Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ


ΝΑ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ
Είχα διαβάσει παλιότερα σε βιβλία που πραγματεύονταν ανατολικές διδασκαλίες, ότι πρέπει να εξοφλούμε το κάρμα και να μην αφήνουμε χρέη για το μέλλον. Τον τελευταίο καιρό αναρωτήθηκα τι να σημαίνει αυτό στην πράξη. Διότι η λέξη κάρμα είναι μια λέξη, αυτό όμως που μας εξελίσσει δεν είναι οι λέξεις αλλά τα γεγονότα και η στάση μας απέναντι σε αυτά. Θεωρώ ότι τις διάφορες μεταφυσικές έννοιες πρέπει να τις "γειώνουμε" όσο γίνεται περισσότερο. Αυτό είναι κάτι που το διδάχθηκα, όσο και αν ακούγεται παράδοξο, από τις θεωρίες και την νοοτροπία του υλισμού.

Το ενδιαφέρον είναι ότι τίποτα δεν είναι τελεσίδικα κακό. Όλα έχουν και κάποια καλή πλευρά, έστω θαμμένη σε μεγάλα βάθη, υπαρκτή όμως. Εδώ λοιπόν ο υλισμός, σε ομοιοπαθητική δόση, έχει να μας προστατέψει από τα μεταφυσικά ονειροπολήματα και να μας βοηθήσει να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα. Όχι όμως στην ρηχή πραγματικότητα των υλιστών, αλλά στην αληθινή πραγματικότητα που είναι υλική και πνευματική ταυτόχρονα. Δεν αναφέρομαι σε πολιτικές τοποθετήσεις, αυτές με αφήνουν παντελώς αδιάφορο, αλλά σε στάσεις ζωής.

Τι σημαίνει λοιπόν στην ΠΡΑΞΗ, η εξόφληση των λογαριασμών. Είναι το κλείσιμο των υποθέσεων για να μην διαιωνίζεται το λεγόμενο "κάρμα", δηλαδή οι συνέπειες των πράξεών μας. Χρωστάτε κάπου; Δίνετε τα χρήματα, ζητάτε και μια συγνώμη. Αυτό τακτοποιεί τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος. "Αιωρείται" μια ομιχλώδης παρεξήγηση; Κάντε μια ειλικρινή συζήτηση.

Τα αντίστροφα ισχύουν και για μας. Αν κάνουμε π.χ. κάποια εξυπηρέτηση, ας ψάξουμε καλά μέσα μας αν η υπόθεση έχει κλείσει από την μεριά μας, ή αν αισθανόμαστε ότι μας οφείλουν και περιμένουμε ανταπόδοση, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζουμε το θέμα. Περιμένουμε ο άλλος μόνος του να το σκεφτεί, διαβάζοντας την σκέψη μας, αυτή που εμείς δειλιάσαμε να του εκμυστηρευτούμε. Η παράλογη λογική είναι ότι επειδή εμείς είμαστε δειλοί, ο άλλος υποχρεούται να έχει τηλεπάθεια και να ασχολείται συνεχώς στην ζωή του με το να μαντεύει τι σκεφτόμαστε, για να μην μας πληγώσει. "Ξέρεις κάτι; Εγώ σε εξυπηρέτησα πρόθυμα, αλλά πιστεύω ότι μου χρωστάς. Θέλω λοιπόν αυτό και αυτό…". Αυτό σκεφτόμαστε, αλλά δεν το λέμε. Αν δεν έχουμε το θάρρος να ξεκαθαρίζουμε τις υποθέσεις μας με ευθύτητα, τότε θα περιμένουμε αυτοί που νομίζουμε ότι μας οφείλουν ανταπόδοση για κάτι να το καταλάβουν μόνοι τους, διαβάζοντας με τηλεπάθεια την σκέψη μας. Αν δεν γίνει αυτό, γεμίζουμε κακία για την δήθεν αδικία που μας έγινε. Ποια αδικία όμως; Αφού είμαστε δειλοί, τι περιμένουμε; Να ζήσουμε χωρίς επιπτώσεις, το ίδιο καλά με αυτούς που έχουν το θάρρος της γνώμης; Η δειλία είναι διαφορετική από το θάρρος. Νομοτελειακά η ζωή ενός δειλού διαφέρει ποιοτικά από την ζωή ενός θαρραλέου.

Αν δεν ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα διάφορες εκκρεμότητες "σέρνονται" στην ζωή μας, με πολλές αρνητικές συνέπειες. Ξεκαθαρίζοντας με θάρρος τα πράγματα κλείνουμε παλιούς ανοιχτούς λογαριασμούς, κάθε είδους. Οικονομικούς, συναισθηματικούς κ.α. Κλείνουμε παλιούς κύκλους πληρώνοντας ή εισπράττοντας με οποιονδήποτε τρόπο χρειαστεί και ελευθερωνόμαστε. Σκεφτείτε. Αν βοηθήσαμε κάποιον αλλά θέλουμε αντάλλαγμα, δεν είναι απελευθερωτικό να του το ζητήσουμε και να μην "τρωγόμαστε" μέσα μας; Αλλιώς ας το ξεχάσουμε οριστικά, διαγράφοντας και το παραμικρό συναίσθημα ότι αδικηθήκαμε. Αν δεν το ξεχάσουμε να του το πούμε ευθέως, και είτε να μας δώσει το αντάλλαγμα και να ευχαριστηθούμε, είτε να μας το αρνηθεί και να το παραγράψουμε με μεγαλοψυχία. Η υπόθεση οδηγείται στην όποια λύση της και τελειώνει εκεί. Οι σχέσεις μας με το άτομο αυτό ξεκαθαρίζουν και ή συνεχίζουν χωρίς ενδόμυχες κακίες και προστριβές, ή μαλώνουμε μια και καλή και χωρίζουμε. Ελευθερωνόμαστε οριστικά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Από την άλλη πλευρά μπορεί να λειτουργήσουμε με μια ανάλογη ευθύτητα, αλλά για να αδικήσουμε κάποιον. "Κοίταξε να δεις τα χρήματα σου ανήκουν, αλλά αφού μπορώ θα στ' αρπάξω". Ο κυνισμός αυτός ξεκαθαρίζει τις σχέσεις μας με αυτό το άτομο, δεν υπάρχουν κρυμμένες προθέσεις, αλλά έχουμε διαπράξει μια αδικία. Γι αυτήν θα έχουμε να πληρώσουμε. Δεν θα πληρώσουμε όμως για υποκρισία γιατί ήμασταν ευθείς στις εξηγήσεις μας.

Το θέμα είναι πολύ λεπτό διότι όταν αποκτήσουμε το θάρρος να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, διαπιστώνουμε ότι έχουμε κάποια επιρροή στους ανθρώπους. Μας αγγίζουν λιγότερο οι πράξεις και τα αισθήματά τους. Την "δύναμη" αυτή πως θα την χρησιμοποιήσουμε; Θέλει πολύ προσοχή. Γινόμαστε "αδίστακτοι". Για το καλό όμως, ή για το κακό; Εδώ ανοίγει η επικίνδυνη πόρτα της αριστερής ατραπού. Η αριστερή ατραπός είναι απλούστατα ισχυρή προσωπικότητα, χωρίς αγάπη. Θέληση, χωρίς σεβασμό.

Ο τερματισμός των εκκρεμοτήτων προσδίδει ισχύ στον χαρακτήρα μας. Ξαλαφρώνει την ζωή μας. "Δεν σε αγαπάω, ας χωρίσουμε. Αν δεν θέλεις να χωρίσουμε, σου λεω ότι θα βαριέμαι και θα έχω σχέσεις και με άλλες αν μου αρέσει, χωρίς να σου δίνω λογαριασμό". Πείτε την αλήθεια και ελευθερωθείτε. Μην μασάτε τα λόγια σας στις γυναίκες σας, ή στους άνδρες σας και μετά για να σωθείτε κρύβεστε, ζητώντας από τους άλλους να σηκώσουν το τηλέφωνο και να πουν ότι δεν είστε εκεί. Αυτό περιπλέκει τα πράγματα και δεσμεύεστε σε μια αλυσίδα συνεπειών, με τελική κατάληξη τον πόνο και το ρεζιλίκι.

Να εκφράζουμε τα παράπονά μας, να ζητούμε συγνώμη, να επιστρέφουμε τα δανεικά, να εκπληρώνουμε τις όποιες υποχρεώσεις μας, να μην αδικούμε τους άλλους, να λέμε την γνώμη μας, να λέμε αυτό που μας ενοχλεί, αυτό που πιστεύουμε ότι δικαιούμαστε. Να συζητάμε με τους άλλους για τα μεταξύ μας προβλήματα με ειλικρίνεια. Αν κάποιος μας αρέσει ας κάνουμε παρέα μαζί του. Αν δεν μας αρέσει να τελειώνουμε την σχέση. Αγαπάμε την γυναίκα μας; Ας προσέχουμε τις κινήσεις μας. Δεν την αγαπάμε; Να μην δημιουργούμε περιπλοκές. Μια ευθεία εξήγηση χρειάζεται. Να κλείνουμε παλιές υποθέσεις. Ας χάσουμε και λίγα χρήματα, ή λίγο γόητρο.

Για να γίνουν όλα αυτά πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητές μας. Αν πρώτα βάζουμε το χρήμα, θα κοιτάμε να "βγάλουμε από την μύγα ξύγκι". Θα ταλαιπωρούμε τους ανθρώπους, θα εισπράττουμε δόσεις από αυτούς που δεν έχουν, θα είμαστε άκαμπτοι, θα λέμε ψέματα, θα τρέχουμε στα δικαστήρια. Θα αποκτήσουμε χρήματα, αλλά με τι τίμημα! Θα χάσουμε την ελευθερία μας, υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα την δόνηση της ψυχής μας. Αν όμως μας ενδιαφέρει η ψυχή μας θα λειτουργήσουμε διαφορετικά. Κάποια χρήματα θα τα χαρίσουμε (εκεί που πρέπει ασφαλώς, δεν θα πιαστούμε κορόιδα - γιατί αυτό θα βλάψει τελικά και αυτόν που μας εξαπάτησε), κάποια δικαστήρια θα τα ακυρώσουμε, θα είμαστε ευέλικτοι, θα τελειώνουμε γρήγορα τις υποθέσεις με χρήματα. Το ίδιο ισχύει για όλες τις σχέσεις μας. Αν δεν μας ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος θα πούμε την γνώμη μας, θα απομακρύνουμε από την ζωή μας τους ανθρώπους που δεν μας ενδιαφέρουν, ή που μας ενοχλούν. Αν δεν είμαστε υπερόπτες θα ζητήσουμε συγνώμη για τα σφάλματά μας και δεν θα διατηρούμε κουραστικές έχθρες με τους άλλους.

Έτσι λοιπόν κλείνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς, χωρίς δυσφορία, χωρίς να βαρυγκωμάμε. Ξαλαφρώνει η ψυχή μας. Είμαστε δίκαιοι απέναντι στους άλλους και στον εαυτό μας. Εξοικονομούμε χρόνο για τον εαυτό μας και για προσφορά προς τον συνάνθρωπο. Γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Ίσως λίγο φτωχότεροι. Δεν πειράζει όμως.

Γιατί έχουμε ελαφρύνει και η ψυχική μας δόνηση έχει ανέβει; Επειδή δεν διαιωνίζουμε προβλήματα. Λύνουμε προβλήματα με άμεσο τρόπο. Δεν κινούμαστε υπογείως, ύπουλα και κρυφά. Ενεργούμε φανερά λέγοντας την γνώμη μας, κοινοποιώντας τις επιθυμίες και τις προθέσεις μας. Δεν κοιτάμε συνεχώς το συμφέρον μας, γιατί έτσι χάνουμε από αλλού. Δεν δημιουργούμε χρέη. Δεν αναβάλλουμε τις λύσεις επειδή φοβόμαστε τις αλλαγές. Αυτή είναι ίσως η μια πλευρά του να εξοφλούμε το κάρμα μας και να μην δημιουργούμε νέες βασανιστικές οφειλές για το μέλλον. Δεν υπάρχει σε αυτό μεταφυσική θεωρία, αλλά τέχνη της ζωής. Έτσι επιταχύνουμε την εξέλιξή μας. Πρακτικά πράγματα.

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Δεν το γνωρίζω. Δεν χρειάζεται να τα ξέρουμε όλα. Σε τι θα μας ωφελήσει μια διανοητική απάντηση; Αυτό που μετράει δεν είναι να δώσουμε απαντήσεις στο γιατί έγινε το Κόσμος και ποιος είναι ο προορισμός της ζωής, αλλά η αληθινά υπέροχη απόλαυση του να τακτοποιούμε εκκρεμότητες. Να βγάζουμε πράγματα στην επιφάνεια, να τα τοποθετούμε στην σωστή τους θέση και έτσι να προκαλούμε την λύση τους. Στα παιδιά μου θα συμπεριφέρομαι σαν πατέρας όχι σαν "κολλητός", στην γυναίκα μου σαν σύζυγος όχι σαν αφεντικό, στους γονείς μου σαν παιδί τους όχι σαν εχθρός τους, στον εργοδότη μου σαν υπάλληλος όχι σαν κλέφτης που προσπαθεί να αποφύγει την δουλειά, ενώ δεν αποφεύγει τον μισθό του.

Πιστεύετε ότι η καλύτερη απόλαυση είναι το φαγητό, το σεξ, η διασκέδαση, η μουσική; Μεγάλο λάθος! Η καλύτερη απόλαυση είναι το κλείσιμο των εκκρεμοτήτων στην ζωή μας και η εσωτερική σιγή του διαλογισμού. Αυτά τα δύο σχετίζονται μεταξύ τους, διότι τα περισσότερα προβλήματά μας δεν είναι παρά αποκρυσταλλωμένα μοντέλα σκέψης. Όταν αυτά πάψουν να υπάρχουν, παύουν να υπάρχουν και τα προβλήματα. Η οπτική γωνία είναι διαφορετική και η λύση ολοφάνερη. Αν δεν σκεφτόμαστε το πως μας μίλησε άσχημα κάποιος και δεν μας απασχολεί η γνώμη των άλλων, τότε έχουμε πρόβλημα μαζί του;

Η ρύθμιση με ειλικρίνεια και γνησιότητα χωρίς υποκρισίες, του τρόπου ζωής μας και της στάσης μας απέναντι στον εαυτό μας και τους ανθρώπους, επιφέρει μεγάλες αλλαγές μέσα μας. Δημιουργεί ένα εξελικτικό άλμα. Αυτά τα πράγματα έχουν υποτιμηθεί. Νομίζουμε ότι αν ασχοληθούμε με μεταφυσικές θεωρίες, με αποστήθιση των ανώτερων σωμάτων, ή των αοράτων επιπέδων, με μελέτη παραδόσεων και της ιστορίας τους, θα αλλάξει κάτι μέσα μας. Ακόμα και αν κάνουμε του κόσμου τις ασκήσεις, διαλογισμούς, οραματισμούς, προσευχές, θα μείνουμε όπως είμαστε. Ίσως και να χειροτερέψουμε. Η αλλαγή της στάσης ζωής είναι η ουσία. Η άσκηση του διαλογισμού θα επιταχύνει αυτή την διαδικασία σαν ένα είδος λιπάσματος. Αλλά θα συμβεί και το αντίστροφο. Θα προοδεύσουμε στον διαλογισμό αν τον συνδυάσουμε με την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων μας, με την προσφορά προς τον συνάνθρωπο και με την ειλικρινή εκδήλωση του εαυτού μας, όποιος και αν είναι αυτός.

ΕΜΠΟΔΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ


ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΕΞΕΛΙΣΣΟΥΝ
Για να επιλύσουμε ένα πρόβλημα που μας βασανίζει και που θέλουμε να το ξεπεράσουμε πρέπει αρχικά να διακρίνουμε την λύση. Αυτό δεν είναι απλώς θέμα μόρφωσης, ενημέρωσης, ή συμβουλών που θα δεχθούμε, αλλά και θέμα συναισθήματος. Ποιότητας συναισθήματος, που θα εξασφαλίσει την συνειδητοποίηση της λύσης. Δηλαδή η επίλυση ενός προβλήματος απαιτεί την άνοδό μας σε ένα υψηλότερο επίπεδο εξέλιξης. Απαιτεί την βελτίωσή μας ως ανθρώπων.

Ας δούμε ένα παράδειγμα. Υπάρχει ένα αταίριαστο ζευγάρι. Η ζωή τους είναι μη αναστρέψιμα δύσκολη και το διαζύγιο προβάλει ως η μόνη λογική λύση. Αν σε αυτό το ζευγάρι υπάρχει κάποια αδυναμία του συναισθήματος, αμοιβαία εξάρτηση, ντροπή για το τι θα πει ο κόσμος, φόβος για την αλλαγή, τότε ο χρόνος θα αναλώνεται μεταξύ βασάνων και μάταιης αναζήτησης οποιασδήποτε άλλης λύσης, εκτός από την προφανή. Αν η ψυχική τους κατάσταση αλλάξει προς το καλύτερο τότε αυτομάτως θα διακρίνουν την λύση του προβλήματός τους, την οποία δεν μπορούσαν να δουν λόγω των υποβαθμισμένων συναισθημάτων τους.

Η ντροπή για το τι θα πει ο κόσμος για παράδειγμα, διώχνει από τον νου μας την σκέψη της προφανούς λύσης. Ψάχνουμε για οτιδήποτε άλλο, βασανιζόμαστε και κωλυσιεργούμε, αλλά λύση δεν βρίσκουμε. Όταν ξεπεράσουμε αυτή την εμπλοκή λέγοντας στον εαυτό μας: εγώ θα ζήσω την δική μου ζωή και όχι την ζωή που θέλουν οι άλλοι και δεν θα δίνω λογαριασμό για τις αποφάσεις μου, θα δούμε ότι ταυτόχρονα αλλάζει η αντιληπτική μας ικανότητα. Αμέσως βλέπουμε την λύση και την εφαρμόζουμε.

