαν. 910 μ.Χ.),όμως με την ευφυΐα και τη σύνεση του παρέμεινε μέσα στην ισλαμική ορθοδοξία. Στον κόσμο αυτό, εφόσον βρίσκεται σε μεταρσίωση και ένωση με τον Θεό, ο μυστικός είναι γεμάτος χαρά. Με τον Τζουνάιντ, η μυστική θεολογία των σούφι έφθασε σε ωριμότητα και συστηματική ενότητα.
Τα καθιερωμένα σύνορα της μουσουλμανικής θρησκευτικότητας ξεπέρασε σε μιά έκρηξη εκστατικής βιωματικής εμπειρίας ο al-Hallaj (θάν. 922 μ.Χ.). Ξεκινώντας από τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι αγάπη και ότι δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Του, τόνισε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ανακαλύψει μέσα του τη θεία εικόνα και να φθάσει στην ένωση με τον Θεό. Μερικές από τις ιδέες του, όπως η φράση «Είμαι η αλήθεια» (πού μάλλον εκφράζει μιά παροδική συναίσθηση της ταυτότητας με τον Θεό, η οποία χαρίσθηκε άνωθεν), προκάλεσαν την αγανάκτηση των ορθοδόξων μουσουλμάνων, που τον καταδίκασαν σε σταύρωση. Ύστερα από την καταδίκη αυτή, οι σούφι έγιναν πιο προσεκτικοί στις διατυπώσεις και αινιγματικοτεροι στις εκφράσεις τους. Η ερωτική ορολογία αποτέλεσε το δυναμικότερο εκφραστικό τους μέσο. Με τη βοήθεια σειράς ασκήσεων, που οδηγούν σε εκστασιακές καταστάσεις, η αγάπη αυτή φθάνει στη βεβαιότητα της ενώσεως με τον Θεό, τόσο που οι μουσουλμάνοι μυστικοί να ζητούν να λειώσουν μέσα στη θεία αγάπη.
Στην πλειοψηφία τους οι μουσουλμάνοι ασκητές έδειξαν σεβασμό στις βασικές ισλαμικές αρχές. Ορισμένες όμως ακραίες διατυπώσεις και πρακτικές των σούφι δημιούργησαν μεγάλη καχυποψία στους εκπροσώπους του παραδοσιακού Ισλάμ. Η αντίθεση έφθασε κατά τον 10ο αι. σε έντονη αντιπαράθεση. τη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στο σουννιτικό Ισλάμ και τον Σουφισμό πέτυχε ο al-Ghazali (θαν. 1111 μ.Χ.). Αφού αναζήτησε μέσα στην άσκηση και τη μυστική εμπειρία το Απόλυτο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν αποκτάται με θεωρητική ενασχόληση, αλλά βιώνεται μέσα σε προσωπική αλλαγή και έκσταση. Έθεσε την εμπειρία πάνω από το γράμμα του νόμου και εδραίωσε τον ισλαμικό ορθόδοξο μυστικισμό, παλινορθώνοντας στο κέντρο της ισλαμικής ευσέβειας το δέος ενώπιον του Θεού και εναρμονίζοντας θεολογία και μυστικό βίωμα.
Από τα πιο αγαπητά βιβλία των σούφι παραμένουν τα δίστιχα του Jalal al-din al-Rumi (θάν. 1273 μ.Χ.). Οι δερβίσηδες θεωρούν το βιβλίο αυτό ιερό και το τοποθετούν κοντά στο Κοράνιο. Τα κείμενα του, γεμάτα από εικόνες και δυνατές ιδέες, διατυπωμένα με έξοχο ποιητικό τρόπο, καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία του ισλαμικού μυστικισμού.
Με τον Ibn cArabi (θάν. 1240 μ.Χ.) έγινε ζωηρότερη η εξάρτηση από τον Νεοπλατωνισμό και η κίνηση προς τον μονισμό. Ο αλ-Άραμπι, που μαζί με τον αλ-Γαζάλι θεωρούνται οι φιλοσοφικότεροι των σούφι, δεν εγκατέλειψε την εικονική ερωτική γλώσσα και προσπάθησε να ολοκληρώσει το νεοπλατωνικό του δράμα με την κορανική διδασκαλία περί ανθρώπου και Θεού. Ο Θεός πάντοτε υπερβαίνει τη δημιουργία, αλλά με τη μεσολάβηση του ανθρώπου ο δημιουργημένος κόσμος επιστρέφει στην πρωταρχική του ενότητα. Οι διδασκαλίες του τελικά μαρτυρούν δογματική αδιαφορία, αποκλίνοντας σε πανθεϊστικές αντιλήψεις.
Στην κατά συνθήκη ευσέβεια των κρατούντων, οι σούφι αντιδρούσαν με τρόπο σιωπηλό, βιωματικό και συχνά συγκλονιστικό. Μετά τον 12ο αί., το σουφικό μυστικό ρεύμα οδήγησε στη δημιουργία των μουσουλμανικών μοναχικών κοινοτήτων (ταρίκα). Πολλοί, αναζητώντας τη μυστική εμπειρία, κατέφευγαν σ’ ένα γέροντα που ανελάμβανε την καθοδήγηση τους με βασικό στοιχείο αυτής της μαθητείας όχι τόσο τη γνωσιολογική κατάρτιση, όσο την πνευματική και ψυχική ανάπτυξη τους. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε οργανωμένη κοινότητα, και καθεμιά από αυτές ανέπτυσσε τα δικά της κέντρα, όπου διαβίωναν τα μέλη της, τους δικούς της κανόνες, αρχές, τελετές, μυστικά, πνευματική ατμόσφαιρα. Δεν σημαίνει ότι όλα τα μέλη τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν μυστικοί. Εντούτοις, μέσα στην ατμόσφαιρα τους καλλιεργήθηκε, με επιμέλεια και προσδοκία, το μυστικό βίωμα. Από τις πιο γνωστές περιπτώσεις είναι οι δερβίσηδες, που με τελετουργικούς χορούς και με άλλα μέσα επιδίωκαν την έκσταση, για να πλησιάσουν τον Θεό. Καθώς τα τάγματα των δερβίσηδων εξαπλώνονταν σε διάφορα μέρη, η μυστική διάθεση και ζωή έφθανε σε όλα τα στρώματα του ισλαμικού κόσμου και η αναζήτηση μυστικών εξάρσεων και οραμάτων πήρε μεγάλες διαστάσεις. Στις μέρες μας παρουσιάζεται και πάλι νέα αναζωπύρωση του σουφικού ενδιαφέροντος.
Χριστιανικός Μυστικισμός
Γενικά
Ο Χριστιανισμός δεν ταύτισε την αγιότητα και το ιδανικό του με την επίτευξη μυστικής εξάρσεως. Αλλά το γεγονός της σαρκώσεως του Θείου Λόγου κάνει οντολογικά και υπαρξιακά δυνατή την κοινωνία και ένωση του ανθρώπου με τον απρόσιτο Θεό. Οι ρίζες του χριστιανικού μυστικισμού βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη και προπαντός στα κείμενα του ευαγγελιστή Ιωάννη και του αποστόλου Παύλου. Η χριστιανική εμπειρία είχε πάντοτε αφετηρία, κινητήρια δύναμη και κριτήριο την Αγία Γραφή. Από την Ιωάννεια θεολογία πήγασαν τα βασικά μυστικά χριστιανικά ρεύματα: ο μυστικισμός της θείας «εικόνας» που τείνει προς το «καθ’ ομοίωσιν» και ο μυστικισμός της αγάπης. Ο ίδιος ο Χριστός, μετά την υπογράμμιση του γεγονότος, ότι «εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί έστιν» (Ίω. 14:11),τόνισε στους μαθητές του «μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν» και «ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ» (15:4-5). Υπογράμμισε όμως συγχρόνως ότι ο δρόμος γι’ αυτή την αγαπητική ένωση δεν είναι μιά συναισθηματική ή, πολύ περισσότερο, μιά μυστικοπαθής φυγή, αλλά συντονισμός με τη δική του ζωή. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (14:21). Πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης αναφέρονται στην ανάγκη και τη σημασία του «εν Χριστώ» είναι. Στις επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι διάχυτη η μυστική εμπειρία που στρέφεται γύρω από τον άξονα, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2:20).
Μαθητής του Ιωάννη ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (+113/4) εκφράζει βαθύ μυστικό βίωμα γράφοντας στους Ρωμαίους, «ο εμός έρως εσταύρωται». Η πρώτη απόπειρα για θεωρητική συστηματοποίηση του χριστιανικού μυστικισμού έγινε από τον Ωριγένη (185-254), ο όποιος ανέπτυξε τη θεολογία της εικόνας του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Η έμφαση στον οντολογικό χαρακτήρα αυτής της εικόνας (που δεν είναι απλό εξωτερικό αντίγραφο) παραμένει σε όλη τη χριστιανική παράδοση και της προσφέρει σταθερά τη μυστική της δύναμη. Μολονότι όμως ο Ωριγένης, ως απώτατη βαθμίδα της πνευματικής τελειώσεως έβλεπε τη θεωρία και τη γνώση, η θεολογία του διακρίνεται από τη νεοπλατωνική με την προνομιακή θέση που έδωσε στην αγάπη. Πρώτος αυτός μίλησε επίσης για τον θείο ερωτά: «Νύμφη ψυχή γαμουμένη Λόγω».
Στην πάροδο των αιώνων ο χριστιανικός μυστικισμός πήρε διάφορες μορφές, από τις όποιες εμφανέστερες είναι: 1. Η ησυχαστική «θεωρία» (Ησυχασμός Ανατολικής Εκκλησίας). 2. Η συναισθηματική ερωτική αφοσίωση, επικεντρωμένη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού (διάφοροι μυστικοί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας). 3. Η επαγωγική περισυλλογή και θεωρία (contemplation), που τονίζει την ενατενιστική προσευχή (Καρμελίτες, Ίγνατιανοί κ.ά.). 4. Η λατρευτική, που προβάλλει τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή για την ανάβαση και ένωση με τον Θεό. Σε πολλές περιπτώσεις δεσπόζει το ένα στοιχείο χωρίς όμως να απουσιάζουν και τα άλλα και συχνά εμφανίζονται συνδυαστικές μορφές.