Θέλουμε να επιβάλουμε μια λογική και αναγκαία τιμωρία στο παιδί μας. Αν είμαστε ανασφαλείς ως γονείς και συνεχώς επιζητούμε την επιβεβαίωση, τότε αν η αντίδραση του παιδιού μας είναι ένα περιφρονητικό: δεν σε αγαπάω, δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Θα φοβηθούμε, το παιδί μας θα μάθει πως να μας χειρίζεται και θα γίνει ένα κακομαθημένο. Ξεπερνώντας όμως την ανασφάλειά μας δεν θα δειλιάσουμε μπροστά στις συνέπειες, ασήμαντες κατά τα άλλα, και θα λειτουργήσουμε αξιοπρεπώς ως γονείς. Δεν θα αναρωτιόμαστε χωρίς τέλο, για το πως θα επιβληθούμε στα παιδιά μας, ούτε θα παίρνουμε ηρεμιστικά, αλλά όντας σίγουροι για τον εαυτό μας θα αποφασίσουμε τι πρέπει να κάνουμε.

Βλέπουμε λοιπόν ότι πολλά προβλήματα χρονίζουν και παραμένουν άλυτα βασανίζοντάς μας για μια ολόκληρη ζωή, επειδή κάποια αδυναμία μας εμποδίζει να βρούμε και να εφαρμόσουμε την λύση. Συνήθως εμείς επειδή δεν θέλουμε να ξεβολευτούμε, επαναπαυόμαστε και αναβάλουμε την λύση έως ότου οδηγηθούμε σε αδιέξοδα, οπότε αναλαμβάνουμε δράση την τελευταία στιγμή. Πρέπει δηλαδή να αρχίσουμε να υποφέρουμε πολύ ώστε να αφυπνιστούμε και να αλλάξουμε τον εαυτό μας και την ζωή μας. Αλλιώς βολευόμαστε και συνηθίζουμε να ζούμε με τα προβλήματά μας, κατηγορώντας τους άλλους, την κοινωνία και τον Θεό.

Η λύση είναι μπροστά μας αλλά εμείς κοιτάμε αλλού, πολλές φορές με μια περίεργη εμπάθεια. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις ανθρώπων που προτιμούνε να καταστραφούν παρά να αλλάξουν τακτική. Τα προβλήματα όμως δεν λύνονται εθελοτυφλώντας, ή με τα πείσματα. Σαν συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι για να αλλάξουμε τον εαυτό μας προς το καλύτερο πρέπει τελικά να υποφέρουμε. Διαφορετικά, αν περνάμε καλά στην ζωή μας δεν έχουμε λόγους να κάνουμε το οτιδήποτε. Καπνίζουμε, πίνουμε, ξενυχτάμε, βλάπτουμε τους άλλους. Όσο διασκεδάζουμε ο φόβος για την υγεία μας είναι θεωρητικός. Όταν όμως πάθουμε κάτι τότε κόβουμε και το ποτό και το κάπνισμα και τα ξενύχτια. Έχετε προσέξει ότι οι περισσότεροι εγκληματίες μετανοούν αφού συλληφθούν από την αστυνομία; Μέχρι εκείνη την στιγμή όσο έκαναν αυτό που ήθελαν ελεύθερα, η μετάνοια δεν περνούσε καν από το μυαλό τους.

Ζούμε σε μια κατάσταση αδράνειας και για τους περισσότερους μόνο τα χτυπήματα της ζωής είναι κίνητρο για αλλαγή. Έχει ειπωθεί ότι μόνο όσοι έχουν βιώσει την απογοήτευση και την διάψευση των ελπίδων, μπορούν να δουλέψουν με τον εαυτό τους. Οι υπόλοιποι, οι ικανοποιημένοι που ζουν σε πραγματική ή φανταστική επάρκεια, δεν έχουν ισχυρά κίνητρα και τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα συχνά είναι κίβδηλα. Για να περνάει ευχάριστα η ώρα. Για τους ανθρώπους αυτούς κάποτε θα έρθει η στιγμή της οδυνηρής διάψευσης των ελπίδων, που είναι ταυτόχρονα η καλύτερη ευκαιρία για την έναρξη της εργασίας με τον εαυτό μας.

Όσο πιστεύω ότι θα την γλιτώσω, γιατί να αλλάξω; Γιατί να κόψω το κάπνισμα όσο υπάρχει μέσα μου η ελπίδα ότι ο καρκίνος αφορά μόνο τους άλλους; Γιατί να απαλλαγώ από τα ελαττώματά μου όταν αδικώ, κατηγορώ, ζηλεύω, κλέβω, αλλά ακόμα δεν έχω πάθει τίποτα και πιστεύω αυταπατώμενος ότι η ανθρώπινη και η θεία δικαιοσύνη δεν θα με αγγίξουν ποτέ; Γιατί να αλλάξω, όταν πείθω τον εαυτό μου ότι πάντοτε φταίνε οι άλλοι και εγώ είμαι απλώς ένα αθώο θύμα των περιστάσεων;

Όταν κάποτε μοιραία συναντήσω τις συνέπειες των πράξεών μου και τις συνειδητοποιήσω, βγαίνοντας από τον φανταστικό κόσμο της ατιμωρησίας, οι αυταπάτες μου καταρρέουν και ψάχνω πλέον για λύσεις. Ψάχνω όμως σε άλλες αυταπάτες, κυνηγώντας χίμαιρες, έως ότου διαψευσθούν με την σειρά τους και αυτές. Τότε αηδιασμένος θα πάψω να επιρρίπτω ευθύνες στους άλλους και θα στραφώ στην μόνη αληθινή λύση, που είναι η εσωτερική αλλαγή. Θα σκοντάψω μια, δύο, δέκα φορές, έως ότου το πάρω απόφαση να προσέχω που πατάω. Θα υποφέρω χωρίς να γνωρίζω το γιατί. Θα φταίνε πάντοτε οι άλλοι, θα θέλω να αλλάξω τους άλλους, μέχρι να συνειδητοποιήσω κάποτε ότι στην ουσία ο υπεύθυνος της μιζέριας μου είμαι εγώ. Πρέπει να αλλάξω εγώ. Αυτή είναι η στιγμή της ωρίμανσης, η αληθινή έξοδος από την παιδική ηλικία.

Έτσι λοιπόν οι δυσκολίες της ζωής μας οδηγούν νομοτελειακά στην εσωτερική αλλαγή, όπως ο πόνος μας οδηγεί στους γιατρούς και στα φάρμακα. Μπορούμε να αγνοούμε τα συμπτώματα μιας ασθένειας από φόβο, ή από αφέλεια για όσο θέλουμε, μέχρι να καταλήξουμε στο κρεβάτι. Εκεί πλέον θα πρέπει να δράσουμε διότι δεν υπάρχει οδός διαφυγής. Όσο πιστεύουμε ότι ο εγωισμός είναι "χρήσιμος" δεν θα εργαστούμε ποτέ για την απαλλαγή μας από αυτόν. Όταν αλλάξουμε νοοτροπία μετά από αρκετά χτυπήματα στην ζωή, τότε έχουμε ωριμάσει για εσωτερική εργασία. Έχουμε στραφεί στον εαυτό μας.

Βρισκόμαστε πλέον στο σημείο όπου έχουμε αποφασίσει ειλικρινά την αλλαγή μας. Δεν ελπίζουμε ότι θα την γλιτώσουμε χωρίς να αλλάξουμε, ότι θα κάνουμε το λάθος και θα απολαμβάνουμε την ζωή μας σαν να έχουμε κάνει το σωστό. Εδώ τώρα απαιτείται ένα ακόμη άλμα στην συνειδητότητά μας. Μια περαιτέρω βελτίωσή μας ώστε να μπορέσουμε, όπως ήδη έχουμε πει, να διακρίνουμε την σωστή λύση και να βρούμε την δύναμη να την εφαρμόσουμε.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι δυσκολίες μας εξελίσσουν, με τον όρο όμως ότι τις αποδεχόμαστε και αποφασίζουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας χρησιμοποιώντας τις σαν μέσο "εκγύμνασης". Διδασκόμαστε, αναλαμβάνουμε την ευθύνη των πράξεών μας, προσπαθούμε και έτσι βελτιωνόμαστε. Αν όμως επιχειρούμε να τις αποφύγουμε με πλάγια μέσα χωρίς να δίνουμε πραγματικές λύσεις, τότε λειτουργούμε με κουτοπονηριά. Το σύμπαν όμως δεν μπορούμε να το εξαπατήσουμε έτσι εύκολα.

Αντίθετα, αν εργαστούμε υπεύθυνα, τότε θα διαπιστώσουμε ότι μας παρέχονται πολλές εξυπηρετήσεις. "Τυχαία" περιστατικά, "συμπτώσεις", μαθήματα, συμβολικά γεγονότα, εσωτερική ενίσχυση και άλλα πολλά, θα διευκολύνουν την προσπάθειά μας. Αρχίζουν να ανοίγουν διάφορες "πόρτες" μέσα μας και έξω μας, γιατί εισερχόμαστε πλέον στο ρεύμα της εξέλιξης και κάποιες δυνάμεις τίθενται στην διάθεσή μας. Η χάρις του Θεού, όπως θα έλεγαν κάποιοι. Μόνο η προσωπική εμπειρία θα μας πείσει.

Η ειλικρινής απόφαση είναι το ήμισυ του παντός. Από εκεί και πέρα θα διαπιστώσουμε ότι αυξάνουν οι εσωτερικές δυνατότητές μας, η αποφασιστικότητά μας και επίσης ότι δεχόμαστε κάποια υποστήριξη από το περιβάλλον μας. Όχι μόνο από ανθρώπους, αλλά ορισμένα γεγονότα διευθετούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να μας βοηθούν. Συμβαίνει συχνά, μετά από μια σοβαρή και σταθερή απόφασή μας, να δημιουργηθούν τέτοιες καταστάσεις στην ζωή μας οι οποίες να μας προσφέρουν ευκαιρίες για κάποια συγκεκριμένη εργασία επί του εαυτού μας.

Ας πούμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Έστω ότι αποφασίσαμε μετά από πιέσεις που δεχθήκαμε στην ζωή μας, από δυσκολίες που προκαλέσαμε, να απαλλαγούμε από την φιλαργυρία μας. Συνειδητοποιήσαμε ότι εμείς οι ίδιοι έχουμε δυσκολέψει την ζωή μας και δεν ευθύνονται οι άλλοι. Θέλουμε ειλικρινά να αλλάξουμε. Ανοίγουν τότε οι νοητικοί μας ορίζοντες. Αλλάζουμε μέσα μας χωρίς καν να κοπιάσουμε, μόνο και μόνο επειδή αποφασίσαμε κάτι. Βλέπουμε καθαρά τις συνέπειες της φιλαργυρίας μας. Δημιουργούνται καταστάσεις με έναν ανεξήγητο τρόπο. Αρχίζουμε να συναντούμε ανθρώπους που χρειάζονται κάτι που έχουμε εμείς. Είναι ευκαιρίες για να δώσουμε. Διακρίνουμε τέτοιες ευκαιρίες, που πάντοτε υπήρχαν, αλλά η τσιγκουνιά μας, μάς έκανε να στρέφουμε το βλέμμα μας αλλού. Βλέπουμε όμως και νέες ευκαιρίες, που λες και τις προκάλεσε η απόφασή μας με έναν "μαγικό" τρόπο. Η απόφασή μας άλλαξε το περιβάλλον μας. Είναι σαν μια προσευχή. Ζητήσαμε εκπαιδευτικές συνθήκες για να αποβάλλουμε την φιλαργυρία μας και αυτές μας δόθηκαν. Δεν μένει παρά να τις εκμεταλλευτούμε.

Μερικές φορές η απόφασή μας δεν είναι απολύτως συνειδητή. Έχουμε κουραστεί από κάποιες αδυναμίες μας και θέλουμε, με έναν υποσυνείδητο τρόπο, να τις αποβάλλουμε. Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες μέσα μας, χωρίς να το έχουμε καταλάβει. Τότε διάφορα γεγονότα, ευκαιρίες θα λέγαμε, εμφανίζονται στην ζωή μας όπως και στην περίπτωση των συνειδητών αποφάσεων. Εμείς όμως δεν γνωρίζουμε την σημασία τους, απλά μας συμβαίνουν. Ακολουθώντας την αντίστροφη οδό, από την φύση των γεγονότων μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την ενδόμυχη απόφαση που έχουμε πάρει και την εργασία που είμαστε ώριμοι πλέον να πραγματοποιήσουμε. Η ερμηνεία των γεγονότων φέρνει την απόφασή μας από το υποσυνείδητο στο συνειδητό. Το περιβάλλον μας είναι στην ουσία ένας δάσκαλος. Αν σύμφωνα με το προηγούμενο παράδειγμα διαπιστώσουμε ότι αρχίζουμε να περιστοιχιζόμαστε από ανθρώπους που έχουν ανάγκη και αναρωτηθούμε τι σημαίνουν αυτές οι συγκυρίες, θα αντιληφθούμε ότι είναι η εξωτερική έκφραση μιας ενδόμυχης επιθυμίας. Να απαλλαγούμε από την φιλαργυρία μας.

Το Αόρατο δεν κοιτάει αυτό που νομίζουμε ότι θέλουμε, αλλά αυτό που θέλουμε πραγματικά. Δεν απαντάει στις επιθυμίες του μυαλού, αλλά στις βαθύτερες επιθυμίες της καρδιάς μας. Αυτά που στην ζωή μάς φαίνονται ως ευχάριστες συμπτώσεις, ή ανεπιθύμητες δυσκολίες, είναι στην πραγματικότητα το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που εμείς οι ίδιοι θελήσαμε, χωρίς συχνά να το γνωρίζουμε συνειδητά. Δεν είμαστε αβοήθητοι.

26/11/04

ΘΕΟΣ


ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
Μεγαλεπήβολος τίτλος. Είναι όμως κάτι το τόσο ασυνήθιστο, τόσο μεγαλειώδες; Είναι ο Θεός κάτι το τόσο μακρινό και δυσπρόσιτο ώστε να χρειάζονται θρησκείες, τελετουργίες, κανόνες και πρέπει, για να γυρίσει το πρόσωπό του και να μας προσέξει; Η αντίληψη ότι ο Θεός είναι κάτι το άπιαστο, ίσως ένας τιμωρός, κάποιος που θα μας κατακρίνει, μας αποθαρρύνει. Είναι όμως έτσι; Μήπως είναι ένας φίλος με άπειρη κατανόηση και ενδιαφέρον; Αν δεχθούμε την άποψη ότι ο Θεός βρίσκεται μέσα μας, τότε είναι κάτι το πολύ κοντινό σε μας, κάτι το πολύ οικείο. Να τολμήσουμε να πούμε ποιο οικείο και από τον ίδιο μας τον εαυτό... Αν ισχύει κάτι τέτοιο η επαφή μας με αυτόν είναι κάτι πολύ εύκολο που δεν έχει καμία σχέση με περίπλοκες θεωρίες, με θρησκείες και μεσάζοντες, που εμπορεύονται την θεία χάρη. Γιατί να ζητήσουμε από τρίτους αυτό το οποίο έχουμε μέσα μας, γιατί να ψάξουμε μακριά μας αυτό που μπορούμε να αγγίξουμε με μια κίνηση του χεριού μας; Πως θα τον αγγίξουμε; Πολύ απλά, κατανοώντας πως σκέφτεται, πως αισθάνεται, ποια είναι η νοοτροπία του και να την υιοθετήσουμε και εμείς.

Και εδώ ασφαλώς είναι που αρχίζουν τα προβλήματα και οι παρανοήσεις. Όταν λέμε ότι ο Θεός είναι μέσα μας εννοούμε ότι είναι κάτι το ξένο εντός μας, ή είναι ο βαθύτερος εαυτός μας; Αν δεχθούμε την δεύτερη άποψη, που είναι κατά την γνώμη μου η σωστή, τότε καταρρίπτονται διάφοροι μύθοι. Ο πρώτος είναι ότι γινόμαστε ο εαυτός μας κάνοντας πάντα αυτό που θέλουμε εμείς. Όμως αυτό που θέλουμε είναι προς το παρόν η επιθυμία του παρασιτικού εαυτού μας. Η επιθυμία του εγωισμού μας και των διάφορων πρέπει, που έχουν αυτοτιτλοφορηθεί ως συνείδηση. Άρα θα πρέπει να ανακαλύψουμε αν εκτός από την θέληση του εγωισμού μας και την θέληση των άλλων, υπάρχει μέσα μας και κάποια τρίτη θέληση, η θέληση του πραγματικού μας εαυτού, δηλαδή η φωνή του Θεού μέσα μας.

Ένας άλλος μύθος που καταρρίπτεται είναι ότι για να προσεγγίσουμε το Θείο, πρέπει να ακολουθήσουμε κάποιους κανόνες, κάποιους δεκάλογους, ή κάποιους ανθρώπους. Εφ΄ όσον ο Θεός είναι και μέσα μας θα ακούσουμε την φωνή του επίσης μέσα μας, δεν χρειάζεται να την ψάξουμε αλλού. Όλα τα υπόλοιπα είναι υποκατάστατα έως ότου κατορθώσουμε να βρούμε την άκρη του νήματος, μέσα στο ίδιο μας το είναι. Τότε οι δεκάλογοι και οι θρησκείες καθίστανται μάλλον περιττοί. Αν κάτι δεν πηγάζει από μέσα μας τότε είναι ένα ξένο σώμα και θα μας οδηγήσει σε αδιέξοδο. Στις θελήσεις των άλλων, στην δική τους κατανόηση, σε πράγματα περιττά για μας, ίσως και επιζήμια, διότι εγκλωβιζόμενοι σε κανόνες ικανοποιούμαστε με αυτούς και παραμένουμε σε ένα φαντασιακό υποκατάστατο της πραγματικής φωνής του Θεού μέσα μας. Ένα υποκατάστατο κατασκευασμένο στα μέτρα των άλλων, ή του δικού μας εγωκεντρισμού.