Κατά καιρούς γίνεται λόγος για επιδράσεις του νεοπλατωνικού μυστικισμού στον χριστιανικό. Οι διαφορές όμως παραμένουν καθοριστικές, π.χ.: 1. Η χριστιανική Εκκλησία επιμένει , και ο μυστικισμός που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της το υιοθετεί πλήρως, ότι ο κόσμος, οι ψυχές, ή ύλη, είναι δημιουργήματα του Θεού και όχι απορροές του Θεού. 2. Ο χριστιανικός μυστικισμός απορρίπτει πλήρως την ένωση της ανθρώπινης ψυχής με τον Θεό σε μιά έννοια πανθεϊστική. 3. Αντιλαμβάνεται τον μυστικισμό όχι ως ένωση με τη θεία ουσία, αλλά ως θέα της θείας δόξας, ως ένωση αγάπης, ως μετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, με τις όποιες ο άνθρωπος φθάνει στη «θέωση», γίνεται «κατά χάριν Θεός». 4. Ενώ στον νεοπλατωνικό μυστικισμό τονίζεται η ένωση της ψυχής με το απόλυτο Εν, κυρίως μέσω ασκητικής καθάρσεως και εκστάσεως, στον χριστιανικό δεσπόζει η συναίσθηση ότι, εφόσον ο Θεός είναι αγάπη, ο μόνος επιτυχής δρόμος για την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό είναι η αγάπη. Το μυστικό χριστιανικό ρεύμα αναβλύζει από τις πηγές της θείας αποκαλύψεως και αδιάκοπα ανανεώνεται από αυτές.
Μετά τις γενικές αυτές παρατηρήσεις θα χαραχθεί αδρά η πορεία του χριστιανικού μυστικισμού στον δυτικό κόσμο και, τέλος, η εξέλιξη του Ορθόδοξου μυστικισμού, που μας αφορά περισσότερο, με επισήμανση των βασικών θεμάτων και χαρακτηριστικών του.
Δυτικός χριστιανικός μυστικισμός
Τη δυτική Χριστιανοσύνη επηρέασε προπαντός ο Αυγουστίνος (354-430), ο οποίος μίλησε για τη θεία εικόνα κυρίως με ψυχολογικούς όρους, αρχίζοντας από τη σχέση Δημιουργού -δημιουργήματος, την οποία η θεία έλξη και η ανταπόκριση του ανθρώπου σ’ αυτήν μεταμορφώνει σε ταυτότητα. Αργότερα ο Johannes Scotus Eriugena (810-877), υιοθετώντας τη νεοπλατωνική φιλοσοφία και μεταφράζοντας τα συγγράματα που φέρουν το όνομα του Διονυσίου Αρεοπαγίτου, έδωσε νέους χυμούς στον πρώιμο μεσαιωνικό μυστικισμό. Οι μυστικοί της Δύσεως παραμέρισαν τον μυστικισμό της εικόνας και στράφηκαν περισσότερο σ’ έναν ιδιωτικό και συναισθηματικό μυστικισμό, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό τον ερωτικό χριστιανικό μυστικισμό.
Από τους διαπρεπέστερους υμνητές του πνευματικού ερωτά υπήρξε ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ (1090-1153). Η αγάπη του ήταν χριστοκεντρική, ενατενίζουσα τον εσταυρωμένο Χριστό. τον 13ο αι. αναπτύχθηκε μιά νέα αντίληψη της σημασίας της σαρκώσεως του Λόγου και της σπουδαιότητας που έχει μετά από αυτήν όλη η δημιουργία. Έκτοτε η παρουσία του Θεού αναζητείται περισσότερο μέσα στη δημιουργία παρά έξω από αυτήν.
Ο Φραγκίσκος της Ασίζης (1182-1226) δίδαξε τους συγχρόνους του να αντιμετωπίζουν τη φύση με σεβασμό και αγάπη, καθώς επίσης τον άρρωστο και τον φτωχό άνθρωπο. Η ζωηρή συνείδηση της μοναδικής σημασίας που έχει το γεγονός ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος χάρισε στον χριστιανικό ερωτικό μυστικισμό ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο και ενδιαφέρον για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Πολλοί δυτικοί μυστικοί, όπως η Αικατερίνα της Σιέννας (1347-1380) και ο Ιγνάτιος Λογιόλα (1491-1556), έζησαν δραστήριο βίο και επηρέασαν ευρύτερα την κοινωνία.
Ο μεσαιωνικός μυστικισμός έφθασε σε μεγάλα ύψη με τον Έκαρτ (Johannes Eckhart, 1260-1327), που θεωρείται ο σημαντικότερος μυστικός θεολόγος της Δύσεως. Συνύφανε αυγουστίνειες και ελληνικές θεωρίες με μιά τολμηρή αποφατική θεολογία και δημιούργησε ένα επιβλητικό σύστημα, με κέντρο της θεολογικής του οντολογίας την εικόνα, οδηγώντας τον μυστικισμό της εικόνας στα απώτατα όρια. Ο άνθρωπος καλείται να αποκτήσει συνείδηση του θείου στοιχείου που υπάρχει μέσα του. Η νέα γέννηση του Χριστού στα μύχια της ψυχής αποτελεί τον σκοπό της ιστορίας της σωτηρίας. Ο Έκαρτ επιμένει ότι η μυστική ένωση δεν αποτελεί προνόμιο ορισμένων, αλλά βασική κλήση και τελικό σκοπό της ανθρωπότητας. Για να επιτύχει όμως αυτό ο άνθρωπος, δεν φθάνει μιά διανοητική διαδικασία· απαιτείται απόσυρση από τα εγκόσμια και απάρνησή τους. Τις ιδέες αυτές απλοποίησε ο J. Tauler (;1300-1361), κηρύττοντας έναν προσωπικό, βιωματικό Χριστιανισμό. Αργότερα ο Ολλανδός Jan van Ruysbroek (1293-1381) συμπεριέλαβε στον μυστικισμό της εικόνας ένα μυστικισμό της κτίσεως.
Από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του ερωτικού μυστικισμού της Δύσεως υπήρξαν οι Ισπανοί, Θηρεσία της Άβιλλας (1515-1582) και Ιωάννης του Σταυρού (1542-1591). Ο τελευταίος, που υπήρξε και πνευματικός της Θηρεσίας, περιέγραψε την πνευματική ζωή ως αυξάνουσα κάθαρση – μιά πορεία που αρχίζει με τη νύκτα των αισθήσεων, προχωρεί στη νόηση και καταλήγει στον γνόφο της ενώσεως με τον Θεό. Άλλοι μυστικοί αποκάλεσαν τη δεύτερη και τρίτη φάση, φωτισμό και ένωση αντίστοιχα. η Θηρεσία αναφέρθηκε στη μυστική αγαπητική ένωση ως «γάμο» και περιέγραψε τέσσερις βαθμίδες που οδηγούν στον Θεό: Αυτοσυγκέντρωση, συνδυασμένη με προσευχή. Προσευχή της ησυχίας. Συνενωτική προσευχή, στην οποία βούληση και νους βρίσκονται ενωμένα με τον Θεό. Εκστατική ένωση (unio mystica). Οι διδασκαλίες αυτές επηρέασαν ευρύτερα τον ρομαντικό μυστικισμό των νεοτέρων χρόνων και καλλιέργησαν μιά μυστική διάθεση στοχαστικής, συναισθηματικής και εκστατικής προσευχής.
Μυστικά ρεύματα διαχύθηκαν και στον χώρο των προτεσταντικών κοινοτήτων, που διαμορφώθηκαν από τη μεταρρύθμιση. Το πρώτο εκπροσωπούν ο V. Weigel (1533-1588), που συνέθεσε παραδοσιακές ιδέες από τον Γνωστικισμό και τον Παράκελσο, σ’ ένα απαρτισμένο σύστημα. Το δεύτερο ρεύμα πήγασε από τον J. Bohme (1575-1624), το οποίο, στην αρχή μεν συνάντησε σοβαρές αντιδράσεις, αργότερα όμως επηρέασε τη γερμανική πνευματικότητα, όταν αναπτύχθηκε ο μυστικοπαθής ευσεβισμός. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο διακεκριμένος μυστικός υπήρξε ο G. Fox (1624-1691), ιδρυτής των Κουάκερων. Με την ανάπτυξη του γερμανικού ιδεαλισμού και με τον F. Schleiermacher ο μυστικισμός προσείλκυσε το ενδιαφέρον της θεολογίας. Αργότερα ο R. Otto επισήμανε τη βαθιά σχέση του μυστικού βιώματος με την ουσία της θρησκείας.
Ανατολικός Ορθόδοξος μυστικισμός
Δύο μεγάλα αρτεσιανά φρέατα μυστικής εμπειρίας, από τα όποια άντλησε ο Ορθόδοξος βυζαντινός μυστικισμός στην πρώτη του φάση, υπήρξαν ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης (335/340-394;) και ο μοναχός Ευάγριος ο Ποντικός (345-399). Ο πρώτος τόνισε ότι η ψυχή μπορεί να φθάσει Εκείνον, ο οποίος βρίσκεται πέρα από οποιαδήποτε διανοητική σύλληψη, μέσα στον «φωτεινό γνόφο», και ακόμη καθόρισε τη μυστική εμπειρία ως εν αγάπη ένωση μετά του Θεού. Ο Ευάγριος έθεσε ως κέντρο του μυστικισμού τον νου.
Τον 5ο αι. έργα αποδιδόμενα στον Μακάριο διαμορφώνουν μιά νέα πηγή εμπνεύσεως του Ορθόδοξου χριστιανικού μυστικισμού, υπογραμμίζοντας την αντίληψη ότι το κέντρο του ανθρώπινου προσώπου βρίσκεται εις την καρδίαν. Ο Ευάγριος, επηρεασμένος από τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, έβλεπε τον άνθρωπο ως νουν αιχμαλωτισμένο στην ύλη και συνεπώς το σώμα χωρίς μετοχή στην πνευματική ζωή. Τα «Μακαριακά κείμενα», ποτισμένα από τη βιβλική σκέψη, αντικρίζουν τον άνθρωπο ως ένα ενιαίο σύνολο. Βάση του μυστικισμού που αντιπροσωπεύουν αποτελεί η σάρκωση του Λόγου. Η αδιάλειπτη προσευχή δεν οδηγεί έτσι στην απελευθέρωση του πνεύματος από τα δεσμά της σάρκας, αλλά εισάγει τον άνθρωπο στην εσχατολογική πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού με όλη την ύπαρξη -πνεύμα και σώμα.