Ας κάνουμε μια εξαιρετικά παράτολμη σκέψη. Πως αντιλαμβάνεται ο Θεός μια κατάσταση; Κατ’ αρχήν πως την αντιλαμβανόμαστε εμείς; Μέσω του δικού μας εγώ. Δηλαδή η δική μας οπτική γωνία, το δικό μας συμφέρον, η δική μας καλοπέραση, οι δικοί μας άνθρωποι, η δική μας άποψη και προτίμηση. Αν ξεπεράσουμε την εμμονή του δικού μας, θα μπορέσουμε να μπούμε στην θέση του άλλου. Αυτό είναι μια σαφής πρόοδος. Έχουμε όμως ακόμα κάποιους περιορισμούς. Το εγώ του άλλου. Την δική του οπτική, το δικό του συμφέρον... κ.λ.π. Ακόμα και αυτό είναι μια εγωιστική οπτική γωνία, όχι όμως του δικού μας εγωισμού αλλά του εγωισμού του άλλου πλέον. Μας βοηθάει όμως να κατανοήσουμε την άλλη πλευρά και να μην την καταδικάζουμε με φαρισαϊκή ευκολία. Υπάρχει όμως κάποια θέση που κοιτάει τα πράγματα χωρίς να αυτοπεριορίζεται από κάποιο εγώ, δικό μας ή αλλουνού; Υπάρχει και αυτό είναι το λεγόμενο, αλλά παρεξηγημένο, κοινό καλό! Όχι το καλό το δικό μου, ή του άλλου, όχι η νίκη της μιας πλευράς, όχι το δίκιο του ενός, αλλά μια κατάσταση που είναι ωφέλιμη για τον καθένα χωριστά και για το σύνολο γενικά. Το να βλέπει κανείς το γενικό καλό, δηλαδή το καλό του καθενός, του συνόλου ταυτόχρονα αλλά και του εαυτού μας, γιατί και εμείς είμαστε μέρος του συνόλου, είναι μια τέχνη που μαθαίνεται σταδιακά. Φανταστείτε ότι κάποιος φίλος σας αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και χρειάζεται βοήθεια. Αν αυτά είναι χρόνια και νοσηρά όπως χαρτοπαιξία, απερισκεψίες κ.λ.π. δίνοντάς του χρήματα ζημιώνεστε εσείς. Δεν επιλύθηκε κανένα πρόβλημα, απλώς μετατέθηκε σε εσάς. Αν όμως τον βοηθήσετε να συνετιστεί και μετά τον στηρίξετε οικονομικά, τότε το πρόβλημα δεν πηγαίνει σε άλλον αλλά εξαφανίζεται και έτσι μειώνεται το κακό στην Γη. Στην δεύτερη περίπτωση έχουν ωφεληθεί όλοι. Αυτό είναι το κοινό καλό.

Ποιες είναι οι φωνές που υπάρχουν μέσα μας; Είναι οι φωνές των διάφορων πολιτικών και θρησκευτικών κατεστημένων, τα κοινωνικά πρέπει, οι φοβίες μας, οι ανασφάλειές μας, η αποδεκτή από όλους ηθική, οι γονείς μας, οι φίλοι μας κ.λ.π. Μαζί με όλες όμως αυτές τις φωνές υπάρχει και μια ακόμα. Η φωνή της συνείδησής μας, η φωνή του πραγματικού μας εαυτού, η φωνή του Θεού μέσα μας. Αν κατορθώσουμε να ξεδιαλύνουμε την κατάσταση, να διαχωρίσουμε τις ψεύτικες φωνές από την αληθινή, τότε έχουμε βρει έναν δάσκαλο μέσα μας. Τα διάφορα κατεστημένα δεν μας πιέζουν μόνο εξωτερικά με διάφορους καταναγκασμούς, αλλά τοποθετούν μέσα μας και τους "αντιπροσώπους" τους. Τις ενοχές, τα πρέπει και διάφορα τέτοια, που όλα όμως είναι μεταμφιεσμένα σε δικές μας γνώμες. Η ενοχή και η ανασφάλεια που θα νοιώσει κάποιος όταν αμφισβητήσει την κοινή γνώμη δεν βιώνεται ως κάτι το ξένο, αλλά ως μια δεύτερη δική του άποψη που συγκρούεται με την αμφισβήτηση. Η δεύτερη αυτή άποψη υποδύεται την δική του συνείδηση, είναι όμως ο εκπρόσωπος του κατεστημένου μέσα του. Είναι κάτι ξένο. Όταν συνειδητοποιήσουμε ό,τι είναι εμβόλιμο, τότε μόνο μπορούμε να το παραμερίσουμε. Συνήθως η συμπεριφορά μας και τα πιστεύω μας καθοδηγούνται από τις διάφορες ξένες φωνές, σχηματίζοντας έτσι μια παρασιτική προσωπικότητα που υποδύεται την αληθινή. Αν μάθουμε να ακούμε την φωνή της πραγματικής μας συνείδησης, δηλαδή την φωνή του Θεού μέσα μας, τότε θα αλλάξουν τα πιστεύω μας, η συμπεριφορά μας, τα αισθήματά μας και θα οικοδομηθεί γύρω από την συνείδησή μας (που θα είναι το θεμέλιο) μια άλλη προσωπικότητα, ένα άλλο εγώ, το αληθινό.

Έτσι θα έχουμε προσεγγίσει τον Θεό, θα λειτουργούμε σύμφωνα με το θέλημά του. Θα μάθουμε να βιώνουμε το μυστικό της υπακοής. Η πραγματική υπακοή είναι προς το θέλημα του Θεού, όχι σύμφωνα με διάφορες εξωτερικές εντολές, βιβλία και ιερατεία, αλλά όπως αυτό μας το πληροφορεί η φωνή της πραγματικής μας συνείδησης (ενίοτε δυσάρεστο, επειδή συγκρούεται με το επίπλαστο και παρασιτικό εγώ – το οικοδόμημα γύρω από τις ξένες φωνές μέσα μας).

Ο ψεύτικος εαυτός μας, αυτός δηλαδή που χτίστηκε στα θεμέλια των παντοειδών εξωτερικών επιδράσεων, είναι εγωκεντρικός, ανασφαλής, ή μεγαλομανής, ανάλογα με τις περιστάσεις και ενδιαφέρεται για το στενό ατομικό του συμφέρον. Επειδή όμως το Σύμπαν ενδιαφέρεται για το καλό του όλου, μετά από μερικές πρόσκαιρες απολαβές ο ψεύτικος εαυτός μας, δηλαδή εμείς (γιατί αυτό που τώρα είμαστε και αισθανόμαστε ως το εγώ μας, είναι ένα παράσιτο), δεν κατορθώνει να εξασφαλίσει ούτε καν αυτό το στενό συμφέρον. Αντιθέτως ο αληθινός μας εαυτός, αυτός που οικοδομήθηκε στα θεμέλια της φωνής της συνείδησής μας, ενδιαφέρεται για το συνολικό καλό.

Να λοιπόν δύο κριτήρια που μας βοηθούν να προσεγγίσουμε τον Θεό. Να είμαστε ο εαυτός μας, δηλαδή να μας καθοδηγεί η ίδια η φωνή της συνείδησής μας, με την βοήθεια της οποίας θα γεννηθεί μέσα μας ένας νέος εαυτός και να ενδιαφερόμαστε και να εργαζόμαστε για το συνολικό καλό, βλέποντας τα γεγονότα και τον εαυτό μας από μια ανώτερη αποστασιοποιημένη οπτική, ελεύθερη από τον εγωκεντρισμό.

Αυτά όμως δεν πραγματοποιούνται μόνο με την σκέψη και τις καλές προθέσεις. Τα λόγια μάς εξαπατούν συχνά. Νομίζουμε ότι κάτι καταφέραμε, βρισκόμαστε όμως στην προστατευμένη ατμόσφαιρα του διανοητικού μας θερμοκηπίου. Όταν μοιραία έρθουμε σε επαφή με την ζωή τότε αντιδρούμε με τον συνήθη τρόπο, ξεχνώντας όλες μας τις θεωρίες. Οι αληθινές πραγματώσεις γίνονται στο επίπεδο της πράξης, όχι της σκέψης. Αλλάζουμε τις πράξεις μας, αλλάζοντας ταυτόχρονα τα συναισθήματά και τις σκέψεις μας. Η βαθύτερη κατανόηση προέρχεται από τις πράξεις, όχι από τις σκέψεις, ούτε καν από τα συναισθήματα. Άρα λοιπόν τον Θεό θα τον βρούμε μέσα μας. Δεν θα μας τον αποκαλύψει κανείς. Δεν θα τον βρούμε ακολουθώντας άλλους, ούτε συμμορφούμενοι με τις μαζικές υπνώσεις του εκάστοτε κοινωνικού, πολιτικού, θρησκευτικού ή εθνικού συρμού. Πρέπει να βγούμε από την μάζα και να γίνουμε άτομο. Υπάρχει όμως ένας σκόπελος, ένα σταυροδρόμι αμέσως μετά την έξοδό μας από την μάζα. Θα γίνουμε άτομο για τον εαυτό μας (δηλαδή ένα υπερφίαλο αυτάρεσκο ισχυρό εγώ, που επιδιώκει την δύναμη – και ενδεχομένως μπορεί να την αποκτήσει), ή θα γίνουμε άτομο για όλους, δηλαδή ένα εργαλείο της φωνής της συνείδησής μας που είναι η φωνή του Θεού, δηλαδή το καλό για όλους;
ENATO KYMA

ΜΑΣΚΕΣ




ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ
Ας δούμε λίγο το θέμα του χρήματος. Δεν θα συζητήσουμε τα αυτονόητα και τα τετριμμένα, όπως ότι το χρήμα δεν είναι καλό αλλά χρειάζεται, ότι διαφθείρει αλλά τι να κάνουμε χωρίς αυτό δεν γίνεται… κ.λ.π. Ασφαλώς και χρειάζεται, ασφαλώς και διαφθείρει. Αλλά ποιους διαφθείρει; Αυτούς που μπορούν να διαφθαρούν.

Γνωρίζουμε κάποιον άνθρωπο μια ζωή χωρίς όμως να έχουμε μαζί του οικονομικές δοσοληψίες. Ίσως έχουμε αυταπατηθεί για το ποιόν του. Βγαίνουμε μαζί, διασκεδάζουμε, μας κερνάει, λέει ανέκδοτα. Εμείς είμαστε ενθουσιασμένοι μαζί του έως ότου του δανείσουμε χρήματα, ή χρειαστούμε εμείς οικονομική βοήθεια. Θα μας επιστρέψει τα δανεικά; Θα μας συμπαρασταθεί στην ανάγκη; Η έναρξη οικονομικών δοσοληψιών μαζί του μπορεί να είναι καταλυτική. Θα ΠΕΣΟΥΝ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ και θα δούμε με τι άνθρωπο έχουμε να κάνουμε. Αυτά συμβαίνουν πολύ συχνά μεταξύ συγγενών σε κληρονομικά ζητήματα, αλλά και σε πολλά άλλα. Βλέπουμε το αληθινό πρόσωπο των δικών μας ανθρώπων και αυτοί βλέπουν το δικό μας.

Ασφαλώς αυτά μπορεί να συμβούν και σε μας. Ποια είναι η σχέση μας με το χρήμα; Το έχουμε για θεό μας; Πόσο το υπολογίζουμε; Πόσο το δίνουμε, πόσο το ζητάμε; Παριστάνουμε τους γενναιόδωρους και τους δίκαιους έως ότου πιάσουμε στα χέρια μας χρήματα. Τότε πέφτουν οι δικές μας μάσκες και αποκαλύπτεται η φιλαργυρία μας στους άλλους. Αν είμαστε τυχεροί και έχουμε καλή σχέση με τον εαυτό μας μαθαίνουμε ποιοι είμαστε. Οι άλλοι βέβαια μας καταλαβαίνουν αμέσως και το σχολιάζουν στον περίγυρό μας. Το θέμα όμως είναι να συνειδητοποιήσουμε και εμείς κάτι για τον εαυτό μας.

Βλέπουμε πως λειτουργεί το συμφέρον στους ανθρώπους. Πως ασχημαίνει η ψυχή τους, ακόμα και το πρόσωπό τους. Έχουμε όμως αναρωτηθεί τι εικόνα δίνουμε εμείς στο περιβάλλον μας; Μήπως και εμείς είμαστε τέτοιοι; Ας κοιταχθούμε στον καθρέφτη (κυριολεκτικά). Αν χρησιμοποιήσουμε και έναν δεύτερο καθρέφτη, κοιτώντας μέσω του πρώτου σε αυτόν, θα μπορέσουμε να δούμε το προφίλ μας και το πίσω μέρος του κεφαλιού μας. Τι εντύπωση δίνουμε; Πόσο σκληρό είναι το βλέμμα μας και το πρόσωπό μας; Η φυσιογνωμία μας θα μας αποκαλύψει πολλά.

Αναφέραμε παράδειγμα με το χρήμα. Σκεφτείτε την εξουσία παντός είδους. Είναι και αυτή μια δοκιμασία του χαρακτήρα μας. Αποκαλύπτονται πολλά πράγματα που κρύβουμε μέσα μας. Εξουσία στον στρατό, στην αστυνομία, προϊστάμενοι στην δουλειά, δύναμη κάθε είδους. Εκεί δεν αποκαλύπτονται κρυφές πτυχές του χαρακτήρα των ανθρώπων; Πως θα συμπεριφερθούμε, πως θα μιλήσουμε στους άλλους; Θα εκμεταλλευτούμε την θέση μας για να προσπορίσουμε οφέλη; Θα καβαλήσουμε το καλάμι; Αναρωτιόμαστε γιατί τόσο μεγάλο ποσοστό ανθρώπων με εξουσία, συμπεριφέρονται άσχημα, βρίζουν, προσβάλλουν, κλέβουν. Είναι απλούστατο. Είναι συνηθισμένοι άνθρωποι που κάποτε δεν είχαν εξουσία και ανήκαν σε αυτούς που διαμαρτύρονταν για τις αδικίες. Όταν απέκτησαν εξουσία έγιναν ακριβώς ίδιοι με αυτούς που κατηγορούσαν και έτσι έπεσαν οι μάσκες τους.

Η εξουσία δεν είναι πάντοτε κάτι το επίσημο. Η προτεραιότητα στην οδήγηση είναι κάποια εξουσία. Ο γονιός έχει εξουσία. Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, ο δάσκαλος, ο γιατρός, το μεγαλύτερο παιδί απέναντι στο μικρότερο, αυτός που τον έχουμε ανάγκη, αυτός που κρατάει το τηλεκοντρόλ, όλοι αυτοί έχουν εξουσία. Πως συμπεριφερόμαστε εμείς, όταν έχουμε τον έλεγχο κάποιου πράγματος, έστω και ασήμαντου;

Όπως έχουμε πει και αλλού, ένας τραγικός αλλά αποτελεσματικός τρόπος για να καταλάβουμε από ποιους περιστοιχιζόμαστε, είναι να φτωχύνουμε και να αρρωστήσουμε. Τότε θα δούμε ποιοι θα μας συμπαρασταθούν και ποιοι θα μας εγκαταλείψουν. Εκεί φαίνεται ο άνθρωπος. Όχι στις θεωρίες, στις διασκεδάσεις και στις παρέες, αλλά στις δοκιμασίες. Όποιος έχει ανάγκη από βοήθεια συχνά βλέπει το άσχημο πρόσωπο της ψυχής των ανθρώπων. Βλέπει την σκληρότητα, την περιφρόνηση και ακούει απίστευτα υποκριτικές δικαιολογίες: "Να δεν έχω χρόνο… ξέρεις οι υποχρεώσεις…" και άλλα τέτοια εντελώς διάφανα. Βλέπει όμως και το κάλλος της ψυχής κάποιων άλλων, που ίσως δεν τους υπολόγιζε καθόλου.

Η αυτογνωσία είναι κάτι το σκληρό γι αυτούς που θέλουν να διατηρούν προσωπείο, είναι όμως ευλογία για όσους αγαπούν την αλήθεια. Την αυτογνωσία την αποκτούμε στις δοκιμασίες. Όταν έχουμε να δώσουμε εξετάσεις. Στις δοκιμασίες πέφτουν οι μάσκες. Αρκεί όμως να μην βλέπουμε μόνο την πτώση της μάσκας των άλλων, αλλά την δική μας. Είναι απλά μαθηματικά. Συναναστρεφόμαστε κάποιον φίλο μας. Βγαίνουμε μαζί έξω, τρώμε, διασκεδάζουμε… Βρίσκουμε χρόνο. Όταν όμως αρρωστήσει την δικαιολογία την έχουμε έτοιμη. Να οι υποχρεώσεις, να τα παιδιά, να οι δουλειές. Ξαφνικά ο ελεύθερος χρόνος μας εξαφανίζεται. Και να μην νομίζουμε ότι ο φίλος μας δεν μας κατάλαβε. Μας "διάβασε", όπως θα τον διαβάζαμε και εμείς αν ήμασταν στην θέση του. Να μην μπερδευόμαστε από τις δικαιολογίες μας αλλά να βλέπουμε τα γεγονότα. Για διασκέδαση είχαμε χρόνο, για προσφορά βοήθειας όχι. Τότε θα μάθουμε κάτι για τον εαυτό μας. Οι δικαιολογίες είναι για να κλείσουμε τα μάτια μας.