Τα κείμενα που φέρουν το όνομα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου , υπογραμμίζοντας έντονα την αποφατικότητα στη θεολογία, αναπτύσσουν τη θεωρία της «θέας του Θεού», της ενώσεως με τον Θεό και παρακινούν τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις αισθήσεις και τις νοητικές λειτουργίες, για να συναντήσει τον Θεό μέσα στον θείο γνόφο, για να απολαύσει τη χαρά της θέας Του, μολονότι και αυτή θα παραμένει ασαφής. Τα «Αρεοπαγιτικά» κείμενα κάνουν λόγο για μιά κλιμακωτή ανάβαση. Σ’ ένα σύστημα «προόδων» αντιστοιχούν ποικίλοι βαθμοί ελλάμψεως. Ο σκοπός είναι να υψωθεί ο άνθρωπος και να φθάσει τον Μοναδικό. Τελικά, αυτή η άνοδος είναι χάρισμα Θεού.
Στον μυστικισμό που αναπτύσσεται με κέντρο τη Μονή Σινά, η «προσευχή του Ιησού» αποκτά ήδη στον 7ο αι. έναν κεντρικό ρόλο ως προσευχή διανοίας και καρδίας. Στην τελευταία φάση της πρώτης περιόδου του βυζαντινού μυστικισμού δεσπόζουν ο αγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, συγγραφέας της Κλίμακος (580-670 η μάλλον 525-600) και ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662). Το έργο του πρώτου κινείται στη γραμμή ενός μυστικισμού του γίγνεσθαι κατά το θέλημα του Θεού. Στην κορυφή τοποθετούνται οι τρεις αρετές -της πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης- και η έμφαση δίνεται στην «προσευχή του Ιησού», που τοποθετείται στο κέντρο της ησυχαστικής πνευματικότητας, στη συνένωση του ονόματος του σαρκωμένου Λόγου με την αναπνοή.
Ο αγ. Μάξιμος, που αποτελεί σπουδαίο ορόσημο στην εξέλιξη του βυζαντινού μυστικισμού, ανέπτυξε το θέμα της θεώσεως, εφαρμόζοντας το χριστολογικό δόγμα στην πορεία της εσωτερικής ζωής. Επισήμανε τις σχέσεις των επί μέρους σταδίων της μυστικής εμπειρίας μεταξύ τους και διευκρίνισε ότι, έως την ολοκλήρωση της, τη «θεωρία» πρέπει να συνοδεύει σύνολο το ήθος με οδηγό την αγάπη. Ο μυστικισμός του Μαξίμου επεκτείνεται και αγκαλιάζει οργανικά το όλον. Ο χριστοποιημένος άνθρωπος ανεβαίνει προς τον Θεό μαζί με το σώμα σε σύνδεσμο με τον ορατό κόσμο και ακόμη υψώνει μαζί του όλη τη δημιουργία, διότι αυτός είναι ο κεντρικός κρίκος που ενώνει τα διαφοροποιημένα μέρη του κόσμου.
Στους επόμενους αιώνες εμπεδώνονται τα επιτεύγματα της μυστικής παραδόσεως της Ανατολής. Στην καμπή της χιλιετηρίδας υψώνεται μιά μεγαλειώδης κορυφή του βυζαντινού μυστικισμού, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος (949-1022; -κατ’ άλλους 957-1035) με τους μαθητές του, μεταξύ των οποίων διακρίνεται ο Νικήτας Στηθάτος. Η μυστική εμπειρία του Συμεών χαρακτηρίζεται από ένταση, θέρμη, τόνο απόλυτα προσωπικό. Πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στη διδασκαλία περί φωτός, περιγράφοντας βαθιές και συνεχείς προσωπικές εμπειρίες. Σχεδόν σε κάθε σελίδα των έργων του απαντούν αναφορές στο «φως», στην «έλλαμψη» και σε άλλες παρόμοιες λέξεις. ο μυστικισμός του όμως αναπνέει έντονα σε μιά ατμόσφαιρα χριστολογική, αναστάσιμη, αγιοπνευματική, εσχατολογική.
Νέα άνθηση του βυζαντινού μυστικισμού εμφανίζεται από τα μέσα του 13ου αι. έως το τέλος του 14ου, με την ησυχαστική κίνηση. Σ’ αυτή την περίοδο κέντρο δεν είναι πλέον το Σινά ή οι κύκλοι της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά ο Άθως και η γειτονική Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικό του ησυχασμού αποτελεί η προσπάθεια για την απόκτηση μιας καταστάσεως απόλυτης ηρεμίας και ησυχίας, η όποια παραμερίζει ψαλμωδίες, μελέτη, καθαρά διανοητική ενασχόληση. Στην προσπάθεια αυτή, που έχει κέντρο της την καρδιά του ανθρώπου, συμβάλλουν η επανάληψη της προσευχής του Ιησού και άλλες πρακτικές ενέργειες που βοηθούν στη συγκέντρωση του νου.
Αποφασιστική για τη θεολογική θεμελίωση του ησυχασμού υπήρξε η συμβολή του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1359), που αρχικά μόνασε στο Αγιον Όρος και αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ο Παλαμάς τοποθέτησε τον χριστιανικό μυστικισμό μέσα στο γενικότερο θείο σχέδιο της σωτηρίας. Η βασική διάκριση γίνεται μεταξύ κτιστού και ακτίστου· του κτιστού σύμπαντος και των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Ο «υπερούσιος» Θεός δεν μπορεί να ταυτισθεί με οποιαδήποτε κτιστή αντίληψη και ιδέα, πολύ περισσότερο με τη φιλοσοφική έννοια της ουσίας. Ο άνθρωπος κατά την έλλαμψη μετέχει στις άκτιστες θείες ενέργειες. «Η θεία και θεοποιός έλλαμψις και χάρις ουκ ουσία, αλλ’ ενέργεια εστί του Θεού». Η παλαμική σκέψη, υψώνοντας την αυθεντία των Γραφών, αποκαθιστά την αξία της ύλης, την οποία ο ελληνικός ιδεαλισμός έτεινε να αρνηθεί. Το ανθρώπινο πνεύμα είναι στην πραγματικότητα εξίσου ριζικά διάφορο από τον Θεό, όσο και το σώμα. Και ο Θεός, δίνοντας τη χάρη Του, σώζει τον όλο άνθρωπο, το σώμα και το πνεύμα Του.
Στην ίδια γεωγραφική περιοχή και περίπου στην ίδια εποχή με τον Παλαμά ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1391), αναπτύσσοντας τη διδασκαλία του για τα Μυστήρια, αναφέρθηκε στα θέματα της σωτηρίας και της ενώσεως με τον Θεό. Ούτε οι ναοί, δίδαξε, ούτε οποιοσδήποτε άλλος ιερός χώρος είναι τόσο άγιος, όσο ο άνθρωπος, με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Χριστός. Ο μυστικισμός του Καβάσιλα χαρακτηρίζεται από βαθιά χριστολογική αίσθηση και προσήλωση στην οντολογική πραγματικότητα του Σώματος του Χριστού, «ο εστίν η Εκκλησία».
Η βυζαντινή παράδοση συνέχισε να επηρεάζει τις τουρκοκρατούμενες Ορθόδοξες χώρες. από τα τέλη του 18 αι. η Φιλοκαλία του αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου (εκδ. 1782) αποτέλεσε τη χρηστομάθεια του Ορθόδοξου μυστικισμού, αρδεύοντας το νεότερο Ορθόδοξο ήθος*.
Βασικά θέματα του βυζαντινού μυστικισμού
Οι όροι-κλειδιά, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα βυζαντινά μυστικά κείμενα, είναι: «γνώσις», «ησυχία», «νήψις», «προσευχή», «απάθεια», «κάθαρσις του νοός», «άσκησις», «πράξις», «θεωρία», «έκστασις», «έλλαμψις», «μνήμη Θεού»,«θεατού Θεού»,«θείο φως», «μέθεξις», «θείος έρως», «θέωσις». Την ιδιοτυπία του μυστικού βιώματος εκφράζουν επίσης οι αντινομικοί συνδυασμοί που αγκαλιάζουν διαλεκτικά τη χριστιανική εμπειρία: «λαμπρός γνόφος», «ευφρόσυνο πένθος», «νηφαλία μέθη» κ.α. Ενώ όμως την προσοχή πολλών μελετητών ελκύει η ιδιοτυπία ορισμένων από τους ανωτέρω όρους της Ορθόδοξης μυστικής θεολογίας, εντούτοις δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι από τις περισσότερο επαναλαμβανόμενες έννοιες στους Ορθόδοξους μυστικούς είναι οι όροι: «Θεός»,«Ιησούς», «Χριστός», «Πνεύμα», «Αγία Τριάς», «χάρις», «εντολαί», «Σταυρός», «Ανάστασις», «αγάπη».
Τα τυπικότερα στοιχεία του βυζαντινού μυστικισμού είναι:
α) Η ήρεμη έκσταση, στην οποία συμβάλλει η αδιάλειπτη νοερά προσευχή και ο νους με τη συμμετοχή των αρετών. Ο βυζαντινός μυστικισμός δεν γνωρίζει τους τύπους εκείνους εκστάσεως που συναντούμε σε άλλα θρησκεύματα (Σαμανισμό, αφρικανική πνευματοληψία, διονυσιακή έκσταση, δερβίσηδες κ.λπ.), η οποία σχετίζεται με τεχνικές ψυχοσωματικών διεγέρσεων, χορούς, ναρκωτικά κ.λπ. Ούτε ακόμη ταυτίζεται με την έκσταση των μυστηριακών θρησκειών ή τη φιλοσοφική λεγόμενη έκσταση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών, με την έξοδο δηλαδή του νου από το σώμα, από τον χρόνο, για να λειτουργήσει δήθεν καθαρά.