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι μόνο η υποκρισία προς τους άλλους, αλλά η δικαιολογίες προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Επινοούμε δικαιολογίες, προκειμένου να μην δούμε το τι συμβαίνει πραγματικά μέσα μας. Θέλουμε να έχουμε καλή αυτοεικόνα και "παραχώνουμε τα σκουπίδια κάτω από το χαλί". Η αυτοδικαιολόγηση κρύβει τον εγωισμό μας από τα δικά μας μάτια. Αυτό σημαίνει αύξηση του υποσυνείδητού μας και όχι μείωση, όπως επιδιώκει ο εσωτερισμός. Το υποσυνείδητό μας διογκώνεται και αυτό που καταχωνιάσαμε μέσα μας θα μας ενοχλήσει όταν το δούμε στους άλλους. Γιατί; Γιατί μας θυμίζει την κρυμμένη πλευρά του εαυτού μας, αυτή που δεν τολμήσαμε να αντικρίσουμε. Ο άλλος την φέρνει στην επιφάνεια και εμείς τρομάζουμε. Αρχίζουμε τότε την κριτική. Τις μάσκες δεν τις κατασκευάζουμε μόνο για τα μάτια των άλλων, αλλά κυρίως για τα δικά μας, προκειμένου - όπως έχει ειπωθεί - να έχουμε μάτια, αλλά να μην βλέπουμε.

Το μυστικό της αυτογνωσίας είναι να αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα, χωρίς πολλές ερμηνείες. Βρίσκαμε χρόνο για διασκέδαση με τον φίλο μας. Αυτός μετά αρρώστησε. Τώρα δεν έχουμε χρόνο για να τον επισκεπτόμαστε στο νοσοκομείο και να του κάνουμε διάφορες εκδουλεύσεις. Τι συμπεριφορά είναι αυτή; Είναι συμπεριφορά εγωιστή. Απλά πράγματα. Παρατηρούμε χωρίς δικαιολογίες, μόνο το γεγονός. Έτσι βγάζουμε άκρη. Αν αρχίσουμε και έχουμε πολλούς συνειρμούς, θα πρέπει να υποψιαστούμε ότι λέμε πολλά στον εαυτό μας γιατί κάτι έχουμε να κρύψουμε. Η αλήθεια γίνεται αντιληπτή όταν χρησιμοποιούμε λίγες σκέψεις και όχι εσωτερική φλυαρία.

Άλλο ένα μυστικό είναι το εξής: Όπως δεν πρέπει να κρίνουμε κακόβουλα τους άλλους για τις δικές τους μάσκες, έτσι δεν πρέπει να καταδικάζουμε και τον εαυτό μας με απογοήτευση και ενοχές. Και οι ενοχές είναι κάτι το εγωιστικό. Βασίζονται στην αίσθηση ότι είμαστε ανώτεροι και δεν μας ταιριάζουν καθόλου οι αδυναμίες. Προέρχονται από ένα είδος αλαζονικής τελειομανίας. Καλό είναι να μάθουμε να ζούμε με τα ελαττώματά μας, να συνηθίσουμε στην σκέψη ότι είμαστε συνηθισμένοι άνθρωποι με αδυναμίες και όχι "ευγενείς", που τους αξίζει να είναι τέλειοι. Έτσι μπορούμε να αποδεχόμαστε τα λάθη μας, να τα αντικρίζουμε κατά πρόσωπο, χωρίς φόβους, ντροπές και ενοχές και να εργαζόμαστε για την αντιμετώπισή τους. Οι ενοχές είναι ένα τέχνασμα για να μην αλλάξουμε. Ντρεπόμαστε γι αυτό που είμαστε και εξαντλούμε την φυσική επιθυμία αυτοβελτίωσης σε στείρα κριτική για τον εαυτό μας. Νομίζουμε ότι κάτι κάνουμε, όμως απλώς αισθανόμαστε άσχημα και λύσεις δεν δίνουμε.

Η δυναμική της ψυχής μας βασίζεται στην αντίστροφη σχέση συνείδησης (απλής αλήθειας από την άμεση παρατήρηση) και του υποσυνείδητου (ψέματα προς τον εαυτό μας). Είναι υπεραπλούστευση, αλλά λειτουργεί αυτό το σκεπτικό. Είμαστε ειλικρινείς προς τον εαυτό μας; Αυξάνει το επίπεδο της συνειδητότητάς μας. Γινόμαστε ο εαυτός μας. Λέμε ψέματα στον εαυτό μας; Δημιουργούμε προσωπείο, πίσω από το οποίο κρύβουμε όποια αδυναμία δεν συμφέρει στο εγώ μας και συρρικνώνεται η συνείδησή μας.

Κάπου, σε ορισμένες "παραδόσεις" γίνεται λόγος για τις περίφημες "μυητικές δοκιμασίες". Αρχίζω να υποψιάζομαι ότι αυτές δεν είναι ούτε ασκήσεις, ούτε θεωρίες, ούτε τελετουργίες, αλλά κατηγορίες γεγονότων της καθημερινότητας όπου καλούμαστε να τα αντιμετωπίσουμε με ολοένα αυξανόμενη πνευματικότητα, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό μας. Όχι γνώσεις, αλλά ουσία. Θα πω κάτι τολμηρό, με πολλή επιφύλαξη. Κάπως αυτά τα γεγονότα προγραμματίζονται ανάλογα με την πρόοδό μας. Υπάρχει συνοχή στα περιστατικά της ζωής μας και λογική σειρά στα μαθήματα που παίρνουμε. Είναι όμως πολύ δύσκολο να διακρίνουμε την πραγματική αλληλουχία των δοκιμασιών στο βάθος της. Αν την "αποκρυπτογραφήσουμε" θα έχουμε να ωφεληθούμε πολύ.

Δεν χρειάζονται πολύπλοκες θεωρίες αλλά άμεση και "ευθεία" σκέψη. Πρέπει να πέσουν οι μάσκες μας, διότι η μάσκα δεν εξελίσσεται. Δεν μπορεί να εξελιχθεί ένας ψεύτικος εαυτός, αλλά μόνο ο αληθινός. Όποιος και αν είναι αυτός. Το ψεύτικο είναι ανύπαρκτο. Δεν μπορεί να βελτιωθεί το τίποτα. Το τίποτα μπορεί μόνο να αναγνωριστεί και να ξεχαστεί, σαν μια ξεθωριασμένη φαντασίωση. Η ζωή συνεχώς ρίχνει τις μάσκες. Η δική μας δουλειά είναι να τις αναγνωρίζουμε και να τις αφήνουμε να καταρρεύσουν.

ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ


Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ
Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η ιδέα της ταπεινοφροσύνης μου ήταν ουσιαστικά ακατανόητη. Μπερδεύεται κανείς από τις διάφορες θεωρίες και κυρίως από την νοοτροπία των κατηχητικών. Το ταπεινό φαίνεσθε. Να λέει κανείς συνέχεια ότι δεν είναι τίποτα, ότι είναι ο τελευταίος από όλους, ο χειρότερος όλων, να έχει χαμηλωμένο το βλέμμα κ.λ.π. Αφού λοιπόν είμαστε οι χειρότεροι όλων γιατί δεν είμαστε σε κάποια φυλακή καταδικασμένοι για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας; Αφού είμαστε ένα τίποτα γιατί εργαζόμαστε, κάνουμε οικογένειες κ.λ.π. Αν λοιπόν είμαστε αυτό το ποταπό τίποτα τι θα λέγαμε τότε για το ποιόν του δημιουργού μας; Αυτού που δημιούργησε αυτό το ανάξιο τίποτα; Ανάξιο δημιούργημα, ίσον ανίκανος δημιουργός. Κάτι λοιπόν δεν πάει καλά σε αυτόν τον συλλογισμό.

Τι κάνουμε συνήθως το πρωί, όταν ξυπνάμε; Πηγαίνουμε στην τουαλέτα, πλένουμε τα χέρια και το πρόσωπό μας, παίρνουμε το πρωινό μας. Μετά ενδεχομένως πηγαίνουμε στην δουλειά μας με κάποιο λεωφορείο, ή αυτοκίνητο. Δηλαδή συνηθισμένες διαδικασίες, κάτι το καθημερινό, τίποτα το ιδιαίτερο. Όλα αυτά και πολλά άλλα δεν μας κάνουν να αισθανόμαστε ανώτεροι από τους άλλους, ότι εκτελούμε κάποια κοσμοϊστορική αποστολή στην ανθρωπότητα. Μας δημιουργούν την αίσθηση του καθημερινού, του συνηθισμένου. Παρατηρώντας αυτά νοιώθουμε ότι είμαστε συνηθισμένοι άνθρωποι και μετά ξεχνάμε ακόμα και αυτό.

Φανταστείτε όμως ότι ανάμεσα σε όλα αυτά τα καθημερινά, κάνουμε και κάτι που δεν είναι συνηθισμένο. Βοηθάμε κάποιον άνθρωπο που έχει ανάγκη. Αυτό ξεφεύγει από την ρουτίνα της κοινωνίας. Συνήθως οι άνθρωποι δεν προσφέρουν την βοήθειά τους. Γυρίζουν την πλάτη στον ανθρώπινο πόνο. Εμείς όμως δεν την γυρίσαμε. Κάναμε κάτι σπάνιο που χαρακτηρίζεται από ένα επίπεδο υψηλότερο του μέσου όρου της συμπεριφοράς των σημερινών ανθρώπων. Το ερώτημα τώρα είναι: Πως αισθανόμαστε; Η πράξη μας δεν είναι μέσος όρος, είναι καλύτερη, ανώτερη, σώσαμε κάποιον, μας χρωστάει ευγνωμοσύνη και ο περίγυρός μας μάς θαυμάζει. Εμείς λοιπόν θα νοιώσουμε κάπως διαφορετικά. Μια υπερηφάνεια, ένα συναίσθημα ότι κάναμε κάτι το σημαντικό και ίσως ότι ποιοτικά ξεχωρίσαμε λίγο από την μάζα. Αυτή είναι η αλαζονεία και ο κατήφορός μας είναι πλέον θέμα χρόνου.

Τι θα συμβεί όμως αν παρόλη την προσφορά μας, παρόλη την γνώση ότι βοηθήσαμε κάποιον, δεν αισθανθούμε διαφορετικά; Αν παραμείνουμε απαθείς, αν νοιώσουμε το ίδιο συναίσθημα που μας διαπερνά στις καθημερινές και ασήμαντες ασχολίες μας. Στο βάδισμα, στο φαγητό, στο να καθόμαστε σε μια καρέκλα. Κάναμε κάτι το ιδιαίτερο αλλά αισθανόμαστε σαν τίποτα το ιδιαίτερο. Ξεχωρίσαμε, αλλά αισθανόμαστε σαν όλους τους άλλους. Γνωρίζουμε ότι ενεργήσαμε ποιοτικά αλλά αυτό δεν έχει κανέναν απολύτως αντίκτυπο στα συναισθήματά μας. Σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όχι ότι δεν αντιλαμβανόμαστε το καλό που κάναμε, απλώς δεν νοιώθουμε διαφορετικά. Δεν σβήνει η μνήμη μας. Τα συναισθήματά μας όμως δεν αλλάζουν. Αυτή η ουδέτερη συναισθηματική κατάσταση μας επιτρέπει να μην συντηρούμε στην σκέψη μας το γεγονός της προσφοράς βοήθειας από μέρους μας. Δεν το αναμασάμε με τον νου μας συνεχώς.

Όταν αναμασάμε κάτι με την σκέψη μας το επαναλαμβάνουμε μέσα μας διαρκώς, είτε για να ικανοποιήσουμε την επιθυμία του εγώ μας για δόξα, είτε για να βασανίσουμε τους εαυτούς μας με μαζοχιστικό τρόπο. Που είναι πάλι μια ικανοποίηση του εγώ. Είμαστε αυτοί που κάναμε κάτι καλό, ή αυτοί που μας χτύπησε η μοίρα και χρειαζόμαστε την προσοχή των άλλων. Προσπερνάμε λοιπόν το γεγονός. Δεν αισθανόμαστε κάπως ιδιαίτερα και δεν έχουμε την ανάγκη να αρχίσουμε τις ταπεινολογίες, τα εγώ δεν είμαι τίποτα κ.λ.π. γιατί και αυτά ακόμη είναι μια έντεχνη υπεροπτική επίδειξη χαρακτήρα. Τι νοιώθουμε; Τίποτα το ιδιαίτερο, συνεχίζουμε την ζωή μας. Αυτό είναι η ταπεινοφροσύνη. Να σώσει κανείς την ανθρωπότητα, να είναι μεγάλος καλλιτέχνης ή επιστήμονας, και σε σχέση με την προσφορά του να αισθάνεται το ίδιο συναίσθημα που έχουμε όταν καθόμαστε σε μια καρέκλα, όταν βαδίζουμε, όταν κάνουμε κάτι που το κάνουν όλοι.

Θεωρώ ότι η ταπεινοφροσύνη είναι η δυσκολότερη αρετή. Ίσως και η πολυτιμότερη. Όπως λέει κάπου: Ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερήφανους. Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί. Η αυτοπαρατήρηση να είναι συνεχής. Έτσι θα διακρίνουμε τα λεπτά νήματα της αλαζονείας μέσα μας. Δεν πρέπει να αισθανθούμε ντροπή ή ενοχές, γιατί αυτές οι καταστάσεις είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της αυτογνωσίας. Όταν κάνουμε ένα βήμα μπροστά κινδυνεύουμε περισσότερο. Τότε η υπερηφάνεια μας επιτίθεται με έναν αδίστακτο τρόπο, συνήθως αόρατο στα δικά μας μάτια. Μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί γιατί ο Θεός δεν μας δίνει όλα τα χαρίσματα, γιατί δεν εξελισσόμαστε ραγδαία; Έστω και συμβαίνει κάτι ανάλογο. Θα το αντέξουμε; Ή μήπως θα καταστραφούμε από το σύνδρομο του νεοπλουτισμού;

ΘΕΛΗΣΗ


Η ΘΕΛΗΣΗ
Όσοι ακολουθούν τον δρόμο της πνευματικής εξέλιξης αντιμετωπίζουν συχνά ένα πρόβλημα. Έχουν την αίσθηση ότι δεν μπορούν να επιβληθούν στον εαυτό τους και έτσι δεν έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα με την ταχύτητα που επιθυμούν. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα της αυτοεπιβολής. Γιατί δίνουμε μάχες με τον εαυτό μας, βασανιζόμαστε από εσωτερικές συγκρούσεις, οι αποφάσεις μας είναι ασθενικές και τα αποτελέσματα πενιχρά; Οι περισσότεροι από εμάς θα λέγαμε ότι δεν διαθέτουμε αρκετά ισχυρή θέληση και ότι πρέπει να την ασκήσουμε για να δυναμώσει. Είναι όμως αυτή η αποκλειστικά σωστή τοποθέτηση; Ίσως πριν αποφασίσουμε να γυμνάσουμε την θέλησή μας καλό θα ήταν να προσεγγίσουμε το θέμα αυτό από μια άλλη οπτική γωνία, η οποία σχετίζεται περισσότερο με την αυτογνωσία και δευτερευόντως με την θέληση.

Ας δούμε ένα παράδειγμα. Φανταστείτε ότι βαδίζετε σε έναν δρόμο και ξαφνικά βλέπετε μπροστά σας ένα χαντάκι. Πως αντιδράτε; Αρχίζετε να έχετε διλήμματα, να παλεύετε με τον εαυτό σας, να προσπαθείτε και να μην τα καταφέρνετε όπως κάποιος που επιθυμεί να κόψει το κάπνισμα; Φυσικά όχι. Δεν συμβαίνουν μέσα σας τέτοιες διεργασίες, αλλά αυτομάτως σταματάτε γιατί διακρίνετε τον άμεσο κίνδυνο. Η αντίληψη αυτού του κινδύνου δρα μέσα σας κεραυνοβόλα και το σώμα σας αντιδρά σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Ούτε διλήμματα, ούτε συγκρούσεις με τον εαυτό μας, ούτε προσπαθώ και δεν μπορώ. Αυτό λοιπόν είναι η θέληση. Ενεργεί με έναν θα λέγαμε κατακλυσμικό τρόπο. Εξαλείφει χωρίς προσπάθεια, χωρίς αγώνες, χωρίς την πάροδο χρόνου, όλα όσα της αντιτίθενται. Και μάλιστα δεν τα καταπιέζει στο υποσυνείδητό μας ώστε να μετατραπούν σε απωθημένες επιθυμίες, διότι δεν αφήνει μέσα μας καμία αμφιβολία. Σαρώνει τα πάντα και ο εαυτός μας συνεργάζεται μαζί της με μεγάλη προθυμία, γι αυτό δεν χρειάζεται να πιεστούμε καθόλου.

Που οφείλεται λοιπόν αυτή η εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα της θέλησής μας; Οφείλεται στο ότι διακρίναμε τον κίνδυνο χωρίς αμφιβολίες. Ή σταματάμε αμέσως, ή πέφτουμε στο χαντάκι. Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. Και εφ΄ όσον δεν υπάρχει εναλλακτική λύση η κατάσταση είναι αυτό που θα ονομάζαμε συμβολικά μονόδρομος. Άρα ενεργούμε. Όταν όμως αποφασίσουμε να σταματήσουμε το κάπνισμα γιατί η θέλησή μας δεν λειτουργεί με αυτόν τον αποτελεσματικό τρόπο, την στιγμή που γνωρίζουμε ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία; Εδώ είναι που ξεγελάμε τον ίδιο μας τον εαυτό λέγοντας πως δεν έχουμε ισχυρή θέληση. Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Στην πραγματικότητα ενώ γνωρίζουμε τους κινδύνους του καπνίσματος, πιστεύουμε ότι εμείς ειδικά θα την γλιτώσουμε. Η ελπίδα αυτή παραλύει την θέλησή μας. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε έναν μονόδρομο, αλλά σε μια διασταύρωση. Η μια περίπτωση είναι να σταματήσουμε το κάπνισμα για να μην βλάψουμε την υγεία μας, η άλλη περίπτωση είναι να ελπίζουμε ότι θα την γλιτώσουμε, συν φυσικά την απόλαυση που βιώνουμε καπνίζοντας. Η δεύτερη αυτή περίπτωση είναι ευκολότερη, θα λέγαμε βολικότερη και γι αυτό την ακολουθούμε. Δεν είναι ότι δεν διαθέτουμε ισχυρή θέληση, απλώς δεν έχουμε ξεκαθαρίσει τα πράγματα με τον ίδιο μας τον εαυτό και η ομιχλώδης εσωτερική ατμόσφαιρα δεν βοηθάει την θέλησή μας. Αυτή μπορεί να δράσει μόνο όταν μέσα μας υπάρχει μια σκέψη, όχι δύο.

Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα. Έστω ότι αποφασίζουμε να αντιμετωπίσουμε κάποιο ελάττωμά μας, τον θυμό μας. Γιατί δεν τα καταφέρνουμε; Είναι πολύ απλό. Ενώ βλέπουμε ότι ο θυμός έχει πολλά αρνητικά αποτελέσματα ταυτόχρονα πιστεύουμε ότι σε κάτι μας χρησιμεύει. Ασκούμε π.χ. πίεση στο περιβάλλον μας πετυχαίνοντας έτσι κάποια αποτελέσματα που επιθυμούμε, τρομάζουμε τους εχθρούς μας και προστατευόμαστε, διεκδικούμε αποτελεσματικότερα τα δικαιώματά μας... Την στιγμή λοιπόν που πιστεύουμε στην χρησιμότητα του θυμού πως είναι δυνατόν να τον αποβάλλουμε από μέσα μας; Θα προσπαθούμε, θα χρονοτριβούμε, θα υποτροπιάζουμε συνεχώς, θα λέμε θεωρίες περί αδύναμης θέλησης, θα κάνουμε ασκήσεις για να την δυναμώσουμε, θα κάνουμε επίσης ασκήσεις και για τον θυμό (αν ανήκουμε σε κάποια σχολή, ή από βιβλία). Όλα αυτά όμως μας θέτουν εκτός πραγματικότητας. Η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ενώ διακρίνουμε κάτι αρνητικό στον θυμό ενδόμυχα πιστεύουμε ότι μας χρησιμεύει και μας προστατεύει. Η πρώτη πεποίθηση είναι συνειδητή και η δεύτερη υποσυνείδητη. Η συνειδητή πεποίθηση μας τιμά, είμαστε ένας άνθρωπος με ιδανικά, θέλουμε να βελτιωθούμε. Η δεύτερη πεποίθηση είναι ταπεινωτική. Χρησιμοποιούμε κάτι κακό προς ίδιον όφελος.

Με αυτό τον τρόπο χρησιμοποιούμε ως δικαιολογία τα περί θέλησης,για να αποκρύψουμε τις ενδόμυχες επιθυμίες μας, που δεν είναι και τόσο τιμητικές για μας. Αυτό λοιπόν που χρειάζεται για να απελευθερώσουμε την θέλησή μας και αυτή να δράσει απρόσκοπτα είναι μια καλή και ειλικρινής συζήτηση με τον εαυτό μας. Αυτό που ισχυρίζομαι ότι θέλω να κάνω, το θέλω πραγματικά; Θέλω όλες του τις συνέπειες; Η μήπως προσπαθώ να μπω από την πίσω πόρτα, να καρπωθώ κάποια αποτελέσματα χωρίς όμως στην πραγματικότητα να αλλάξω εγώ ο ίδιος; Άρα πριν αποφανθούμε ότι η θέλησή μας δεν είναι αρκετά ανεπτυγμένη πρέπει να την εκδηλώσουμε, ξεκαθαρίζοντας πρώτα τις πραγματικές μας προθέσεις. Τότε θα διαπιστώσουμε ότι συμβαίνουν εντυπωσιακές αλλαγές μέσα μας. Η θέλησή μας επιβάλλεται χωρίς καταπίεση, χωρίς αγώνες, χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις και παράλογες στερήσεις. Αν κάτι το θέλουμε ειλικρινά, το πιστεύουμε, χωρίς να ελπίζουμε σε εναλλακτικές λύσεις, τότε θα δούμε ότι το πραγματοποιούμε εύκολα. Το κάπνισμα θα το κόψουμε μόνο όταν πάψουμε να ελπίζουμε ότι θα την γλιτώσουμε στο θέμα της υγείας, μόνο όταν πάψουμε να αισθανόμαστε ότι η απόλαυση που προσφέρει είναι κάτι το αναντικατάστατο. Διαφορετικά όσο και να δυναμώνουμε την θέλησή μας δεν θα πετύχουμε τίποτα, γιατί απλώς δεν θα την χρησιμοποιήσουμε καθόλου. Π.χ. Ποιος ο λόγος να κάνω γιόγκα για να ηρεμήσω ενώ μπορώ να το πετύχω με ένα ταξιδάκι στα νησιά, ή με ένα λεξοτανίλ. Την στιγμή που υπάρχουν τρεις εναλλακτικές λύσεις γιατί να επιλέξω την δυσκολότερη και πιο βαρετή, δηλαδή την γιόγκα; Συνεπώς σαν συμπέρασμα προκύπτει ότι η θέλησή μας λειτουργεί μόνο όταν έχουμε μια δυνατότητα χωρίς εναλλακτικές λύσεις και αφού κάνουμε πρώτα μια καλή συζήτηση με τον εαυτό μας, ως προς το αν πραγματικά θέλουμε αυτό που ισχυριζόμαστε ότι θέλουμε.

Όταν πραγματοποιηθούν όλα τα προηγούμενα τότε η θέλησή μας μπορεί να λειτουργήσει. Έχουμε ξεπεράσει το πρώτο εμπόδιο, που είναι το σαμποτάζ που μας κάνει ο ίδιος μας ο εαυτός. Δεν υπάρχουν μέσα μας εσωτερικές συγκρούσεις. Ξέρουμε τι θέλουμε, το πιστεύουμε πραγματικά και δεν βλέπουμε καμία ευκολότερη λύση. Τότε έχοντας ξεκαθαρίσει τα πράγματα μέσα μας περνούμε στην δεύτερη φάση που είναι η αντιμετώπιση των αντικειμενικών δυσκολιών. Εκεί ενδέχεται να υπάρξει προσπάθεια και κόπος, όχι όμως πάλη με τους δισταγμούς μας και με τις αμφιβολίες μας. Αυτά τελείωσαν. Υπάρχει πλέον η πράξη. Στο στάδιο αυτό διαπιστώνουμε ότι η θέλησή μας είναι μια υπαρκτή και πολύ ισχυρή δύναμη. Όταν προσπαθούμε να επιτύχουμε κάτι και δεν τα καταφέρνουμε το πρώτο πράγμα που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι αν το επιθυμούμε πραγματικά. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι δεν έχουμε ξεγελάσει τον εαυτό μας. Κατόπιν πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι αντικειμενικά εφικτό.

Η πραγματική εκδήλωση της θέλησής μας παράγει μέσα μας αποτελέσματα που δεν έχουν σχέση με την καταπίεση, το ζόρισμα, τις στερήσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις. Έχουμε την ψευδαίσθηση (και εδώ έχουν βάλει το χεράκι τους οι θρησκείες και η συνομοταξία των ανέραστων ανθρώπων) ότι θέληση σημαίνει δυσκολίες, κόπωση και στερήσεις ευχάριστων για μας πραγμάτων. Αυτό είναι λάθος. Θέληση σημαίνει ευκολία, αμεσότητα αποτελεσμάτων και γενικώς μια εσωτερική ευεξία, ίσως ευτυχία. Η θέληση είναι το να ερχόμαστε σε συμφωνία με τους βαθύτερους στόχους της ύπαρξής μας και με την εξελικτική τάση του κόσμου. Πως αυτό θα μπορούσε να μας βάλει σε εσωτερικές συγκρούσεις; Η σύγκρουση προκαλείται όταν ένα κομμάτι του εαυτού μας δεν έχει συντονιστεί με τα βαθύτερα στρώματα του είναι μας. Όταν ο συντονισμός γίνει τότε όλος μας ο εσωτερικός κόσμος κινείται σαν ένα συμπαγές σώμα. Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση πληρότητας και ευτυχίας, χωρίς ιδιαίτερους λόγους. Για να εκπληρώσουμε έναν στόχο μας ασφαλώς θα εγκαταλείψουμε πολλά πράγματα, η εγκατάλειψη αυτή όμως δεν θα μας είναι δυσάρεστη γιατί όλα αυτά δεν θα μας ενδιαφέρουν πλέον. Ενδιαφερόμαστε για τον στόχο μας. Τα υπόλοιπα τα παρατάμε με μιας και αυτό το βιώνουμε σαν απελευθέρωση, όχι σαν στέρηση.

Αναφέραμε προηγουμένως το θέμα του συντονισμού με τα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής μας. Τι θέλουμε στην πραγματικότητα; Θέλουμε να σπουδάσουμε π.χ. νομική, γιατί εκεί υπάρχει κάτι που πραγματικά μας εκφράζει, ή επιθυμούμε το χρήμα, την δόξα και να ικανοποιήσουμε τις αυθάδεις και πιεστικές απαιτήσεις των γονιών μας; Αν τα κίνητρά μας δεν είναι ειλικρινή και ξεκαθαρισμένα τότε θα διαπιστώσουμε ότι οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται και η θέλησή μας αποδεικνύεται ανεπαρκής. Αν όμως τις σπουδές σε αυτό τον κλάδο τις ακολουθούμε γιατί κάτι μέσα μας είναι φτιαγμένο γι αυτό, τότε έχουμε συντονιστεί με τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξής μας, κάνουμε αυτό που αυτός επιθυμεί και η ενέργεια της θέλησής μας είναι τόσο μεγάλη που υπερπηδάμε όλα τα εμπόδια με ευκολία και με μια αίσθηση ευχαρίστησης και πληρότητας. Κοινώς τα έχουμε βρει με τον εαυτό μας.

Η θέληση είναι ένα πολύ βαθύ φαινόμενο. Έρχεται από πολύ βαθιά γι αυτό δεν συντονίζεται καθόλου καλά με τις επιφανειακές μας επιθυμίες, που κάλλιστα μπορεί να μην είναι καν δικές μας. Αν αυτές κατορθώσουν να εκμεταλλευτούν την θέλησή μας προκειμένου να πραγματοποιηθούν τότε επέρχεται η καταστροφή, η δυστυχία και η γέννηση ενός ψεύτικου και παραμορφωμένου εαυτού. Αν έχουμε την ωριμότητα και την δύναμη να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: Τι πραγματικά θέλω εγώ από την ζωή μου, και καταφέρουμε να ακούσουμε και κυρίως να αποδεχθούμε την απάντηση, τότε προσπαθώντας να πετύχουμε αυτούς τους στόχους θα συνειδητοποιήσουμε ότι ένα μεγάλο ποσό ενέργειας διοχετεύεται μέσα μας. Έννοιες όπως προσπάθεια, αγώνας, στερήσεις, αποκτούν τελείως διαφορετικό περιεχόμενο, όχι δυσάρεστο, αλλά ευχάριστο. Πρέπει όμως να ακολουθήσουμε τον εαυτό μας όχι τους άλλους, ούτε τα ελαττώματά μας, τις φιλοδοξίες μας, τις μικροκακίες μας, τους εγωισμούς μας. Πρέπει να είμαστε ο ταπεινός αληθινός εαυτός μας. Πρέπει να ανακαλύψουμε ποια είναι η πραγματική μας θέση στην ζωή. Όχι απαραιτήτως τα μεγαλεία. Όταν βρούμε την θέση μας (και αυτό δεν το βρίσκουμε με το μυαλό μας, αλλά με την καρδιά μας), τότε η θέληση απελευθερώνεται, δυναμώνει με γεωμετρική πρόοδο, χωρίς καν να χρειαστεί να εκτελέσουμε ασκήσεις και ειδικές τεχνικές από αυτές που κυκλοφορούν κατά εκατοντάδες.

ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ


Όταν αποφασίσουμε να ασχοληθούμε με κάτι όπως ο διαλογισμός, ο εσωτερισμός, η πνευματικότητα καλό θα είναι να έχουμε πάντοτε την προσοχή μας στραμμένη στον εαυτό μας ώστε να διαπιστώσουμε τα κίνητρά μας, τους παράγοντες που κρύβονται πίσω από μια τέτοια επιθυμία μας. Η προσωπική πείρα στον χώρο αυτό σύντομα θα μας δείξει ότι τα βαθύτερα κίνητρα πίσω από ανάλογες αποφάσεις των ανθρώπων δεν είναι πάντοτε ξεκαθαρισμένα. Με απλά λόγια θα ισχυριστούμε ότι μας ενδιαφέρει ο εσωτερισμός, όμως στην πραγματικότητα μπορεί να μας απασχολεί κάτι άλλο που θέλουμε να επιτύχουμε, χωρίς καν εμείς οι ίδιοι να έχουμε επίγνωση αυτού του γεγονότος.

Ασφαλώς όλη η ζωή μπορεί να εμπεριέχει αποφάσεις όπου το συνειδητό κίνητρο να μην έχει καμία σχέση με το πραγματικό, αλλά ανομολόγητο. Να πούμε κάποια απλά παραδείγματα; Τρώμε γιατί νομίζουμε ότι πεινάμε ενώ στην πραγματικότητα καλύπτουμε ψυχολογικές μας ανάγκες, ίσως βαριόμαστε, ίσως είμαστε αγχωμένοι, εκνευρισμένοι, και ανεβάζοντας το επίπεδο του ζαχάρου στο αίμα μας με ένα γλυκό, ηρεμούμε. Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική πείνα. Αυτή είναι απλώς η δικαιολογία μας. Πιστεύουμε ότι αγαπάμε μια γυναίκα γιατί μας ταιριάζει ενώ στην πραγματικότητα μας έχει εντυπωσιάσει η εμφάνισή της, και ταυτόχρονα θέλουμε να κάνουμε και λίγη επίδειξη στους φίλους μας. Όσον αφορά το ταίριασμα δεν έχουμε ιδέα για το αν ισχύει, διότι επιδιώκουμε κάτι διαφορετικό. Δεν έχουμε ιδέα για το τι γενικώς συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια των συναισθημάτων μας.

Τι σχέση όμως έχουν όλα αυτά με το ζήτημα του διαλογισμού που πραγματευόμαστε σε αυτή την ιστοσελίδα και ειδικότερα με τις έννοιες της αυτοεκτίμησης και αυτοεκπλήρωσης; Φανταστείτε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Κυριολεκτικά πεινάει. Αυτό δεν είναι ένα πανίσχυρο κίνητρο για να χρησιμοποιήσει όλα τα δυνατά μέσα προκειμένου να αποκτήσει χρήματα; Δεν θα θελήσει να μάθει κάτι προκειμένου να το εκμεταλλευτεί οικονομικά; Αυτό βέβαια ισχύει και για κάποιον ο οποίος είναι φιλοχρήματος, χωρίς να έχει αντικειμενική ανάγκη χρημάτων. Αν γνωρίζει πέντε πράγματα για τον εσωτερισμό δεν θα μπει άραγε στον πειρασμό να τα διδάξει επί πληρωμή; Κάποιος ο οποίος έχει προβλήματα υγείας δεν θα εκτελέσει ασκήσεις διαλογισμού, οραματισμούς κλπ. ώστε να βοηθηθεί; Το φαινόμενο αυτό δεν είναι κάτι το εξ’ ορισμού κακό. Προσπαθούμε να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Πρόβλημα δημιουργείται όταν δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει μέσα μας. Λέει κάποιος π.χ. ότι διδάσκει εσωτερισμό προκειμένου να βοηθήσει, στην πραγματικότητα όμως προσπαθεί να εξοικονομήσει τα προς το ζειν. Ακόμα και αυτό δεν είναι κάτι το κακό αρκεί να είναι συνειδητό και να μην χρησιμοποιούνται διάφορες προφάσεις αυτοεξαπάτησης.

Αυτή την στιγμή, τουλάχιστον στις πιο ανεπτυγμένες χώρες μεγάλο μέρος ανθρώπων έχει λύσει το βιοποριστικό του πρόβλημα. Κάποιες βασικές ανάγκες είναι σε γενικές γραμμές εξασφαλισμένες. Όμως η εξέλιξη της ανθρωπότητας δεν έχει φτάσει σε εκείνο το επίπεδο στο οποίο η πλειονότητα των ανθρώπων θα έχει επαρκή βαθμό αυτοεκτίμησης. Η αίσθηση της ανεπάρκειας και η αλαζονεία (που είναι μια ασυνείδητη προσπάθεια να υπερβούμε την αίσθηση της ανεπάρκειας – ο αλαζόνας είναι εξαιρετικά ανασφαλής) είναι καθημερινό πρόβλημα σχεδόν όλων των ανθρώπων. Γίνονται εγκλήματα γι αυτό τον λόγο, πόλεμοι, άνθρωποι χάνουν τον ύπνο τους, παίρνουν ψυχοφάρμακα, καταλήγουν σε ψυχιατρεία, πιέζουν τα παιδιά τους να γίνουν αυτό που δεν κατάφεραν οι ίδιοι. Όλα αυτά γιατί δεν υπάρχει η αίσθηση της αυτοεκτίμησης, του υγιούς αυτοσεβασμού. Νοιώθουμε ότι είμαστε ένα τίποτα και προσπαθούμε να γίνουμε κάτι, πρωτίστως μέσω της αποδοχής των άλλων και μέσω του ανταγωνισμού. (Ακόμα και Ολυμπιακούς αγώνες μπορεί να διοργανώσουμε γι αυτό τον σκοπό). Όσο όμως και να καθρεφτιστούμε στα μάτια του περίγυρού μας, όσα μπράβο και να ακούσουμε, όσο και να νικήσουμε τους άλλους, πραγματική αυτοπεποίθηση δεν θα αποκτήσουμε ποτέ. ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΟΥΜΕ ΟΧΙ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ. Αδιαφορώντας για το τι κάνουν οι άλλοι. (Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση ώστε να μην γίνει κάποιο παιδαγωγικό λάθος από τους γονείς. Τα μικρά παιδιά χρειάζονται επιβράβευση συνεχώς, αλλά αυτό καλύπτει μόνο την παιδική ανάγκη για αυτοεκτίμηση. Η επιβράβευσή τους πρέπει να είναι στην ημερήσια διάταξη. Το μπράβο και η άνευ όρων αποδοχή είναι τροφή για την ψυχή τους. Όταν όμως μεγαλώσουν θα πρέπει να τους εξηγηθεί ότι η βαθύτερη αυτοπεποίθηση, αυτή των ενηλίκων, αποκτάται με την εκδήλωση αυθεντικού χαρακτήρα χωρίς μιμήσεις και χωρίς συγκρίσεις).