β) Γνώση – αγνωσία. Όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακατάληπτο της ουσίας Του. Συχνότατες είναι οι αποφατικές διατυπώσεις, όπως «υπερούσιος αοριστία» (Διονύσιος Αεροπαγίτης), «υπερ-άρρητος», «υπεράγνωστος» (Μάξιμος).
γ) Έλλαμψη και θέρμη. η πολυδιάστατη εμπειρία του φωτός έχει άμεσες χριστολογικές, πνευματολογικές και εσχατολογικές συναρτήσεις. Η μυστική θεωρία προεκτείνεται σε θέα εσχατολογική, έξοδο από την Ιστορία προς το αιώνιο φως της Δευτέρας Παρουσίας. Παρά τη συχνότητα όμως και τη σημασία του φωτός, ποτέ δεν δόθηκε το βάρος σε εξωτερικά φαινόμενα. Αυτά θεωρήθηκαν μόνο μιά πλευρά της θέας του Θεού. ο ουσιαστικός σκοπός παρέμεινε η συνάντηση του προσώπου του Χριστού.
δ) «Θείος έρως». Ενώ η λέξη «έρως» επανέρχεται στα κείμενα των βυζαντινών μυστικών, οι ερωτικές περιγραφές είναι λιτές και διαφοροποιούνται σαφώς από ανάλογες σελίδες του μουσουλμανικού ή του ινδουιστικού μυστικισμού. Ακόμα και σε σχέση με τους δυτικούς μυστικούς, οι όποιοι συχνά χρησιμοποιούν ρομαντικές και ρεαλιστικές περιγραφές, οι Βυζαντινοί διαφέρουν όταν μιλούν για τον έρωτα του Θεού – όπως οι αποπνευματοποιημένες βυζαντινές εικόνες από τα δυτικοχριστιανικά αγάλματα. «Ο θείος έρως», «ο μακάριος έρως», δεν νοείται σαν μιά συναισθηματική διέγερση. Δένεται άμεσα με την αγάπη στην καθολική της μορφή, στην οποία δίνεται σταθερά το πρωτείο.
ε) Μία διαλεκτική τάση μεταξύ «έχειν» και «μη έχειν», μεταξύ στάσεως και συνεχούς κινήσεως, συνεχούς επεκτάσεως σε νέες εμπειρίες «από δόξης εις δόξαν», δεσπόζει στον βυζαντινό μυστικισμό. Η ανέλιξη αυτή συνδυάζεται με βαθιά ταπείνωση, ευγνώμονη εξάρτηση από τη θεία χάρη και ανοικτή συνείδηση στην ιστορική, εσχατολογική προοπτική.
στ) «Θέωσις». Οι βυζαντινοί θεολόγοι, στηριγμένοι βιωματικά στη θεολογία της σαρκώσεως, οδηγούνται σταθερά σε μιά θεολογία της θεώσεως. Ο αγ. Μάξιμος, ο όποιος ιδιαίτερα επιμένει σ’ αυτήν τη διδασκαλία, τονίζει ότι το δράμα του Θεού στον γνόφο είναι ήδη μετοχή στον Θεό. στη θέωση τελικά οδηγεί η μετοχή και η μέθεξη των ενεργειών του Θεού. Γινόμαστε «θεοί κατά χάριν», θεοί, «άνευ της κατ’ ουσίαν ταυτότητος». Πρόκειται για ένα τολμηρό δράμα, γεμάτο εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας χάριτος, πίστη στην οντολογική αλλοίωση που συντελείται στον κόσμο με τη σάρκωση του Χριστού και τη συνεχή δράση του Αγίου Πνεύματος, πλημμυρισμένο από ανεκλάλητη αισιοδοξία για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου.
(Σχετικά με τα χαρακτηριστικά του Ορθόδοξου μυστικισμού βλ. κατωτέρω: Γιόγκα και Ορθόδοξος Ησυχασμός.)
Γενικά, ο Ορθόδοξος μυστικισμός παρουσιάζει ήρεμη νηφαλιότητα και ανάταση, σε ριζική αντίθεση προς μυστικίζουσες θεοσοφικές ή απόκρυφες θεωρίες και ψυχοσωματικές τεχνικές. Όλα είναι δώρα της χάριτος του Θεού. Εκείνο που κυρίως καταθέτει ο άνθρωπος είναι η προαίρεση, το μόνο ουσιαστικό που έχει δικό του. Ιδιαίτερα εξωτερικά φαινόμενα -όπως τα στίγματα, που είναι τόσο συχνά στους μυστικούς της Δύσεως- δεν αναφέρονται στους μυστικούς της Ανατολής. Πολλοί από τους τελευταίους προειδοποιούν ιδιαίτερα για τον κίνδυνο των σωματικών οραμάτων ή φαντασιώσεων. Διότι και τα δύο καταστρέφουν την ενότητα του ανθρώπου, την οποία ο Χριστός ήρθε να αναστηλώσει.
Η μυστική εμπειρία στην Ανατολική Εκκλησία διαμορφώνει το ήθος, την εν γένει πνευματικότητα και λατρευτική ζωή της. Είναι τόσο ευρεία η ακτινοβολία του μυστικού βιώματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος γενικότερα για μυστική θεολογία και πνευματικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι κάθε τύπος μυστικισμού βρίσκεται σε οργανική σχέση με το ευρύτερο πλαίσιο, τις δοξασίες και τις βασικές αρχές της θρησκείας, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε. Επηρεάζεται από τις αφετηριακές θρησκευτικές της συλλήψεις, τον γενικότερο προσανατολισμό και αντίστοιχα τις επαναπροσδιορίζει και τις διαμορφώνει.
Βιβλιογραφία κατ’ επιλογήν
Arberry, A.J., Sufism;An Account of the Mystics of Islam, G. Allen and Unwin, London 1950.
Blyth, R.H., Zen and Zen Classics, The Hokuseido Press, Tokyo 19703. Butler, C, Western Mysticism, Constable, London 19673. Dasgupta, S., Hindu Mysticism, Open Court, London 1927. Dupre, L., «Mysticism», The Encyclopaedia of Religion, (ed. M. Eliade):
Macmillan, New York, τομ. 10 (1987),pp. 245-261. Fedopov, G.P. (ed.), A Treasury of Russian Spirituality, Belmont, Mass, Nordlund 19752. […]
* Ρωσικός μυστικισμός. Στην Ορθόδοξη Ρωσία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα μυστικισμού. Το ένα υπήρξε άμεση συνέχεια της βυζαντινής και γενικά της Ορθόδοξης παραδόσεως. Τροφοδοτήθηκε σταθερά από τη λειτουργική ζωή και τις μεταφράσεις βυζαντινών μυστικών, όπως της Φιλοκαλίας, που κυκλοφόρησε αρχικά στη σλάβονική και αργότερα (1894) στη ρωσική γλώσσα. Ασκητικές μορφές, όπως ο Παΐσιος Βελιτσκόβσκυ (1-1794), ο Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833) και πολλοί άλλοι είχαν στη ζωή τους ζωηρά μυστικά βιώματα.
Το άλλο ρεύμα προήλθε από μεταφράσεις διαφόρων γνωστών και αγνώστων μυστικών συγγραφέων της δυτικής Χριστιανοσύνης, συνήθως ευσεβιστικών τάσεων, και παρουσίασε επικίνδυνες εξάρσεις και αιρετικές αποκλίσεις. Χαρακτηριστικές μορφές στη δεύτερη αυτή τάση υπήρξαν οι: Γρ. Σ. Σκοβορόντα (1722-1794), Ν.Ι. Νοβικώφ και Α.Φ. Λά-μπσιν. Τον 19ο αι. εμφανίσθηκαν στη Ρωσία διάφορες μυστικοπαθείς ομάδες, με πρωταγωνιστές την Ταταρίνοβα, τον Α .Π. Ντουμποβίσκυ, τον Κοτέλνικωφ (του οποίου οι οπαδοί ονομάσθηκαν «οχήματα του Πνεύματος» -«ντουχονόστσι»), οι όποιες προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας.
Σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρωσικού μυστικισμού υπήρξε ο Βλ. Σολοβιώφ (1853-1900). Με σαφείς επιδράσεις από τον Νεοπλατωνισμό και τους μυστικούς της χριστιανικής Δύσης, όπως τους Eriugena, Bohme κ.α., ο Σολοβιώφ, έχοντας ο ίδιος έντονες προσωπικές μυστικές εμπειρίες, ανέπτυξε τις απόψεις του για τη μυστική πίστη, την «πανενότητα» του Θεού με το κοσμικό και ιστορικό σύμπαν κ.λπ. Αρχικά σλαβόφιλος, δέχθηκε 4 χρόνια πριν πεθάνει τη ρωμαιοκαθολική ομολογία. Κάπως πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση, ο θεολόγος και φιλόσοφος Α.Σ. Χομιάκωφ (1804-1860) πλούτισε τον ρωσικό μυστικό στοχασμό. Ξεκινώντας από τη μυστική εμπειρία της Εκκλησίας και στρεφόμενος γύρω από αυτήν, ανέπτυξε ένα μυστικισμό της ολοκληρώσεως και συναδελφότητας, που κέντρο του έχει το Πνεύμα του Χρίστου. Το έργο του άσκησε μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα ρωσική θεολογική σκέψη.
Πηγή: Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου), Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού, εκδ. Ακρίτας, σ. 319-355.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
-
Στην Ελλάδα ζούμε την κακοδαιμονία. Αυτό είναι φανερό. Η ασάφεια της πολιτικής ζωής μετέβαλε την προσωπική διεργασία, τον τρόπο που δίνουμε ...
-
ΜΑΘΗΜΑ 79 Ψυχολογική Ανάλυση του Μαθήματος 79 🧠 1. Το «λάθος πρόβλημα» Σύμφωνα με το ACIM, ο ανθρώπινος νους κάνει ένα βασικό σφάλμ...
Τελικά, εάν δεχθούμε τους ορισμούς της Φόρτσιουν για το μυστικισμό, ότι σε γενικές γραμμές αναζητά το