Τι συμπέρασμα προκύπτει λοιπόν; Ένας άνθρωπος που βασανίζεται από έλλειψη αυτοεκτίμησης (όπως οι περισσότεροι), θα θελήσει να ασχοληθεί με τα λεγόμενα πνευματικά ζητήματα, όχι για να προσεγγίσει ταπεινά τον αληθινό του εαυτό, αλλά απλώς για να γίνει κάποιος στα μάτια των άλλων. Όσο λιγότερο διαισθάνεται το κενό αυτοεκτίμησης μέσα του τόσο περισσότερο κινδυνεύει να κάνει στην ζωή του πολλά πράγματα για λάθος λόγους. Ο εσωτερισμός, ο διαλογισμός, η θρησκεία, είναι δραστηριότητες που αποσκοπούν στην ικανοποίηση της ανάγκης της αυτοεκπλήρωσης. Για να μπορέσουμε να τις χρησιμοποιήσουμε για τους λόγους που σχεδιάστηκαν θα πρέπει να έχουμε, τρόπον τινά, χορτάσει από αυτοεκτίμηση, που είναι κάτι σαν θεμέλιο. Αλλιώς υπάρχει το ενδεχόμενο να τις εκμεταλλευτούμε για να νομίσουμε ότι είμαστε κάποιοι. Για επίδειξη δηλαδή. Είναι κάτι σαν μια σκάλα. Πατάμε πρώτα σταθερά στο σκαλοπάτι της αυτοεκτίμησης και μόνο τότε μπορούμε να κάνουμε το βήμα στο σκαλοπάτι της αυτοεκπλήρωσης. Αν το σκαλοπάτι της αυτοεκτίμησης το προσπεράσουμε επιπόλαια, τότε όλες οι δραστηριότητες αυτοεκπλήρωσης θα βυθίζονται στο προηγούμενο παραμελημένο επίπεδο και θα χρησιμοποιούνται για τους δικούς του λόγους, πάντοτε όμως με λάθος τρόπο. Η βαθμίδα της αυτοεκπλήρωσης θα καταρρεύσει γιατί αιωρείται στο κενό, επειδή η προηγούμενη βαθμίδα που θα έπρεπε να την υποβαστάζει είναι σαθρή. Και όλα αυτά θα συμβαίνουν σε μια ομιχλώδη υποσυνείδητη κατάσταση, μάλλον εν αγνοία μας. Ερχόμενοι λοιπόν στο θέμα του διαλογισμού διαπιστώνουμε ότι προκειμένου ένας άνθρωπος να μπορέσει να διαλογιστεί πραγματικά, πρέπει να δουλέψει πολύ με τον εαυτό του. Πρέπει να γίνει ο εαυτός του, ώστε να απαλλαγεί από την ανάγκη να γίνει κάποιος σπουδαίος στα μάτια των άλλων. Χρειάζεται να βρει το στήριγμά του μέσα του, όχι έξω, όχι σε συγκρίσεις, μιμήσεις, ανταγωνισμούς, αλλά στην επαφή με τον εαυτό του. Κάποιος θα έλεγε στην επαφή με τον Θεό. Από που άραγε προέρχονται όλα αυτά τα καλά πράγματα που βρίσκονται στα βάθη του εαυτού μας;

Πριν κατορθώσουμε λοιπόν να εκπληρώσουμε τις βαθύτερες τάσεις μας, τον προορισμό μας, πρέπει να έχουμε επαρκή βαθμό αυτοπεποίθησης. Είπαμε ότι την πραγματική αυτοπεποίθηση την αποκτάμε όταν ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ. Τότε την απαραίτητη επιβράβευση μας την δίνει ο ίδιος μας ο εαυτός. Όχι όμως η σκέψη μας. Δεν είναι ότι λέμε μπράβο στον εαυτό μας σαν ένα είδος αυθυποβολής και θετικής σκέψης. Η επιβράβευση έρχεται από την βαθύτερη συνείδησή μας με την μορφή της εσωτερικής γαλήνης και την μορφή της σιωπηλής εσωτερικής έγκρισης. Δεν το συζητάμε πολύ με τον εαυτό μας. Είναι μια αίσθηση που δεν θα διογκώσει το εγώ μας. Ούτως ή άλλως το μπράβο από κάπου πρέπει να το πάρουμε. Αν είμαστε ο εαυτός μας, θα μας το δώσει αυτός. Αν δεν είμαστε ο εαυτός μας θα το αναζητήσουμε από τους άλλους. Θα εκλιπαρήσουμε, θα ζητιανέψουμε, θα εκβιάσουμε. Έτσι όμως το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι να δημιουργήσουμε μια κατάσταση απόλυτης εξάρτησης από την γνώμη των άλλων.

ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ


ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ

Το γεγονός αυτό σχετίζεται άμεσα με την χειραφέτηση και την συνολική ωρίμανση της προσωπικότητάς μας, όμως μπορούμε εδώ να πούμε κάποια πράγματα περισσότερο. Δεν είναι καθόλου περίεργο που όλοι οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι είναι «ο εαυτός τους», όπως επίσης ότι είναι «ελεύθεροι». Μας είναι ευχάριστο να νομίζουμε διάφορα πράγματα για το άτομό μας, αλλά τελικά έτσι δεν μπορούμε να αλλάξουμε γιατί δεν θέλουμε να δούμε τα πραγματικά μας προβλήματα. Το ψέμα προς τον εαυτό μας δημιουργεί ένα μεγάλο μέρος του υποσυνείδητού μας. Με το ψέμα παύουμε να βλέπουμε κάτι που υπάρχει μέσα μας και έτσι αυτό γίνεται μέρος του υποσυνείδητού μας. Μόλις ομολογήσουμε την αλήθεια στον εαυτό μας, το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό από υποσυνείδητο γίνεται συνειδητό. Χρειάζεται όμως εκτός από αυτοπαρατήρηση πολλή ειλικρίνεια, θάρρος και ταπεινότητα, γιατί ενδέχεται να γκρεμιστούμε από το βάθρο και τα «μεγαλεία» στα οποία έχουμε ενθρονίσει τον εαυτό μας. Τελικώς για να μπορέσουμε να γίνουμε ο εαυτός μας πρέπει να αποβάλουμε κάθε τι που είναι ξένο προς τον πραγματικό εαυτό μας, ξένο προς την δική μας συνείδηση.

Αυτό που επιδιώκουν οι άνθρωποι είναι μια αίσθηση ασφάλειας και τάξης. Κάτι που να είναι γνωστό και να τους προστατεύει. Να παρέχει μια αίσθηση οικειότητας. Η προσωπική μας ζωή είναι γεμάτη από τέτοιες διαδικασίες. Είναι οι συνήθειές μας, τα πιστεύω μας, το πολιτικό κόμμα που υποστηρίζουμε, η θρησκεία μας, τα ήθη και τα έθιμα. Όλα αυτά είναι μηχανικές διαδικασίες που με έναν μαγικό τρόπο, όπως στα παραμύθια για μικρά παιδιά, διώχνουν την εσωτερική μας αβεβαιότητα και εξορκίζουν τους φόβους μας. Όταν ξυπνάμε το πρωί ξέρουμε ποιοι είμαστε, ποια είναι η ζωή μας και τι πρέπει να κάνουμε. Υπάρχουν προγραμματισμένες διαδικασίες για τα πάντα. Γέννηση, κοινωνικές επαφές, γάμος, θρησκεία, εργασία, οικογένεια, θάνατος. Έχουμε δημιουργήσει έναν μικρό περίβολο, τοποθετήσαμε εκεί μέσα τα «παιχνίδια» μας που είναι τόσο πολλά και πειστικά, ώστε δεν μπορούμε να αποσπάσουμε την προσοχή μας από όλα αυτά, ή δεν θέλουμε, γιατί φοβόμαστε ότι έξω από τον περιφραγμένο αυτό χώρο παραμονεύει το χάος.

Όταν όμως κάποιος επιθυμεί να γνωρίσει τον κόσμο, πρέπει να φύγει από το μικρό του χωριό. Πως θα γνωρίσουμε την αλήθεια για την ζωή, τον θάνατο, τον εαυτό μας, όταν έχουμε αποδεχθεί τις απόψεις των άλλων που δεν είναι δικά μας βιώματα, ούτε δικά τους, αλλά παπαγαλισμοί. Το συμπέρασμα επομένως είναι απλό. Όλα αυτά πρέπει να τα πετάξουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Είναι πράγματα που άλλοι θέλησαν να δουν για λογαριασμό μας. Δεν λειτούργησαν τα δικά μας μάτια και η δική μας καρδιά. Φανταστείτε δύο παιδάκια να παίζουν. Περνάνε καλά, διασκεδάζουν και στο τέλος αγαπιούνται. Έρχονται μετά οι δάσκαλοι και τους λένε για την ιστορία. Αν τα παιδάκια ανήκουν σε διαφορετικούς λαούς που έχουν διαφορές, δεν το γνωρίζουν. Τους το μαθαίνουν οι καλοθελητές. Μετά έρχονται οι παπάδες και τους λένε για τις θρησκείες τους, που η μια κατηγορεί την άλλη ως πλάνη και κακό. Τα παιδιά βέβαια δεν έχουν ούτε θρησκεία ούτε καταγωγή, γι αυτό καταφέρνουν να δημιουργήσουν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Όταν μάθουν για όλα αυτά θα αρχίσουν να μισούνται. Θα έρθουν κατόπιν διάφοροι βλοσυροί τύποι εκπρόσωποι της «ηθικής», της κοινωνικής τάξης και του καθωσπρεπισμού οι οποίοι θα βεβηλώσουν την αθώα ψυχή τους, διδάσκοντάς τους τον «σωστό» τρόπο ζωής. Το αποτέλεσμα θα είναι μετά από μερικά χρόνια τα παιδιά αυτά να μην γνωρίζουν τι πραγματικά αισθάνεται και θέλει η καρδιά τους. Θα έχουν χάσει την επαφή με τον εαυτό τους. Όταν κάποτε η αληθινή τους φύση επαναστατήσει και διεκδικήσει τα δικαιώματά της θα νοιώθουν ενοχές, διότι αυτά που πηγάζουν από μέσα τους δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που τους έχουν επιβάλει οι άλλοι.

Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας κατόρθωσαν με μια απίστευτα καλά ενορχηστρωμένη προσπάθεια, της οποίας η λεπτότητα υπερβαίνει και την πιο τολμηρή φαντασία, να μας πείσουν ότι αν γίνουμε ο εαυτός μας θα μας απορρίψει η κοινωνία, το σύμπαν και ο Θεός. Αυτός είναι ο λόγος που ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ για την αποδοχή των άλλων και αισθανόμαστε ανεξήγητες ενοχές όταν ζούμε όπως θα θέλαμε εμείς. Και αυτός είναι ο λόγος που και εμείς με την σειρά μας κάνουμε ακριβώς τα ίδια στους συνανθρώπους μας και στα παιδιά μας. Μας έχουν δώσει με υποβολές και απειλές κάποιο πρότυπο ζωής και χαρακτήρα, το οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε αν θέλουμε να γίνουμε αποδεκτοί και «σωστοί» άνθρωποι. Το σατανικό αυτό πρότυπο γίνεται μια θηλιά που στραγγαλίζει την πραγματική μας φύση, μέσω του πρέπει, του φόβου και της ενοχής. Όταν ο αληθινός εαυτός μας αισθανθεί και πιστέψει σε κάτι δικό του, κάτι από την καρδιά του, έρχεται ο «γονιός», ο «δάσκαλος» και ο «παπάς», για να του πούνε ότι κάνει κάτι κακό και ότι θα καεί στην κόλαση. Λειτουργεί το «τηλεκοντρόλ» του φόβου, της ενοχής και της απόρριψης από τους άλλους, που τελικά μας πείθει να απαρνηθούμε τον εαυτό μας, για να μας «αποδεχθεί» η κοινωνία.

Χρειάζεται μεγάλο θάρρος και αυτεπίγνωση για να κατορθώσουμε να ξεδιαλύνουμε μέσα μας τι είναι δικό μας και τι όχι. Προκειμένου να σχηματίσουμε έστω και μια απλή γνώμη για κάτι, χωρίς καν να προβούμε σε εξωτερικές πράξεις, θα δώσουμε μάχη με τον εαυτό μας. Θα αφυπνιστούν μέσα μας ανασφάλειες, φόβοι, ενοχές, συνήθειες, προπαγάνδες, προσηλυτισμοί, επιστημονικές θεωρίες, «ηθικές» αξίες, αυτοδικαιώσεις κ.λ.π. που θα μας ωθήσουν να βολευτούμε με τα ήδη γνωστά. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν αποτελεσματικές τεχνικές προκειμένου να γίνουμε ο εαυτός μας. Πρέπει να συγκεντρώσουμε το απαραίτητο θάρρος και αυτεπίγνωση για να διακρίνουμε μέσα μας τις ξένες επήρειες, δηλαδή τις ξένες φωνές. Αν καταφέρουμε να δούμε το ξένο μέσα μας τότε θα μπορέσουμε να βρούμε το δικό μας, ασφαλώς μετά από πολλές περιπέτειες. Απαιτείται να πάρουμε γενναίες αποφάσεις για την ζωή μας και τα πιστεύω μας. Γινόμαστε ο εαυτός μας όταν ακούμε την φωνή της δικής μας λογικής, την φωνή της δικής μας καρδιάς, βάσει των δικών μας βιωμάτων και όχι των άλλων.

Ποια στοιχεία θα μπορούσαν να μην είναι δικά μας; Προλήψεις, φοβίες, δεισιδαιμονίες, ήθη, έθιμα, συνήθειες, γνώμες, θρησκεία, πολιτική τοποθέτηση, ηθικές αξίες, κοινωνικά πρότυπα, διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων (ή και το αντίθετο – ισοπεδωτικές απόψεις), γνώμη για τον εαυτό μας, κατευθυνόμενη πίστη σε θεσμούς, οικογενειακό περιβάλλον, επιδράσεις από την παιδική μας ηλικία, πάσης φύσεως εξαρτήσεις και πάθη, πατριωτισμοί, μίση, φιλοδοξίες, διάφορες συμπάθειες και αντιπάθειες, εξάρτηση από την γνώμη των άλλων, έρωτες, αίσθηση μεγαλείου ή κατωτερότητας, «τι λέει ο κόσμος», «τι λέει η επιστήμη», «το είπε η τηλεόραση», θεωρίες, ανασφάλειες, ενοχές και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Δεν σημαίνει ότι τα προαναφερθέντα στοιχεία και πολλά άλλα που δεν θυμηθήκαμε, είναι εξ΄ ορισμού ξένα προς την πραγματική μας φύση. Κάλλιστα η γνώμη μας θα μπορούσε να συμπίπτει ενίοτε με την τηλεόραση, ή να αποδεχθούμε συνειδητά κάποιο έθιμο επειδή συμφωνούμε σε βαθύτερο επίπεδο μαζί του. Ίσως να μην συμφωνεί κάποιος άλλος, αλλά σημασία έχει αν το δεχόμαστε εμείς, διότι ο εαυτός μας γινόμαστε με την δική μας γνώμη και όχι με τη γνώμη του άλλου.

Το θέμα δεν είναι αν όλα αυτά περιέχουν την αλήθεια, ή αν είναι σωστά. Το σωστό και το αληθινό δεν έχει να κάνει σε πρώτη φάση με την εκδήλωση του αληθινού μας εαυτού. Αυτό που έχει σημασία είναι αν αυτά που έχουμε μέσα μας είναι ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΕΠΙΛΟΓΗ, ΑΔΙΑΦΟΡΟ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΑ Ή ΛΑΘΟΣ. Ποιος εξ΄ άλλου θα το κρίνει αυτό; Αν κάτι είναι λάθος θα είναι δικό μας λάθος και όχι μια ξένη αλήθεια. Το κριτήριο του να είμαστε ο εαυτός μας είναι η ερώτηση: ΔΙΚΟ ΜΟΥ Ή ΞΕΝΟ; Η ερώτηση: ΣΩΣΤΟ Ή ΛΑΘΟΣ έρχεται μετά. Είναι αποτέλεσμα συνολικής ωρίμανσης του χαρακτήρα μας και η απάντηση σε αυτήν μπορεί να είναι μόνο σχετική. Ποτέ απόλυτη. Η απόλυτη αλήθεια είναι για τον Θεό και για αυτούς που νομίζουν ότι είναι θεοί, επειδή διάβασαν πέντε βιβλία.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι η εργασία του να γίνουμε ο εαυτός μας μπορεί να γίνει μόνο από εμάς τους ίδιους. Κανείς άλλος δεν μπορεί να την κάνει για λογαριασμό μας. Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, παρόλο που γνωρίζουμε ότι συχνά σφάλουμε, να μην ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας, παρόλο που έχουμε ατέλειες, να μην είμαστε περήφανοι για τον εαυτό μας αν και έχουμε προτερήματα. Χρειάζεται μια ουδέτερη αντικειμενική αντιμετώπιση, χωρίς να εξαρτάμε την αξία μας από την γνώμη των άλλων. Για να βρούμε τον δικό μας δρόμο χρειάζεται θάρρος και επαφή με τον εαυτό μας. Να μας μιλήσει ο εαυτός μας και να μας πει τι πραγματικά θέλει αυτός, όχι οι άλλοι. Να μην ντραπούμε, ή φοβηθούμε γι αυτό που θα μας πει και ας αφήσουμε τους άλλους στην ησυχία τους.

Υπάρχει όμως και ένας μεγάλος κίνδυνος στην εργασία αυτής της εξατομίκευσης. Αυτός είναι ο εγωισμός. Ένα είδος ναρκισσιστικής αντιμετώπισης του εαυτού μας, που συνεχώς θα μας ωθεί να συγκρουόμαστε με το περιβάλλον μας και να αισθανόμαστε ανώτεροι από τους ανθρώπους της μάζας. Για να αποφύγουμε την παγίδα αυτή θα πρέπει να μην εγκαταλείψουμε την συμμετοχή μας στην μάζα, από την οποία προσπαθούμε να αναδυθούμε. Ακούγεται αντιφατικό, όμως συμμετοχή μας σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες θα μας δημιουργήσει την σωστή αίσθηση. Το γεγονός ότι πλέον δεν επηρεαζόμαστε από τα υπάρχοντα μηχανικά ρεύματα στον κόσμο δεν σημαίνει ότι είμαστε ανώτεροι από τους άλλους, ή ότι πρέπει να απομονωθούμε γινόμενοι αντιδραστικοί επαναστάτες. Εξ΄ άλλου όλοι οι αντιδραστικοί τελικά προβαίνουν σε θλιβερές συνθηκολογήσεις, διότι η αντιδραστικότητά τους δεν ήταν κάτι το γνήσιο, αλλά απλώς ένας εγωισμός και μια ευθυνοφοβία. Οι ευθύνες λοιπόν, η οικογένεια, η εργασία, οι φιλίες, η ανιδιοτελής προσφορά, το καλώς εννοούμενο καθήκον, είναι το αντίβαρο στον εγγενή κίνδυνο της εγωπάθειας που συνοδεύει την πορεία προς την εξατομίκευση.

Πρέπει λοιπόν να ξεκόψουμε από την μάζα. Ο αποχωρισμός μας αυτός μπορεί όμως αντί να μας οδηγήσει στο να γίνουμε ο εαυτός μας, να μας μετατρέψει σε υπερόπτες. Όπως είπαμε η συμμετοχή μας με ταπεινότητα και ανιδιοτέλεια στην ζωή, θα μας προφυλάξει από αυτόν τον κίνδυνο. Πάντοτε όμως πρέπει να έχουμε τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό αυτοπαρατήρησης για να εντοπίζουμε μέσα μας έγκαιρα τις λεπτές αποχρώσεις του εγωισμού.

Ας μην ξεχνούμε ότι η μετακίνησή μας σε μια ανώτερη κατάσταση δεν σημαίνει απόρριψη των κατωτέρων καταστάσεων αλλά ενσωμάτωσή τους κάτω από το πρίσμα μιας ευρύτερης προοπτικής. Π.χ. όταν κάποιος πατριώτης διευρύνει το ενδιαφέρον του σε όλο τον πλανήτη, δεν σημαίνει ότι απορρίπτει την πατρίδα του και γίνεται εχθρός της, αλλά ότι την θεωρεί μέρος του πλανήτη και την αγαπάει όπως πρώτα. Αυτό που αλλάξει είναι ότι παύει να την αντιμετωπίζει σαν το κέντρο του κόσμου δημιουργώντας συνεχώς γελοίες διαμάχες με τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων. Επίσης κάποιος που αναπτύσσεται πνευματικά και διευρύνει την συνειδητότητά του δεν απορρίπτει το σώμα του και τις ανάγκες του, οδηγούμενος σε ένα είδος ασκητισμού και γυναικοφοβίας, απλώς δεν θεωρεί την υλική του ζωή ως το άπαν της ύπαρξης. Συνεχίζει όμως να φροντίζει το σώμα του, να το αγαπάει και να ικανοποιεί τις υπάρχουσες ανάγκες του. Μέσα όμως στην εσωτερική και εξωτερική του ζωή έχει προστεθεί και ο παράγων «Πνεύμα», όχι σαν ιδέα αλλά σαν βίωμα, ο οποίος περιλαμβάνει και αποδέχεται χωρίς ενοχές όλες τις άλλες παραμέτρους της ύπαρξής μας και τις εναρμονίζει μεταξύ τους.

Η κατάσταση αυτή θυμίζει μια οικογένεια με ένα παιδί στην οποία γεννιέται και ένα δεύτερο. Αυτό δεν σημαίνει απόρριψη του πρώτου. Απλώς το πρώτο παιδί παύει να είναι το κέντρο του κόσμου, πράγμα που είναι μεγάλο όφελος και για το ίδιο και για την οικογένεια. Άρα λοιπόν γινόμενοι ο εαυτός μας «απογαλακτιζόμαστε» και ελευθερωνόμαστε από την «μάζα», ταυτόχρονα όμως γινόμαστε πάλι ένα ταπεινό μέλος της «μάζας» δημιουργώντας μια πιο ελεύθερη και πιο υγιή σχέση συμμετοχής στο περιβάλλον.

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ


Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΥ

Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση για τον διαλογισμό και το θέμα αυτό ίσως έχει παρουσιαστεί ήδη πλήρως. Εμείς εδώ θα δούμε ορισμένες απόψεις που προκύπτουν από την πρακτική εφαρμογή του ζητήματος. Καλό είναι να λάβουμε κατ΄ αρχήν υπ΄ όψη ότι ο διαλογισμός είναι περισσότερο μια κατάσταση συνείδησης, παρά μια άσκηση συγκέντρωσης. Όσο προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε δεν διαλογιζόμαστε. Ο διαλογισμός αρχίζει όταν κατορθώσουμε να μπούμε σε κατάσταση συγκέντρωσης της προσοχής μας, για κάποιο έστω μικρό χρονικό διάστημα.

Συνήθως ονομάζουμε διαλογισμό τις ασκήσεις συγκέντρωσης που εκτελούμε καθημερινά. Όσο όμως καταβάλουμε προσπάθεια και παλεύουμε με τις σκέψεις μας τότε δεν διαλογιζόμαστε. Η συγκέντρωση λοιπόν είναι η πρώτη προϋπόθεση για τον διαλογισμό. Η δεύτερη είναι η καλή ψυχική μας κατάσταση, η καλοσύνη δηλαδή, και η τρίτη είναι η δυνατότητα να βλέπουμε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια, όπως ακριβώς είναι στην πραγματικότητα χωρίς αυταπάτες. Αν τηρηθούν αυτές οι τρεις προϋποθέσεις τότε μπαίνουμε στην κατάσταση του διαλογισμού.

Στον διαλογισμό η συγκέντρωση του νου εξασφαλίζει ένα είδος απομόνωσης από εξωτερικές και εσωτερικές επήρειες, ώστε να μπορέσουμε να αφουγκρασθούμε την φωνή του πραγματικού εαυτού μας. Είναι σαν να κλείνουμε τις πόρτες και τα παράθυρα, ώστε να μπορέσουμε να ακούσουμε με την ησυχία μας μουσική. Απομονωνόμαστε από οτιδήποτε είναι ξένο προς τον στόχο της συγκέντρωσής μας. Όταν όμως η κατάσταση των αισθημάτων μας είναι καλή και εμφορούμαστε από καλές προθέσεις και αγαθά αισθήματα, πίστης και αγάπης, τότε η απομόνωση αυτή της συγκέντρωσης αντί να μας αποξενώσει από την πραγματικότητα, μας καθιστά κατά έναν παράξενο τρόπο πολύ ευαίσθητους και «ανοιχτούς». Οι κεραίες μας γίνονται πολύ ευαίσθητες και εκλεπτυσμένες, δίνοντάς μας έτσι την δυνατότητα να συλλάβουμε μηνύματα από τον ανώτερο εαυτό μας και να μπορέσουμε να διεισδύσουμε στην βαθύτερη ουσία του αντικειμένου του διαλογισμού μας. Και αυτό είναι στην πραγματικότητα ο διαλογισμός. Μια επικοινωνία με την πραγματικότητα και τον ανώτερο εαυτό μας, ο οποίος μας αποκαλύπτει πολλά πράγματα και συλλαμβάνουμε έτσι ιδέες και αισθήματα σχετιζόμενα με την εσωτερική πραγματικότητα του θέματος που επιλέξαμε για να διαλογιστούμε. Μπαίνουμε κυριολεκτικά στην ουσία των πραγμάτων.

Καταλαβαίνουμε ασφαλώς και αυτό είναι μάλλον γνωστό σε όλους, πόσο απαραίτητη είναι η ικανότητα της συγκέντρωσης του νου. Αν «ταξιδεύουμε» δεξιά και αριστερά τότε δεν διαλογιζόμαστε αλλά ονειροπολούμε. Πρέπει λοιπόν να «καρφώσουμε» την προσοχή μας στο θέμα του διαλογισμού και καμία άλλη σκέψη ή εικόνα να μην εισχωρήσει στην οθόνη του νου μας. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Και εδώ έχουμε ένα πολύ λεπτό ζήτημα. Λίγοι έχουν καταλάβει ότι ο διαλογισμός δεν είναι απλώς θέμα «τεχνικής», ή έστω μια άσκηση. Πρέπει να λειτουργήσουν οι «κεραίες» μας, ώστε να μπορέσουμε να συλλάβουμε λεπτότερες δονήσεις. Η συγκέντρωση του νου δημιουργεί ένα κατάλληλο «περιβάλλον», μια εσωτερική ησυχία, για να μπορέσουμε να «ακούσουμε». Για να ακούσουμε όμως πρέπει να λειτουργήσουν τα «αυτιά» μας. Και αυτό γίνεται μόνο με την εκδήλωση ηθικών αρετών, όχι μόνο εκείνη την στιγμή αλλά γενικώς στην ζωή μας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που πολλοί το παραβλέπουν. Και το παραβλέπουν γιατί δεν συμφέρει. Κάτι τέτοιο θα προκαλέσει πολλές και ριζικές αλλαγές στην ζωή μας. Όταν όμως λέμε την λέξη «ηθική» δεν εννοούμε καθόλου τις θρησκευτικού τύπου σεμνοτυφίες, ούτε τις διάφορες καθιερωμένες συνταγές συμπεριφοράς που είναι λίγο «ήξεις αφήξεις» και μεταβάλλονται ανάλογα με τα κέφια μας. Εννοούμε τον πραγματικό συντονισμό με την φωνή της συνείδησής μας, που δεν δέχεται συμβιβασμούς και μικροπρεπείς δικαιολογίες. Αυτού του είδους η ηθική είναι η «κεραία» της συνειδητότητάς μας, της οποίας η δεκτικότητα διευκολύνεται κατά πολύ από την εσωτερική σιγή που δημιουργείται από την συγκέντρωση του νου μας.

Ο διαλογισμός λοιπόν είναι ένα άνοιγμα της συνειδητότητάς μας σε λεπτότερες δονήσεις και εντυπώσεις. Έχει ως βάση την ικανότητα της συγκέντρωσης, την ηθική ποιότητα του διαλογιζόμενου και την ειλικρίνεια προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Αν συνεχώς δικαιολογούμαστε για τις αδυναμίες μας και λέμε ψέματα στον ίδιο μας τον εαυτό προσπαθώντας να μην δούμε τα ελαττώματά μας, πως θα «δούμε» τον ανώτερο εαυτό μας. Αφού ζούμε μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο ψέματος και αυταπάτης. Ο διαλογισμός όμως είναι μια κατάσταση αυξημένης και ανυψωμένης συνειδητότητας και το πρώτο φως το ρίχνει στον ίδιο μας τον εσωτερικό κόσμο και στην προσωπική μας ζωή. Το πρώτο που βλέπουμε είναι η αλήθεια για τον ίδιο μας τον εαυτό, όσο και αν αυτή πονάει.

Αν θελήσουμε να απλοποιήσουμε όλα τα προηγούμενα μπορούμε να πούμε ότι διαλογίζεται εκείνος που μπορεί να συγκεντρώνει την προσοχή του, είναι πραγματικά καλός άνθρωπος και δεν λέει ψέματα στον εαυτό του. Τα θέματα αυτά τα πραγματευόμαστε στα άλλα κεφάλαια της ιστοσελίδας και η πρακτική τους εφαρμογή μέσα μας και στην προσωπική μας ζωή οδηγεί στον διαλογισμό, δηλαδή στην ανύψωση του επιπέδου της συνειδητότητάς μας.

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΥ

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΥ

Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση για τον διαλογισμό και το θέμα αυτό ίσως έχει παρουσιαστεί ήδη πλήρως. Εμείς εδώ θα δούμε ορισμένες απόψεις που προκύπτουν από την πρακτική εφαρμογή του ζητήματος. Καλό είναι να λάβουμε κατ΄ αρχήν υπ΄ όψη ότι ο διαλογισμός είναι περισσότερο μια κατάσταση συνείδησης, παρά μια άσκηση συγκέντρωσης. Όσο προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε δεν διαλογιζόμαστε. Ο διαλογισμός αρχίζει όταν κατορθώσουμε να μπούμε σε κατάσταση συγκέντρωσης της προσοχής μας, για κάποιο έστω μικρό χρονικό διάστημα.

Συνήθως ονομάζουμε διαλογισμό τις ασκήσεις συγκέντρωσης που εκτελούμε καθημερινά. Όσο όμως καταβάλουμε προσπάθεια και παλεύουμε με τις σκέψεις μας τότε δεν διαλογιζόμαστε. Η συγκέντρωση λοιπόν είναι η πρώτη προϋπόθεση για τον διαλογισμό. Η δεύτερη είναι η καλή ψυχική μας κατάσταση, η καλοσύνη δηλαδή, και η τρίτη είναι η δυνατότητα να βλέπουμε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια, όπως ακριβώς είναι στην πραγματικότητα χωρίς αυταπάτες. Αν τηρηθούν αυτές οι τρεις προϋποθέσεις τότε μπαίνουμε στην κατάσταση του διαλογισμού.

Στον διαλογισμό η συγκέντρωση του νου εξασφαλίζει ένα είδος απομόνωσης από εξωτερικές και εσωτερικές επήρειες, ώστε να μπορέσουμε να αφουγκρασθούμε την φωνή του πραγματικού εαυτού μας. Είναι σαν να κλείνουμε τις πόρτες και τα παράθυρα, ώστε να μπορέσουμε να ακούσουμε με την ησυχία μας μουσική. Απομονωνόμαστε από οτιδήποτε είναι ξένο προς τον στόχο της συγκέντρωσής μας. Όταν όμως η κατάσταση των αισθημάτων μας είναι καλή και εμφορούμαστε από καλές προθέσεις και αγαθά αισθήματα, πίστης και αγάπης, τότε η απομόνωση αυτή της συγκέντρωσης αντί να μας αποξενώσει από την πραγματικότητα, μας καθιστά κατά έναν παράξενο τρόπο πολύ ευαίσθητους και «ανοιχτούς». Οι κεραίες μας γίνονται πολύ ευαίσθητες και εκλεπτυσμένες, δίνοντάς μας έτσι την δυνατότητα να συλλάβουμε μηνύματα από τον ανώτερο εαυτό μας και να μπορέσουμε να διεισδύσουμε στην βαθύτερη ουσία του αντικειμένου του διαλογισμού μας. Και αυτό είναι στην πραγματικότητα ο διαλογισμός. Μια επικοινωνία με την πραγματικότητα και τον ανώτερο εαυτό μας, ο οποίος μας αποκαλύπτει πολλά πράγματα και συλλαμβάνουμε έτσι ιδέες και αισθήματα σχετιζόμενα με την εσωτερική πραγματικότητα του θέματος που επιλέξαμε για να διαλογιστούμε. Μπαίνουμε κυριολεκτικά στην ουσία των πραγμάτων.

Καταλαβαίνουμε ασφαλώς και αυτό είναι μάλλον γνωστό σε όλους, πόσο απαραίτητη είναι η ικανότητα της συγκέντρωσης του νου. Αν «ταξιδεύουμε» δεξιά και αριστερά τότε δεν διαλογιζόμαστε αλλά ονειροπολούμε. Πρέπει λοιπόν να «καρφώσουμε» την προσοχή μας στο θέμα του διαλογισμού και καμία άλλη σκέψη ή εικόνα να μην εισχωρήσει στην οθόνη του νου μας. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Και εδώ έχουμε ένα πολύ λεπτό ζήτημα. Λίγοι έχουν καταλάβει ότι ο διαλογισμός δεν είναι απλώς θέμα «τεχνικής», ή έστω μια άσκηση. Πρέπει να λειτουργήσουν οι «κεραίες» μας, ώστε να μπορέσουμε να συλλάβουμε λεπτότερες δονήσεις. Η συγκέντρωση του νου δημιουργεί ένα κατάλληλο «περιβάλλον», μια εσωτερική ησυχία, για να μπορέσουμε να «ακούσουμε». Για να ακούσουμε όμως πρέπει να λειτουργήσουν τα «αυτιά» μας. Και αυτό γίνεται μόνο με την εκδήλωση ηθικών αρετών, όχι μόνο εκείνη την στιγμή αλλά γενικώς στην ζωή μας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που πολλοί το παραβλέπουν. Και το παραβλέπουν γιατί δεν συμφέρει. Κάτι τέτοιο θα προκαλέσει πολλές και ριζικές αλλαγές στην ζωή μας. Όταν όμως λέμε την λέξη «ηθική» δεν εννοούμε καθόλου τις θρησκευτικού τύπου σεμνοτυφίες, ούτε τις διάφορες καθιερωμένες συνταγές συμπεριφοράς που είναι λίγο «ήξεις αφήξεις» και μεταβάλλονται ανάλογα με τα κέφια μας. Εννοούμε τον πραγματικό συντονισμό με την φωνή της συνείδησής μας, που δεν δέχεται συμβιβασμούς και μικροπρεπείς δικαιολογίες. Αυτού του είδους η ηθική είναι η «κεραία» της συνειδητότητάς μας, της οποίας η δεκτικότητα διευκολύνεται κατά πολύ από την εσωτερική σιγή που δημιουργείται από την συγκέντρωση του νου μας.

Ο διαλογισμός λοιπόν είναι ένα άνοιγμα της συνειδητότητάς μας σε λεπτότερες δονήσεις και εντυπώσεις. Έχει ως βάση την ικανότητα της συγκέντρωσης, την ηθική ποιότητα του διαλογιζόμενου και την ειλικρίνεια προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Αν συνεχώς δικαιολογούμαστε για τις αδυναμίες μας και λέμε ψέματα στον ίδιο μας τον εαυτό προσπαθώντας να μην δούμε τα ελαττώματά μας, πως θα «δούμε» τον ανώτερο εαυτό μας. Αφού ζούμε μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο ψέματος και αυταπάτης. Ο διαλογισμός όμως είναι μια κατάσταση αυξημένης και ανυψωμένης συνειδητότητας και το πρώτο φως το ρίχνει στον ίδιο μας τον εσωτερικό κόσμο και στην προσωπική μας ζωή. Το πρώτο που βλέπουμε είναι η αλήθεια για τον ίδιο μας τον εαυτό, όσο και αν αυτή πονάει.

Αν θελήσουμε να απλοποιήσουμε όλα τα προηγούμενα μπορούμε να πούμε ότι διαλογίζεται εκείνος που μπορεί να συγκεντρώνει την προσοχή του, είναι πραγματικά καλός άνθρωπος και δεν λέει ψέματα στον εαυτό του. Τα θέματα αυτά τα πραγματευόμαστε στα άλλα κεφάλαια της ιστοσελίδας και η πρακτική τους εφαρμογή μέσα μας και στην προσωπική μας ζωή οδηγεί στον διαλογισμό, δηλαδή στην ανύψωση του επιπέδου της συνειδητότητάς μας.

ΧΡΟΝΟΣ


ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Το θέμα του χρόνου είναι βασικής σημασίας για την πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου. Η οπτική γωνία από την οποία θα τον εξετάσουμε δεν έχει καμία σχέση με επιστήμη ή φιλοσοφία. Θα δούμε μόνο την απολύτως πρακτική του πλευρά, αυτή που μπορούμε να εφαρμόσουμε στην ζωή μας και που είναι η μόνη τελικώς που έχει σημασία για μας. Ίσως πολλοί απογοητευθούν από την «γήινη» τροπή που θα πάρει η ανάλυση αυτή, αλλά θα διαπιστώσουμε πράγματα που μας διδάσκει η ίδια η ζωή και που η πρακτική τους εφαρμογή θα μας βοηθήσει στην καλύτερη αξιοποίηση του χρόνου και εν τέλει στην βαθύτερη κατανόησή του.

Για όλα τα πράγματα και ζητήματα φαίνεται πως η ζωή βάζει κάποιες προθεσμίες. Κάποια χρονικά περιθώρια εντός των οποίων πρέπει να γίνουν κάποια πράγματα. Αν δεν γίνουν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα τότε χάνουμε την ευκαιρία, «χάνουμε το τραίνο». Πράγματι, αυτό ισχύει και για τα δρομολόγια των συγκοινωνιών…

Αν μια γυναίκα δεν κάνει παιδιά μέχρι κάποια συγκεκριμένη ηλικία χάνει πλέον την δυνατότητα να γίνει μητέρα. Άρα δεν μπορεί να το αναβάλει από ανωριμότητα, ή από ευθυνοφοβία, επ αόριστον. Η στενότης χρόνου την πιέζει να ωριμάσει. Και ευτυχώς που υπάρχει αυτό το φαινόμενο, γιατί αλλιώς οι περισσότεροι άνθρωποι θα παρέμεναν στην ψυχολογική ηλικία των δώδεκα ή δεκαπέντε ετών έως τα γεράματά τους.

Αν δεν κυνηγήσουμε την επαγγελματική μας τακτοποίηση εγκαίρως και ζούμε από τα έτοιμα του μπαμπά μας, τότε κάποια στιγμή θα βρεθούμε εκτός αγοράς εργασίας.

Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Όλη η ζωή είναι ένα σύνολο από προθεσμίες και περιθώρια. Έχουμε σκεφτεί όμως ότι και για την πνευματική μας εξέλιξη υπάρχουν κάποια περιθώρια χρόνου; Ή μήπως νομίζουμε ότι το θέμα αυτό είναι εκτός χρόνου και μπορούμε να σπαταλούμε την ζωή μας με όποιο τρόπο θέλουμε, λες και όλη η αιωνιότητα είναι δική μας;

Ας δούμε κάτι που ελάχιστοι ίσως το σκέφτονται. Για να αναθρέψει σωστά κάποιος τα παιδιά του πρέπει να διαπαιδαγωγήσει ο ίδιος τον εαυτό του. Δηλαδή να εξελιχθεί, διότι δεν μπορούμε να δώσουμε στους άλλους κάτι που δεν έχουμε εμείς. Αν έχουμε κόμπλεξ, φοβίες, ανασφάλειες, προκαταλήψεις (και έχουμε ΟΛΟΙ), θα τα μεταδώσουμε όλα στα παιδιά μας, άσχετα με το αν εμείς πιστεύουμε ότι δεν θα τα σπρώξουμε να κάνουν τα δικά μας λάθη. Θα τα σπρώξουμε να κάνουν ακριβώς τα ίδια. Αν λοιπόν δεν θέλουμε να φορτώσουμε τον λογαριασμό μας με μεγάλα «χρέη», αλλά αντίθετα να κάνουμε και εμείς κάποιο καλό για τους άλλους, πρέπει να διορθώσουμε τον εαυτό μας όσο τα παιδιά μας είναι ακόμα μικρά, πριν προλάβουμε να τους μεταδώσουμε όλα τα δικά μας εσωτερικά προβλήματα. Διότι αν εμείς εξελιχθούμε όταν αυτά θα έχουν γίνει τριάντα χρονών (με την προϋπόθεση ότι θα ζήσουμε έως τότε), τότε το μόνο που θα μπορέσουμε να κάνουμε σε εκείνη την ηλικία θα είναι να τους ζητήσουμε συγνώμη για το κακό που τους προξενήσαμε. Το κακό όμως θα έχει γίνει. Δεν μπορούμε λοιπόν να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα αυτό με ελαφρότητα, διότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΧΑΣΙΜΟ.

Κάτι άλλο τώρα. Όσοι εκτελούν ασκήσεις γνωρίζουν την δυσκολία που αυτές έχουν και πόσο χρονοβόρες είναι. Απαιτούνται κυριολεκτικά δεκαετίες. Αν αναβάλουμε την σοβαρή και επίμονη εκτέλεσή τους ενδέχεται κάποια στιγμή, πριν τις ξεκινήσουμε, να βρεθούμε νεκροί έχοντας χάσει αυτή την ευκαιρία. Ή να αρχίσουμε τις προσπάθειες σε προχωρημένη ηλικία και εκεί οι δυσκολίες να έχουν ήδη πολλαπλασιαστεί, διότι ο νους μας κατά την διάρκεια της «ανέμελης» ζωής μας θα έχει γεμίσει με σκουριά, προλήψεις και φοβίες. Αυτό ασφαλώς δεν είναι κάτι το απόλυτο, αλλά δεν είναι συνετό να ελπίζουμε ότι στα γεράματά μας θα έχουμε την ίδια ψυχική ζωτικότητα όπως παλιά (αν και κάτι τέτοιο ίσως δεν είναι ανέφικτο), ούτε όμως είναι συνετό να πιστεύουμε ότι οπωσδήποτε θα υπάρξουν για μας γεράματα.

Θα πρέπει να προσέξουμε ώστε αυτές οι σκέψεις να μην μας γεμίσουν άγχος και φόβο. Αυτά είναι συναισθήματα που δημιουργούνται στην ψυχή μας όταν εμείς αδρανούμε και δεν το παίρνουμε απόφαση να δουλέψουμε με τον εαυτό μας. Όποιος δουλεύει δεν έχει το άγχος του χρόνου, διότι γνωρίζει μέσα του διαισθητικά πως κάνει ό,τι μπορεί και εκμεταλλεύεται τον χρόνο που του έχει δοθεί. Ο χρόνος όμως και ο θάνατος επίσης, είναι βασικοί παράγοντες στην ζωή μας. Δεν είναι συνετό να εθελοτυφλούμε, να κάνουμε ότι δεν υπάρχουν. Κάποτε θα τους βρούμε μπροστά μας.

Ο θάνατος βάζει ένα τέλος στις φαντασιώσεις μας. Δεν γνωρίζουμε πότε θα έρθει. Αυτός μας εξισώνει με όλους τους άλλους ανθρώπους, μας εξισώνει ακόμα και με τα ζώα και τα φυτά. Αφού δεν γνωρίζουμε την ώρα του θανάτου μας πρέπει να εργαζόμαστε και να δουλεύουμε με τον εαυτό μας κάθε στιγμή, ζώντας στο ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ. Αυτή η έκφραση είναι πλέον του «συρμού» και από την πολλή, αλλά ανεύθυνη χρήση της, έχασε το βαθύτερο νόημά της. Π.χ. εδώ και τώρα είναι η αυτοπαρατήρηση. Δεν ονειροπολούμε, δεν τρέχει η σκέψη μας, ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον, ούτε σε άλλους τόπους. Η προσοχή μας είναι σε αυτό που συμβαίνει μέσα μας εκείνη ακριβώς την στιγμή. Εδώ και τώρα είναι επίσης να αρχίζουμε τον αγώνα ενάντια σε κάποια αδυναμία μας μόλις την αντιληφθούμε ότι υπάρχει. Όχι ευχολόγια, όχι σχέδια για το μέλλον, αλλά δράση. Εδώ και τώρα είναι να λύνουμε τις παρεξηγήσεις μας με τους ανθρώπους άμεσα. Να ζητούμε συγνώμη αμέσως, να ευχαριστούμε τώρα αυτούς που μας βοήθησαν, να συμφιλιωνόμαστε με τους γονείς και τα παιδιά μας αμέσως, γιατί αν ο θάνατος κάποιου μάς στερήσει αυτή την ευκαιρία, τότε θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τις ενοχές μας. Η επί τόπου όμως αντιμετώπιση των προβλημάτων μας απαιτεί το σωστό κίνητρο. Αν πιστεύουμε ότι είμαστε αθάνατοι, τότε νομίζουμε ότι έχουμε άφθονο χρόνο στην διάθεσή μας και μας καταλαμβάνει η αναβλητικότητα. Αν πιστέψουμε ότι είμαστε θνητοί, τότε στρωνόμαστε στην δουλειά. Αυτή η ενεργοποίηση μας απαλλάσσει από το άγχος και τον φόβο και μας καθιστά ταπεινούς. Αυτό είναι κάτι το παράδοξο. Άγχος έχει αυτός που νομίζει ότι είναι αθάνατος. Αυτός που έχει αποδεχθεί την θνητότητά του στην πράξη, που σκέφτεται ότι κάποτε θα πεθάνει, αυτός δεν φοβάται, ούτε έχει άγχος. Δρα και δεν χάνει τον πολύτιμο χρόνο της ζωής του σε ανόητες εσωτερικές συγκρούσεις.

Και μια και αναφέραμε τις εσωτερικές συγκρούσεις σκεφθείτε το εξής: Κάποιος ετοιμοθάνατος που γνωρίζει ότι πεθαίνει και το αποδέχεται, θα μπει σε μια τέτοια διαδικασία; Θα αρχίσει να «τρώγεται με τα ρούχα του»; Θα δημιουργεί παρεξηγήσεις με τους ανθρώπους και θα παλεύει με την συνείδησή του, λέγοντας «να το κάνω αυτό ή να μην το κάνω»; Δεν θα σπαταλήσει τον λιγοστό χρόνο του σε τέτοιες ανοησίες. Μόνο ένας ανόητος «αθάνατος» βουλιάζει σε τέτοιο τέλμα διότι νομίζει ότι η αιωνιότητα είναι μπροστά του. Αυτός που πιστεύει ότι κάποτε θα πεθάνει δεν έχει την πολυτέλεια της αναβλητικότητας, δεν έχει την πολυτέλεια να ζει με εκκρεμότητες. Τις τακτοποιεί αμέσως. Κλείνει τους λογαριασμούς του μόλις αυτοί εμφανίζονται. Ξεπληρώνει τα χρέη του, διορθώνει τα κακώς έχοντα και δεν ασχολείται με θεωρίες. Είναι άνθρωπος της δράσης. Είναι αποφασιστικός, είναι πρακτικός.

Το πρακτικό «μυστικό» του χρόνου λοιπόν είναι να καταλάβουμε ότι είναι πεπερασμένος. Ότι υπάρχουν όρια και προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να γίνουν ορισμένα πράγματα. Αυτή η αίσθηση μπορεί ασφαλώς να μας γεμίσει με άγχος, από την άλλη όμως πλευρά, αν αποφασίσουμε να εργασθούμε με τον εαυτό μας, αυτή ακριβώς η εργασία θα μας γεμίσει γαλήνη και αισιοδοξία. Αισιόδοξος είναι αυτός που προσπαθεί γιατί βλέπει τα αποτελέσματα.

- Όταν διαπιστώνουμε μια αδυναμία μας να αρχίζουμε αμέσως τις ενέργειες για την αντιμετώπισή της.

- Να μην αναλωνόμαστε σε θεωρίες. Αυτές αρέσουν στους «αθάνατους». Εμείς οι θνητοί δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.

- Αν για κάτι αισθανόμαστε τύψεις, ας καλυτερέψουμε τον χαρακτήρα μας και ας διορθώσουμε την συμπεριφορά μας άμεσα. Αν δεν το κάνουμε αυτό βουλιάζουμε στις ενοχές αναβάλλοντας την αλλαγή μας. Μετά για να ανακουφιστούμε ρίχνουμε τα βάρη σε άλλους και δημιουργούμε έναν φαύλο κύκλο.

- Όταν υπάρχει παρεξήγηση με κάποιον άνθρωπο να την τακτοποιούμε αμέσως, πριν χαθεί η ευκαιρία. Ιδίως με γονείς, παιδιά και φίλους.

- Όταν καταβάλουμε κάποια προσπάθεια, εσωτερική ή εξωτερική, να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Αν προσπαθούμε με μισή καρδιά πιστεύοντας ότι υπάρχει χρόνος, ενδέχεται να βρεθούμε προ εκπλήξεως. Κανένα αποτέλεσμα δεν επιτυγχάνεται με μισή καρδιά.

- Αν έχουμε βλάψει ή στεναχωρήσει κάποιον να του ζητήσουμε συγνώμη σήμερα επανορθώνοντας το κακό, διότι το αύριο ίσως δεν υπάρξει.

- Στους ανθρώπους που αγαπάμε και σε αυτούς που νοιώθουμε ευγνωμοσύνη ας τους το πούμε σήμερα. Η αναβολή εκδήλωσης των αισθημάτων μας αφήνει εκκρεμότητες, ιδίως όταν αυτοί τους οποίους αγαπούσαμε φύγουν από την ζωή, πριν προλάβουμε να τους το πούμε.

Φανταστείτε ότι γνωρίζετε με βεβαιότητα πως σε μια βδομάδα θα πεθάνετε. Το αποδέχεστε, δεν αρχίζετε τα «γιατί εγώ» και τα «ο Θεός είναι άδικος» και συμφιλιώνεστε με την ιδέα αυτή. Βρισκόμενοι στην κατάσταση αυτή πως θα αξιοποιούσατε τις τελευταίες ημέρες σας στην Γη; Το καλύτερο θα ήταν να ιεραρχήσει κανείς τις προτεραιότητες. Η ιεράρχηση αυτή δεν μπορεί να γίνει όταν δεν υπάρχει η πίεση του θανάτου γιατί νομίζουμε ότι έχουμε χρόνο για τα πάντα. Ξεκινάμε από αυτά που μας βολεύουν και είναι ασήμαντα, αφήνοντας για κάποιο αόριστο μέλλον τα σημαντικά. Όταν όμως υπάρχει μόνο μια βδομάδα οι ανοησίες παραμερίζονται. Αφήνουμε στην άκρη τις ανόητες διασκεδάσεις, τους καυγάδες, τα συμφέροντα και τις μικροπρέπειες. Ζητούμε συγνώμη από αυτούς που βλάψαμε, ευχαριστούμε αυτούς που μας βοήθησαν, συμφιλιωνόμαστε με τους εχθρούς μας, ξεπληρώνουμε τα χρέη μας, λέμε στους δικούς μας ότι τους αγαπάμε (δεν τους αφήνουμε να το αντιληφθούν με τηλεπάθεια). Όσον αφορά τις «μεταφυσικές» μας έρευνες τι γίνεται με αυτές; Θα αρχίσουμε να διαβάζουμε βιβλία, να προσπαθούμε να καταλάβουμε την διάταξη των ανωτέρων επιπέδων, τις ιεραρχίες, την αριθμοσοφία, ή τα ανώτερα σώματα του ανθρώπου; Δεν το νομίζω. Θα εστιαστούμε σε αυτό που έχει πραγματικά σημασία παραμερίζοντας όλα τα δευτερεύοντα, στα οποία ενθέρμως αναλώσαμε τον πολύτιμο χρόνο της ζωής μας προσπαθώντας στην ουσία να μην αλλάξουμε, να μην θίξουμε το εγώ μας. Θα προσευχηθούμε στον Θεό για συγχώρεση, θα ζητήσουμε το καλό όλων των ανθρώπων που βλάψαμε, όλου του κόσμου και όλων των ζωντανών πλασμάτων και θα ζητήσουμε επιτέλους έστω στο παραπέντε, την εξάλειψη του εγώ μας, ώστε ο Θεός να κατοικήσει μέσα μας.

Που πήγαν οι μικροπρέπειες;

Που πήγε η επιθυμία για καταξίωση;

Που πήγαν οι θεωρίες και οι γνώσεις;